Ακαλλιέργητο το 50% των χωραφιών στην Κρήτη

Share:

Οι ιδιοκτήτες γυρνούν την πλάτη στον πρωτογενή τομέα λόγω νερού και κόστους!

 

  Κόστος παραγωγής, μεροκάματα και κλιματική αλλαγή απομακρύνουν τους αγρότες της Κρήτης από τον πρωτογενή τομέα

  Ακαλλιέργητο παραμένει αυτή τη στιγμή το 50% των χωραφιών στην Κρήτη, με τους ιδιοκτήτες τους να έχουν ακόμα γυρισμένη την πλάτη στον πρωτογενή τομέα εν αναμονή κινήτρων που θα τους οδηγήσουν και πάλι στην καλλιέργεια της γης.

Εργατικά κόστη, κλιματική αλλαγή και προβλήματα που παρουσιάζονται στις ποσότητες νερού βαραίνουν επιπλέον το κόστος για έναν παραγωγό, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνώσει κατά πολύ το κέρδος του και αναζητά είτε νέες καλλιέργειες, είτε άλλες πηγές εσόδων. Από την άλλη, αναφορικά με την κτηνοτροφία του νησιού, ο κλάδος, επηρεασμένος με τη σειρά του από την κλιματική αλλαγή και την ανομβρία, έρχεται αντιμέτωπος με μια μείωση της παραγωγής στο 50% που παρουσιάζεται εδώ και πολύ καιρό. Την ίδια ώρα, η θνησιμότητα κυρίως νεογέννητων αμνοεριφίων, που παρατηρήθηκε προ μηνών, ανησυχεί επιπλέον τους κτηνοτρόφους, που ζητούν τη λήψη δραστικών μέτρων στην αγροτοκτηνοτροφία.

Το γιατί τα μισά σχεδόν χωράφια στο νησί μένουν εντελώς ακαλλιέργητα ή διατίθενται για την ανάπτυξη κυρίως Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας περιγράφει στη “Νέα Κρήτη” ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ-Μικρών Συνεταιρισμών Μύρων Χιλετζάκης. Όπως τονίζει ο κ. Χιλετζάκης, αν και ο ΦΠΑ, οι τιμές στα λιπάσματα και στα φυτοφάρμακα έχουν κάπως μειωθεί το τελευταίο διάστημα, αυτό δε λειτουργεί αντισταθμιστικά στο κόστος των παραγωγών, που παίρνει “φωτιά”, με αιτία τα εργατικά κόστη όσο δεν υπάρχουν εργάτες και το κόστος του νερού όσο τα αποθέματα μειώνονται και η ανομβρία μάς ταλανίζει.

«Ως παραγωγοί, λόγω της έλλειψης νερού, αναγκαζόμαστε να κάνουμε μια ιδιαίτερη διαχείριση στα αγροτικά ποτίσματα. Συγκεκριμένα, προβαίνουμε σε τακτικά ποτίσματα με λίγο νερό, ενώ παλιότερα πηγαίναμε για πότισμα δύο φορές τον μήνα, όπου κάναμε ένα γενναίο πότισμα. Παράλληλα όμως, με βάση τα νέα δεδομένα, αλλάζει ο τρόπος ποτίσματος, με τους παραγωγούς να βρίσκουν νέες καλλιεργητικές μεθόδους για να προστατεύσουν το φυτό από μεγάλες ανάγκες νερού, όπως είναι ο καολίνης, ένα πέτρωμα με το οποίο ραντίζουμε την ελιά για να μην έχουμε μεγάλη εξάρτηση νερού και για να την προστατεύουμε από τις θερμές αέρινες μάζες. Ουσιαστικά όμως όλα αυτά είναι έξτρα κοστολόγια, που τα αθροίσματά τους κρύβονται πίσω από το μεγάλο κόστος που δαπανά ένας παραγωγός στο νερό», είπε ο κ. Χιλετζάκης.

Αναλύοντας στη συνέχεια το θέμα με τα εργατικά κόστη, με δεδομένο ότι Έλληνες εργάτες με εμπειρία έχουν πλέον εκλείψει και τη θέση τους έχουν πάρει εργάτες από το Πακιστάν, το Μπαγκλαντές, τη Βουλγαρία και την Ινδία, οι οποίοι αν και θεωρούνται ανειδίκευτοι το μεροκάματό τους λόγω της αυξημένης ζήτησης ξεκινάει από τα 50 και μπορεί να ξεπεράσει τα 70 ευρώ, είναι απολύτως αντιληπτό γιατί θεωρείται ένα ακόμα οικονομικό βάρος για τον παραγωγό.

Το κόστος παραγωγής κάθε χρόνο διαφοροποιείται, με γνώμονα ωστόσο το ότι στο λάδι το κόστος για τον παραγωγό ήταν στο 1,80 ευρώ το 2017 και τώρα έχει φτάσει στα 3,80 ευρώ, η αλληλουχία αυτή όλων των παραπάνω δεδομένων βάζει σε σκέψεις τον παραγωγό, που έχει παράλληλα να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό που θα δεχτεί από τις υπόλοιπες αγορές, αλλά και τα επιπλέον έξοδα για την τυποποίηση στη συνέχεια του προϊόντος, προκειμένου να το καταστήσει ανταγωνιστικό.

πληροφορίες ἀπό neakriti.gr

Previous Article

Τιμωρία ποδοσφαιριστή που αρνήθηκε να συμμετάσχει σε ΛΟΑΤΚΙ καμπάνια

Next Article

Βουδιστές στο Βατικανό διαλογίζονται με τον Πάπα Φραγκίσκο;