Τοῦ κ. Ἰωάννου Β. Κωστάκη
Ἡ πέμπτη ἑβδομάδα τῶν νηστειῶν εἶναι τὸ λειτουργικὸ ἀποκορύφωμα τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες, τώρα, εἶναι ἐκτενέστερες, ἀλλὰ καὶ πιὸ ἐκλεκτές. Τὴν ἑβδομάδα αὐτὴ ἡ ὀρθόδοξη λατρεία ἐμπλουτίζεται μὲ τὴν προσθήκη δύο ἀκόμα ἀκολουθιῶν. Αὐτὲς εἶναι ὁ Μέγας Κανὼν καὶ ὁλόκληρος ὁ κανόνας τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου. Τὸ Σάββατο τῆς πέμπτης ἑβδομάδος φέρει τὴν διακριτική: «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου». Ἔτσι τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς σὲ ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους ναοὺς τῆς οἰκουμένης ἀντηχοῦν οἱ ὑπέροχες καὶ τόσο λαοφιλεῖς μελῳδίες, μαζὶ μὲ τὰ 144 χαῖρε ποὺ ἀπευθύνονται πρὸ τῆς Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὴν ὑπέρμαχο Στρατηγό. Ὁ ὕμνος αὐτός, ὡς γνωστόν, ψάλλεται τμηματικὰ (4 στάσεις) στὴν ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου τῶν 4 Παρασκευῶν ποὺ προηγήθηκαν. Ἐνῷ τὴν Παρασκευὴ τῆς 5Ης ἑβδομάδος γίνεται ἀνακεφαλαίωσή του.
Ἐπινίκιος φωνή
Ὁ κανόνας τοῦ ἀκαθίστου Ὕμνου εἶναι τὸ μοναδικὸ ὑμνολογικὸ κείμενο ποὺ χρησιμοποιεῖται τόσες πολλὲς φορὲς στὴ λατρεία τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στὰ μοναστήρια ὅλοι οἱ μοναχοὶ τὸ διαβάζουν κάθε ἡμέρα, ἐνῷ στὸν κόσμο οἱ φιλακόλουθοι χριστιανοὶ τὸ ἐντάσσουν στὴν καθημερινὴ ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Ἀποδείπνου. Στὴ μεγάλη διάδοση καὶ εὐρύτατη ἀποδοχή του συνετέλεσαν διάφοροι λόγοι. Ὅπως: Ἡ γλυκύτατη μελῳδία, ἡ ὡραία ποιητικὴ πλοκή, τὰ ὑπέροχα θεολογικὰ νοήματα κ.ἄ. Ξέχωρα ὅμως γιὰ τὸ γένος τῶν ὀρθοδόξων, τὴν «πονεμένη Ρωμιοσύνη», διότι συνδέθηκε μὲ μεγάλα, δραματικὰ γεγονότα τοῦ ἱστορικοῦ βίου της.
Ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος εἶναι μία ἐπινίκια φωνὴ τοῦ γένους μετὰ ἀπὸ στιγμὲς ἀσφυκτικῆς πολιορκίας ποὺ δέχθηκε πολλὲς φορὲς στὴ μαρτυρική του πορεία. Σ’ αὐτὲς τὶς δύσκολες ὧρες, πάντοτε, μὲ θάρρος καὶ ἀγωνιστικότητα, ποὺ τοῦ χάριζε ἡ πίστη στὸ Θεὸ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου, κατάφερνε νὰ ὑπερνικᾶ τὶς δυσκολίες. Ὁ εὐσεβὴς λαὸς ἔβγαινε νικητής, μὲ ὁδηγὸ τὴν πνευματικὴ μάνα-τροφό του, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Τὸ περιεχόμενον τοῦ ὕμνου
Τὸ κύριο, ὅμως, περιεχόμενο τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου δὲν εἶναι τὰ ἐθνικὰ γεγονότα, ποὺ συνδέθηκαν μὲ τὴν καθιέρωσή του καὶ μὲ τὴν σύνθεση τοῦ πασίγνωστου «Κοντακίου»: «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ…». Τὸ κύριο μήνυμα καὶ περιεχόμενό του εἶναι καθαρά: Θεολογικό, Σωτηριολογικό. Εἶναι κατὰ τὸν ὑμνῳδό: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον καὶ ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. «Ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ». Τὸ μυστήριο αὐτό, ποὺ διὰ τῆς Θεοτόκου: «Τοῖς ἐπὶ γῆς πεφανέρωται», δηλαδή, διὰ τῆς Θεοτόκου ἀποκαλύφθηκε, φανερώθηκε στοὺς ἀνθρώπους.
Τὸ μεγάλο αὐτὸ μυστήριο φυλάσσονταν «στὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Θείας βουλῆς», ὡς ὁ τιμιώτερος μαργαρίτης. Στὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων ἀποκαλύφθηκε στοὺς οὐρανούς, γιὰ νὰ τὸ δοῦν καὶ νὰ θαυμάσουν οἱ Ἄγγελοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἀξιοθαύμαστο ἔργο τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀποκάλυψη ὅμως αὐτὴ τοῦ Θεοῦ ἔκανε τὸν Ἑωσφόρο νὰ φθονήσει τὴν ἕνωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο σὲ ἕνα πρόσωπο καὶ μία ὑπόσταση, δηλαδὴ νὰ ἀποτελέσει τὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἑωσφόρος ὑπερηφανεύτηκε γιὰ τὸ κάλλος του, καὶ ἐξέπεσε. Ἡ ἁγία Γραφὴ μᾶς πληροφορεῖ: «Εἶδον τὸν Σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα…» (Λουκ.10,18).
Διατί ἐνηνθρώπησε
Ὁ σκοπὸς τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου. Ἡ ἀπελευθέρωσή τους ἀπ’ τὴ δουλεία στὸν ἐχθρό. Ἡ ἐνανθρώπηση ἀποδεικνύει: α) Τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ. Γιατί μετὰ τὴ πτώση (παρακοὴ)δὲν παρέβλεψε, δὲν ἀδιαφόρησε γιὰ τὴν ἐκπεσμένη εἰκόνα του, τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε χεῖρα βοηθείας. β)Τὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ. Διότι βρῆκε τὴν πιὸ κατάλληλη λύση, γιὰ αὐτὸ ποὺ φαινόταν ἀδύνατο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. γ) Τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Μετὰ τὴν πτώση δὲν ἔπλασε ἄλλον ἄνθρωπο ἰσχυρότερο τοῦ Ἀδάμ, γιὰ νὰ παλέψει μὲ τὸν διάβολο ποὺ τὸν ἐξαπάτησε. Οὔτε ἀκόμα ἀπέσπασε τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὸν θάνατο. Ἀλλὰ ἀναλαμβάνει ὁ ἴδιος τὴν φθαρτὴ ἀνθρώπινη σάρκα, δηλαδὴ ἐνδύεται τὴν πλήρως ἀποδυναμωμένη ἀνθρώπινη φύση, καὶ ἔτσι τὴν ἐνδυναμώνει. Τὴν ἐνισχύει, τῆς δίδει τὴν ἱκανότητα καὶ δυνατότητα νὰ νικήσει τὸ διάβολο καὶ τὸ θάνατο. δ) Τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, διότι μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του ὁ Θεὸς «ἐκένωσεν ἑαυτὸν» καὶ μπόρεσε νὰ γίνει ἄνθρωπος, ἐνῷ ταυτόχρονα θὰ ἦταν Θεός, «ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι».
Ἡ ἀναγκαιότης τῆς ἐνανθρωπήσεως
Ἐδῶ τίθεται τὸ βασικὸ ἐρώτημα. Δὲν θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, τὴν κορωνίδα τῶν δημιουργημάτων του, καὶ τὸν κόσμο μὲ ἄλλον τρόπο; Γιὰ παράδειγμα:
1. Νὰ στείλει ἄλλον ἄνθρωπο. «Ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει».Ὅπως π.χ. Ὁ Μωυσῆς ἢ ὁ Ἠλίας, ὁ πύρινος προφήτης. Ἀσφαλῶς ναί, Μποροῦσε νὰ γίνει αὐτό. Ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος, ὅσο δυνατὸς καὶ ἐνάρετος κι ἂν ἦταν θὰ ἦταν ἀδύνατο νὰ σώσει ἔστω καὶ μία μόνο ψυχή, τὴν δική του.
2. Νὰ στείλει ἕνα Ἄγγελο. Οἱ Ἄγγελοι εἶναι «λειτουργικὰ πνεύματα εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενα.» (Ἑβρ. 1,14). Ὑπηρετοῦν τὴ θεία βουλὴ καὶ τὸ σχέδιο τῆς θείας οἰκονομίας, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἔργο τους εἶναι λειτουργικό-δοξολογικό. Εἶναι ὅμως καὶ αὐτοὶ «κτιστὴ φύσις». Δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, μὲ περιορισμένη δύναμη. Γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου χρειαζόταν νὰ ἔλθει ὁ Θεὸς τῆς δυνάμεως, τοῦ ὁποίου «οὐκ ἔσται μέτρον καὶ πέρας». Ἄλλωστε ὁ «πρωτοστάτης» Ἀρχάγγελος ὁ Γαβριὴλ «οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε», κομίζοντάς της «τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὰ ρήματα».
3. Νὰ ἑνωθεῖ ὁ Θεὸς μὲ Ἄγγελο, τοῦ ὁποίου ἡ φύση εἶναι ἀνώτερη, λεπτότερη, εὐγενέστερη ἀπ’ τὴν ἀνθρώπινη, ἡ ὁποία εἶναι κατώτερη καὶ ὑστερεῖ τῆς Ἀγγελικῆς φύσεως. Ἀφοῦ κατὰ τὸν λόγο τῆς Γραφῆς ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο «ἠλάττωσε βραχὺ τι παρ’ ἀγγέλους…». Ὁ Θεὸς ὅμως ἤθελε νὰ καλέσει σὲ σωτηρία «ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον…». Δηλαδή: ἄνθρωπος ἔπεσε. Δι’ ἀνθρώπου ἔπρεπε νὰ λυτρωθεῖ. Ἄνθρωπος ὄφειλε νὰ καταβάλει τὰ λύτρα, τὸ τίμημα τῆς ἀπελευθέρωσής του. Ὁ ἀνθρωποκτόνος καὶ μισάνθρωπος Διάβολος ἔπρεπε νὰ καταισχυνθεῖ, νὰ πλανηθεῖ, νὰ νικηθεῖ ἀπ’ τὴν φύση ἐκείνη, τὴν ὁποία μὲ δόλο καὶ ἀπάτη πλάνεψε, ἐξαπάτησε καὶ νίκησε. Μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ «πεπλάνηται ὁ πλάνος». Ἐξουθενώθηκε αὐτὸς ποὺ νίκησε τὸν ἄνθρωπο στὸ πρόσωπο τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ.
4. Νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο μὲ ἄλλο τρόπο, χωρὶς νὰ σαρκωθεῖ. Ἀσφαλῶς καὶ μποροῦσε. Ἄλλωστε «τῷ θελήματι αὐτοῦ τὶς ἀνθέστηκε»; Μὲ μόνο τὸν λόγο του μποροῦσε νὰ λυτρώσει τὰ πάντα. Ἀφοῦ: «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν…».Ἐπίσης μὲ τὸν λόγο του, τὸν «φθόγγο» τοῦ κηρύγματός του ὁ φθαρμένος ἀπ’ τὴν ἁμαρτία κόσμος ἀνακαινίζεται, ἀναπλάθεται. Ἂν ὅμως γινόταν αὐτό, τότε θὰ γνωρίζαμε τὴ σοφία καὶ τὴν παντοδυναμία τοῦ Θεοῦ, θὰ ἀγνοούσαμε ὅμως τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀγαθότητά του.
Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος «διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἥν ἠγάπησε ἡμᾶς..». Αὐτὴ ἡ ἀγάπη κατέβασε τὸν Θεὸ στὴ γῆ. «Ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη», γιὰ νὰ ἀνεβάσει στὴ συνέχεια τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανό. Ὁ ἄδυτος ἥλιος, ὁ Χριστός, κατέβηκε ἐννέα σκαλιά, τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων. Ἦρθε στὴ δέκατη κατώτερη βαθμίδα καὶ ντύθηκε μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἀνθρώπινης φύσης. «Ἐπὶ γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ἔτσι προσέλαβε πλήρη τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὴν ἀνέβασε ἐννέα βαθμίδες. Τὴν ὕψωσε πάνω κι’ ἀπ’ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων καὶ τὴν ἔφερε στὸν δέκατο βαθμὸ τῆς θείας φύσεως. Μὲ αὐτὴ τὴν Θεωμένη ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Ἀναλήψεώς του ἀνῆλθε στοὺς οὐρανούς, καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ὅπως ὁμολογοῦμε στὸ σύμβολο τῆς πίστεώς μας.
Ἀσφαλῶς ἡ δύναμη καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νὰ ἐνεργήσει καὶ διαφορετικὰ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀγάπη του ὅμως δὲν ἤξερε καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κάμει μεγαλύτερο ἔργο ἀπ’ τὴν ἐνσάρκωση-ἐνανθρώπηση. Ὁ ἅγιος Νικόδημος τονίζει: «Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἐνανθρώπησή του προσέλαβε πλήρη καὶ τέλεια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Οὐσιώθηκε ὅλο τὸν ἄνθρωπο, τέλειο, συναπαρτιζόμενο ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα. Τὸν ἕνωσε μὲ τὸν ἑαυτό του σὲ ὑπέρθεη κατάσταση. Αὐτὸ τὸ ἔκανε, γιὰ νὰ σώσει τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο. Δηλαδὴ μὲ τὸ σῶμα ποὺ προσέλαβε νὰ σώσει τὸ δικό μας σῶμα. Μὲ τὴν ψυχή του νὰ σώσει τὴ δική μας ψυχή, καὶ μὲ τὸν νοῦ του νὰ σώσει τὸν δικό μας νοῦ. Γιατί ἂν ὁ Κύριος δὲν προσλάμβανε ψυχὴ καὶ νοῦ, θὰ ἔμεναν ἀθεράπευτα ἡ ψυχὴ καὶ ὁ νοῦς μας. Ἀφοῦ κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο; «Τὸ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον. Ὅ δὲ ᾕνωται Θεῷ, τοῦτο καὶ σῴζεται».
Ἐπίλογος
Ὁ πανάγαθος Θεὸς κατέθεσε, συνέστειλε τὸ μεγαλεῖο του. Ἔκρυψε μέσα στὴν «πτωχεία» τῆς ἀνθρώπινης φύσης τὸν πλοῦτο τῆς Θεότητος. «Ἐκένωσεν ἑαυτὸν μορφὴν δούλου λαβών». «Ὁ ἀχώρητος παντί, χωρεῖται ἐν μήτρᾳ γυναικός». «Τοῦ Γαβριὴλ φθεγξαμένου τὸ Χαῖρε» στὴν ταπεινὴ κόρη τῆς Ναζαρέτ, «σὺν τῇ φωνῇ ἐσαρκοῦτο ὁ τῶν ὅλων Δεσπότης». Μὲ τὴν ἀσώματη φωνὴ τοῦ «πρωτεπιστάτη» Ἀγγέλου «σωματοῦται Θεός». Κι’ ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν Γαβριὴλ πλήρης ἐκστάσεως καὶ ἔμπλεοι θαυμασμοῦ ἀπευθύνουμε στὴν Μαριὰμ τό:
«Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε»




