ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (1746-1821) – 2ον

Share:

Τῆς Μαρίας -Ἐλευθερίας Γ. Γιατράκου, Δρ. Ἱστορίας, Π.Α.

2ον

   Ὁ Γρηγόριος ὑπῆρξεν ἐπίσης ὁ εἰρηνοποιός, προσπαθώντας πάντοτε νὰ λύσει τὶς διαφορὲς ποὺ ἀνέκυπταν μεταξὺ τῶν ὀρθοδόξων καὶ τοὺς συμβίβαζε ἀποδίδοντας τὸ δίκαιον. Ἀξιομνημόνευτο εἶναι καὶ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, ποὺ μαρτυρεῖ τὸν εὐαγγελικό του χαρακτῆρα.

Συνέβη κάποτε στὴ Σμύρνη ἔρις μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, ὁ δὲ Γρηγόριος προσπαθώντας νὰ συμβιβάσει τοὺς ἐρίζοντες, σύρθηκε στὸ ἄλλο μέρος τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, ποὺ εἶχε τὸ ἄδικον. Ὅταν ὅμως ὕστερα ἀπὸ λίγο συνειδητοποίησε τὸ παράπτωμά του, ἐξεφώνησε στὴν Ἐκκλησία λόγον γιὰ ὁμόνοια μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν καὶ κατέβηκε φορώντας τὴν ἀρχιερατική του στολή, «τὸ σχῆμα ταπεινός, τὴν καρδίαν συντετριμμένος, πλήρης δακρύων τοὺς ὀφθαλμούς», ὁμολογεῖ τὸ ἁμάρτημα,  καὶ προσ­πίπτει καὶ ζητεῖ παρὰ  πάντων τήν συγχώρησιν, σύμφωνα μὲ τὸν Κων/νον Οἰκονόμον τῶν ἐξ Οἰκονόμων[14]. Τὸ 1798 ἐπὶ Πατριάρχου Γερασίμου τοῦ Γ΄ μετακληθείς, μετέβη στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐγκαινίασε τὸν ὑπὸ τοῦ Πρίγκιπος Ὑψηλάντου ἀνεγερθέντα καὶ σωζόμενον στὴν Ἑλληνεμπορικὴ Σχολὴ τῆς νήσου Χάλκης ναὸν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, κοντὰ στὸν ναὸν τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ποὺ οἰκοδομήθηκε ἀπὸ τὸν προτελευταῖο αὐτοκράτορα τῆς Βασιλεύουσας, Παλαιολόγον[15]. Ὁ Γρηγόριος διέπρεψε καὶ ὡς συγγραφέας.

Ὅταν ἀκόμη ἦταν νεαρὸς Ἀρχιδιάκονος μετέφρασε καὶ ἐξέδωκε τοὺς περὶ ἱερωσύνης λόγους τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, στὴ Βενετία, στὸ τυπογραφεῖο τοῦ Νικολάου Γλυκῦ[16] , μὲ δαπάνη τοῦ Σμυρναίου λογίου Ἰω. Πιττακοῦ. Ὡς Πατριάρχης ἐξέδωκε ἐκ τοῦ Πατριαρχικοῦ Τυπογραφείου τὰ Ἠθικά τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καὶ ἐξήγηση τῶν ὁμιλιῶν του στὴν Ἑξαήμερο καθὼς καὶ μετάφραση τοῦ Κυριακοδρομίου σὲ ἁπλῆ γλῶσσα. Σὲ ἁγιορείτικο κώδικα παραμένει ἀνέκδοτη μετάφραση τοῦ εἰς τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου λόγου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ[17].

Κι ἡ μέριμνά του γιὰ τὴν παιδεία ἀνύπνωτη. Ἔλαβε σειρὰ μέτρων γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων, γιὰ διδασκάλους, γιὰ ὀργανισμοὺς σχολείου, γιὰ τὰ οἰκονομικά τῆς παιδείας, γιὰ τὰ βιβλία, γιὰ τὶς ἐκδόσεις, γιὰ τὰ τυπογραφεῖα κ.ἄ. Ἦταν ὁ ἄξιος πνευματικὸς ἡγέτης μὲ πλήρη συνείδηση τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του. Ἔδινε ἰδιαίτερη σημασία στὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση ἐργαζόταν, φροντίζοντας νὰ προσφέρει βιβλία σὲ γλῶσσα ἁπλῆ.

Πρὶν ἀναφερθοῦμε στὶς πράξεις του κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πατριαρχείας του, ἀξίζει νὰ παρουσιάσουμε τὰ σωματικὰ καὶ ἠθικά του γνωρίσματα, ποὺ συνθέτουν τὴν προσωπικότητά του.

Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ ὑπῆρξε κατὰ τὸν βιογράφον του ὑψηλὸς τὸ ἀνάστημα, ἰσχνὸς τὸ σῶμα, γλαυκός τούς ὀφθαλμούς, συνάμα δὲ καὶ μέγας κύκλος περιέτρεχε τὴν κόρην ἠρέμα στεφανῶν, τὸ δὲ βλέμμα γοργὸν καὶ ὀξὺ μετὰ τῆς λαμπρότητος, ὅθεν διεφαίνετο καὶ τὸ γοργὸν καὶ γρήγορον τῆς διανοίας εἰς τὸ περὶ τὰς Ἐκκλησιαστικάς αὐτοῦ πράξεις ἐνεργὸν καὶ δραστήριον» .

Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ κατὰ τὸν βιογράφον του ἦταν «τὴν τροφὴν ὀλιγαρκὴς καὶ ἀσκητικὸς ὁσάκις ἐγευμάτιζεν ἢ ἐδείπνει καθ’ ἑαυτόν». Ὅταν ὅμως φιλοξενοῦσε ξένους ἢ ἄλλους γνωστοὺς παρέθετε λαμπράν τράπεζαν, μόλις ἀπογευόμενος τῶν ποικίλων φαγητῶν, ἵνα μὴ φανῆ νηστευτὴς αὐτὸς μεταξὺ τῶν ἐστιωμένων[18]». Γεμᾶτος ἀπὸ τὴ θεία ἀγάπη, ὑπῆρχεν ἀκάματος εἰς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τῆς προσ­ευχῆς. Κάθε βράδυ μετὰ τὴν κοινὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀποδείπνου, ἀναχωροῦσε στὸν μικρὸ κοιτῶνα του, ὅπου ἀφιερωνόταν γιὰ πολλὴ ὥρα σὲ νοερὴ προσευχή, «προσομιλῶν μόνος μόνῳ Θεῷ[19]» . Ἔπειτα κατὰ μικρὸν ἀνέπαυε τὸ σῶμα• καὶ πάλιν μεσονύκτιον ἐξηγείρετο, «τοῦ ἐξομολογήσασθαι, τῷ ὀνόματι Κυρίου». Καὶ πάλιν ἐπινυστάξας, προέφθανε τὸν ὄρθρον, μελετῶν καὶ ἀπαγγέλων τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, καὶ συνήγετο περὶ αὐτὸν εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀκολουθίας. Καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν, ὁσάκις κατὰ τύχην ἔμενε μόνος, «ᾖρε τὰς ὀφθαλμούς του πρὸς τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ». Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄ εἶχε τὴν προσ­ευχὴν τροφὴν καὶ τρυφὴν τῆς φιλοθέου ψυχῆς του καὶ ὁδηγὸν εἰς τὰ πρακτέα καὶ σύντροφον εἰς τοὺς ἀγῶνας τῶν πατριαρχικῶν μεριμνῶν[20].

«Ἄτυφος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» παραμυθοῦσε τοὺς θλιβομένους καὶ κανεὶς δὲν ὑπῆρξεν ὅσο κι ἂν ἦταν ὀχληρός, ποὺ νὰ ἀνεχώρησε ἀπαρηγόρητος εἴτε διὰ λόγου, εἴτε δι’ ἔργου, ἐφόσον ἦταν δυνατὴ ἡ ἔμπρακτη βοήθεια. Πρᾶος τῷ πνεύματι, καὶ εἰρηνικός, ὑπομονετικὸς ἐργάτης τῆς ἀρετῆς, ζηλωτὴς καὶ μέχρι ὀξυθυμίας πρὸς πράξεις καὶ περιστάσεις. Ἀνυπόκριτος καὶ ἀκέραιος, «ὡς ἡ περιστερὰ καὶ φρόνιμος ὡς ὁ ὄφις» κατὰ τὸ Εὐαγγελικόν, φρόντιζε γιὰ τὴν δική του σωτηρία καὶ τοῦ πλησίον. Ἀμνησίκακος καὶ πρόθυμος νὰ συγχωρήσει τοὺς ἄλλους, αὐστηρὸς ὅμως δικαστὴς γιὰ τὰ δικά του σφάλματα, ἐπιεικὴς καὶ ἤπιος πρὸς τὸν πλησίον. Ἄκαμπτος καὶ ἀνένδοτος στὶς ἄνομες ἀπαιτήσεις καὶ ἀτρόμητος ὑπερασπιστὴς τοῦ δικαίου. Ἀφιλάργυρος καὶ ἀφιλοχρήματος ὄχι μόνο οὐδέποτε κρατοῦσε χρήματα γιὰ τὸν ἑαυτόν του, οὔτε ἐβάσταζε βαλάντιο, ἀλλὰ οὔτε ἐμπειρία εἶχε νὰ μετρήσει τὰ ἀργύρια[21]. Ὅσα εἰσοδήματα συνήγοντο κατὰ καιρούς, ὅλα αὐτά, ἐκτὸς τῶν ἀναγκαίων γιὰ τροφὴ καὶ δαπάνες τοῦ Πατριαρχείου, μοίραζε σὲ πτωχοὺς καὶ ὀρφανούς. Καὶ ὅλων τῶν εἰδῶν οἱ ἐνδεεῖς, χῆρες καὶ γέροντες, χωλοὶ καὶ τυφλοί, καὶ ἀνάπηροι ἔτρεχαν στὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἔπαιρναν ἀπὸ τὸν Ἀρχιδιάκονο τὴν ἀνάλογη βοήθεια. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ φιλόπτωχο κιβώτιο πολλὲς φορὲς ἦταν γεμᾶτο μὲν ἀπὸ τὴν ἐλεημοσύνη τῶν θείων χαρίτων, κενὸ ἀπὸ χρήματα, ἦλθε κάποτε ὁ Ἀρχιδιάκονος πρὸς τὸν Πατριάρχην καὶ τὸ ἀνέφερεν αὐτό. Ὁ Πατριάρχης Γρηγόριος ὁ Ε΄ τοῦ ἀπήντησε, «Ἀπελθών, δάνεισαι, τί περιμένεις;» Ἐπειδὴ ἐκεῖνος συστελλόταν ὁ Πατριάρχης κίνησε τὴν κεφαλὴν καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐντρέπεσαι, καθὼς φαίνεται, νὰ ζητήσεις δάνειον, ἵνα δανείσῃς τῷ Θεῷ. Ὁ γὰρ ἐλεῶν πτωχόν, δανείζει Θεῷ».

Ἄλλοτε πάλιν ὅταν προσῆλθε κάποια πτωχὴ χήρα μὲ τὴν κόρη της ποὺ βρισκόταν σὲ ὥρα γάμου καὶ ἔκλαιγε, διότι ὁ νυμφίος εὑρεθείς ζητεῖ προῖκα, σηκώθηκε ὁ Πατριάρχης καὶ ἔβγαλε τὴν πολύτιμη ζώνη του (ἐκ λαχουρίου), τὴν ὁποίαν εἶχε στείλει πρὸς αὐτὸν ἐξ εὐλαβείας ἕνας ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες καὶ ἔδωκεν αὐτὴν, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν παροῦ­σαν ἀνάγκην. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ πολύτιμα εὑρήματα ποὺ προσφέρονταν στὸν Πατριάρχη Γρηγόριον τὸν Ε΄ πρὸς ἔνδειξιν τιμῆς, γίνονταν κληρονομιὰ τῶν πτωχῶν. Ἰδιαιτέρως μάλιστα φρόντιζε γιὰ τὶς νέες κόρες καὶ τὶς χῆρες, γιὰ νὰ μὴ πέσουν στὸ βάραθρο τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔτσι ἐφήρμοζε κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν Κυριακὴν ἐντολὴν «παντὶ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου», ἀποβλέποντας ὄχι πρὸς πρόσωπα, ἀλλὰ πρὸς τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς περιστάσεις ἑκάστου μὲ ἀμεροληψίαν καὶ φιλανθρωπίαν[22].

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ συνοπτικὴ περιγραφὴ ποὺ γίνεται γιὰ τὸν Πατριάρχη στὸν κατάλογο τῶν Πατριαρχῶν: «Τὸ σεμνὸν καὶ αὐστηρόν του ἤθους, ἡ λιτὴ δίαιτα, ἡ ταπεινὴ στολή, τὸ ἀφιλάργυρον τοῦ τρόπου, ὁ πρὸς τὴν πίστιν ἔνθερμος ζῆλος, ἡ περὶ τὴν κοσμιότητα τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀδυσώπητος ὀξυδέρκεια, ἡ ὀξυτάτη περὶ τὰ ἔργα δραστηριότης, τὸ ὀξύθυμον καὶ ραγδαῖον, καὶ πρὸς τοὺς κινδύνους καταφρονητικόν, αἱ ἄκαμπτοι αὐτοῦ ἰδέαι καὶ ἡ ἀνένδοτος περὶ τὰ καλὰ καὶ ἀτρόμητος πεισμονὴ ἐπεδείκνυνον σεβαστὸν καὶ φοβερὸν τὸν Γρηγόριον[23]» .

Σημειώσεις:

[14] Κωνσταντῖνος Οἰκονόμος, Λόγος Ἐπιτάφιος εἰς τὸν ἀείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον, ἐν Πετρουπόλει, αωκα, σελ. 22. [15] Βλ. Ἀνωνύμο, ὅ.π., σ. 13. [16] Βλ. Βασίλη Σφυρόερα, Γρηγόριος ὁ Ε΄, Ἐκπαιδευτικὴ Ἑλληνικὴ Ἐγκυκλοπαίδεια, Παγκόσμιο Βιογραφικὸ Λεξικό, τ. 3, Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, σ. 213. [17] Βλ. Τ. Γριτσόπουλο, ὅ.π., σ. 738. [18] ὅ.π., σ. 14. [19] ὅ.π. [20] ὅ.π. [21] ὅ.π., σ. 15. [22] Βλ. Ἀνωνύμου, ὅ.π., σ. 16-17. [23] Βλ. Μαθᾶ, Κατάλογος Πατριαρχῶν, σελ. 263.

Previous Article

Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – 3ον

Next Article

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ε΄ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ (1746-1821) Ο ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ