ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ
Ἀρχιμ. Ἀθ. Ἰ. Λιμπεροπούλου, καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας
12ον
Μαρτυρίαι παλαιῶν καὶ δοκίμων
Πατέρων περὶ τῶν ἱερῶν εἰκόνων
[Μετά ἀπό μικρή διακοπή συνεχίζουμε τόν σπουδαῖο ἀπολογητικό λόγο τοῦ Ἁγίου. Στὸ ἑξῆς ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς παραθέτει καὶ σχολιάζει μαρτυρίες παλαιοτέρων του δοκίμων πατέρων γιὰ τὶς ἱερὲς εἰκόνες· βλ. Migne, P. G. 94,1260A]
- Τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτη ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ πρὸς Τίτον:
«Χρή τοιγαροῦν καὶ ἡμᾶς ἀντὶ τῆς δημώδους περὶ αὐτῶν ὑπολήψεως εἴσω τῶν ἱερῶν συμβόλων ἱεροπρεπῶς διαλαβεῖν καὶ μηδὲ ἀτιμάζειν αὐτὰ τῶν θείων ὄντα χαρακτήρων ἔκγονα καὶ ἀποτυπώματα καὶ εἰκόνας ἐμφανεῖς τῶν ἀπορρήτων καὶ ὑπερφυῶν θεαμάτων (: Πρέπει λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ἀντὶ νὰ ἔχουμε τὴν ἁπλοϊκὴ γι’ αὐτὰ τὰ πράγματα ἀντίληψη, νὰ διεισδύσουμε ἱεροπρεπῶς στὸ βαθύτερο νόημα τῶν ἱερῶν συμβόλων καὶ νὰ μὴ ἀτιμάζουμε αὐτὰ ποὺ εἶναι καρποὶ καὶ ἀποτυπώσεις καὶ φανερὲς εἰκόνες τῶν ἄγνωστων καὶ ὑπερφυσικῶν θεαμάτων)».
- (Σχόλιο Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ:) Πρόσεξε ὅτι εἶπε νὰ μὴ ἀτιμάζουμε τὶς εἰκόνες τῶν ἁγίων.
- Ἐπίσης τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀπὸ τὸ σύγγραμμά του «Περὶ θείων ὀνομάτων»:
Ταύτης καὶ ἡμεῖς μεμυήμεθα· νῦν μὲν ἀναλόγως ἡμῖν διὰ τῶν ἱερῶν παραπετασμάτων τῆς τῶν λογίων καὶ ἱεραρχικῶν παραδόσεων φιλανθρωπίας αἰσθητοῖς τὰ νοητὰ καὶ τοῖς οὖσι τὰ ὑπερούσια περικαλυπτούσης καὶ μορφὰς καὶ τύπους τοῖς ἀμορφώτοις τε καὶ ἀτυπώτοις περιτιθείσης καὶ τὴν ὑπερφυᾶ καὶ ἀσχημάτιστον ἁπλότητα τῇ ποικιλίᾳ τῶν μεριστῶν συμβόλων πληθυούσης τε καὶ διαπλαττούσης (: Σ’ αὐτὴν ἔχουμε μυηθεῖ καὶ ἐμεῖς· τώρα δηλαδὴ ἀνάλογα μὲ τὴ δυνατότητά μας, κατανοοῦμε τὰ θεῖα πράγματα μέσα ἀπὸ τὰ ἱερὰ παραπετάσματα τῆς φιλανθρωπίας τῶν λογίων καὶ ἱεραρχικῶν παραδόσεων, ἡ ὁποία καλύπτει τὰ νοητὰ μὲ τὰ αἰσθητὰ καὶ τὰ ὑπερούσια μὲ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν, καὶ δίνει μορφὲς καὶ τύπους σὲ αὐτὰ ποὺ εἶναι χωρὶς μορφὴ καὶ τύπο, καὶ μὲ τὴν ποικιλία τῶν ἐπὶ μέρους συμβόλων πληθύνει καὶ διαπλάθει τὴν ὑπερφυσικὴ καὶ ἀσχημάτιστη ἁπλότητα)».
- (Σχόλιο Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ:) Ἐὰν εἶναι πράξη φιλανθρωπίας τὸ νὰ δίνει κανεὶς μορφὲς καὶ τύπους σὲ αὐτὰ ποὺ εἶναι ἀτύπωτα καὶ ἀμορφοποίητα καὶ στὰ ἁπλὰ καὶ ἀσχημάτιστα, ἀνάλογα πρὸς τὶς δικές μας προσλαμβάνουσες παραστάσεις, πῶς νὰ μὴ εἰκονίσουμε, ἀνάλογα πρὸς τὴ δική μας ἀντιληπτικὴ ἱκανότητα, αὐτὰ ποὺ ἔγιναν ὁρατὰ μὲ μορφὲς καὶ σχήματα, γιὰ νὰ διατηροῦμε τὴ μνήμη τους καὶ ἀπὸ τὴ μνήμη νὰ παρακινούμαστε πρὸς μίμηση;
- Τοῦ ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, ἀπὸ τὸ σύγγραμμά του «Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας»:
«Ἀλλ’ αἱ μὲν ὑπὲρ ἡμᾶς οὐσίαι καὶ τάξεις, ὧν ἤδη μνήμην ἱερὰν ἐποιησάμην, ἀσώματοί τέ εἰσι, καὶ νοητὴ καὶ ὑπερκόσμιός ἐστιν ἡ κατ’ αὐτὰς ἱεραρχία. Τὴν καθ’ ἡμᾶς δὲ ὁρῶμεν ἀναλόγως ἡμῖν αὐτοῖς τῇ τῶν αἰσθητῶν συμβόλων ποικιλίᾳ πληθυνομένην, ὑφ’ ὧν ἱεραρχικῶς ἐπὶ τὴν ἑνοειδῆ θέωσιν ἐν συμμετρίᾳ τῇ καθ’ ἡμᾶς ἀναγόμεθα θεόν τε καὶ θείαν ἀρετήν, αἱ μὲν ὡς νόες νοοῦσιν κατὰ τὸ αὐταῖς θεμιτόν, ἡμεῖς δὲ αἰσθηταῖς εἰκόσιν ἐπὶ τὰς θείας, ὡς δυνατόν, ἀναγόμεθα θεωρίας (:Ἀλλὰ οἱ οὐσίες καὶ οἱ τάξεις ποὺ βρίσκονται πάνω ἀπὸ μᾶς, τὶς ὁποῖες μνημόνευσα ἤδη μὲ τρόπο ἱερό, εἶναι ἀσώματες καὶ ἡ μεταξύ τους ἱεράρχηση εἶναι νοητὴ καὶ ὑπερκόσμια.
Τὴ δική μας ὅμως ἱεραρχία τὴ βλέπουμε, ἀνάλογα μὲ τὴ δυνατότητά μας, νὰ πληθύνεται μὲ τὴν ποικιλία τῶν αἰσθητῶν συμβόλων, μὲ τὰ ὁποῖα ἱεραρχικῶς ἀναγόμαστε στὴν ἑνιαία θέωση, στὸν Θεὸ δηλαδὴ καὶ στὴ θεία ἀρετή, συμμετρικὰ πρὸς τὰ δικά μας. Οἱ νοερὲς βέβαια τάξεις κατανοοῦν ὅσο ἐπιτρέπεται σὲ αὐτές, ἐνῷ ἐμεῖς μὲ αἰσθητὲς εἰκόνες ἀναγόμαστε στὶς θεῖες θεωρίες, ὅσο εἶναι δυνατό)».
- (Σχόλιο Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ:) Ἐφόσον λοιπὸν ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις μας ἀναγόμαστε μὲ αἰσθητὲς εἰκόνες στὴ θεϊκὴ καὶ ἄυλη θεωρία καὶ ἡ θεία πρόνοια ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ τὴ δική μας χειραγωγία, περιβάλλει μὲ τύπους καὶ σχήματα τὰ ἀσχημάτιστα καὶ ἀτύπωτα, γιατί εἶναι ἀπρεπὲς νὰ εἰκονίζουμε, ἀνάλογα μὲ τὴ δική μας φύση, Ἐκεῖνον ποὺ καταδέχτηκε νὰ πάρει καὶ σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ἀπὸ φιλανθρωπία γιὰ μᾶς νὰ γίνει ὁρατὸς ὡς ἄνθρωπος μὲ τρόπο φυσικό;
Παράδοση ποὺ μᾶς ἔρχεται ἀπὸ πολὺ παλιά, ἀναφέρει ὅτι ὁ Αὔγαρος, ὁ βασιλιὰς τῆς Ἔδεσσας, ἀπὸ τὴ φήμη τοῦ Κυρίου πυρπολήθηκε μὲ θεῖο ἔρωτα καὶ ἔστειλε πρέσβεις νὰ τὸν παρακαλέσουν νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ. Ἐὰν ὅμως ἀρνιόταν νὰ κάνει αὐτό, τοὺς πρόσταξε νὰ κάνουν τὸ ὁμοίωμά Του σὲ ζωγράφο. Ἐπειδὴ τὸ γνώριζε αὐτὸ Ἐκεῖνος, ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα καὶ ὅλα τὰ μπορεῖ, πῆρε ἕνα πανὶ καὶ τοποθετώντας το στὸ πρόσωπό Του, ἀποτύπωσε σὲ αὐτὸ τὴ μορφή Του καὶ αὐτὸ σῴζεται μέχρι σήμερα [:ἐδῶ ὁ Ἱερὸς Δαμασκηνὸς ἀναφέρεται στὸ ἅγιο Μανδήλιο τῆς Ἔδεσσας, ὅπου κατὰ τὴν παράδοση ἔχει ἀποτυπωθεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ].
- Τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἀπὸ τὸν λόγο του στὸν Μακάριο Βαρλαὰμ τὸν μάρτυρα, τοῦ ὁποίου λόγου ἡ ἀρχὴ εἶναι προηγουμένως οἱ θάνατοι τῶν ἁγίων:
«Ἀνάστητέ μοι νῦν, ὦ λαμπροὶ τῶν ἀθλητικῶν κατορθωμάτων ζωγράφοι, τὴν τοῦ στρατηγοῦ κολοβωθεῖσαν εἰκόνα ταῖς ὑμετέραις μεγαλύνατε τέχναις· Ἀμαυρότερον παρ’ ἐμοῦ τὸν στεφανίτην γραφέντα τοῖς τῆς ὑμετέρας σοφίας περιλάμψατε χρώμασιν. Ἀπέλθω τῇ τῶν ἀριστευμάτων τοῦ μάρτυρος παρ’ ὑμῶν νενικημένος γραφῇ· χαίρω τὴν τοιαύτην τῆς ὑμετέρας ἰσχύος σήμερον ἡττώμενος νίκην· ἴδω τῆς χειρὸς πρὸς τὸ πῦρ ἀκριβέστερον παρ’ ὑμῶν γραφομένην τὴν πάλην· ἴδω φαιδρότερον ἐπὶ τῆς ὑμετέρας τὸν παλαιστὴν γεγραμμένον εἰκόνος. Κλαυσάτωσαν δαίμονες καὶ νῦν ταῖς τοῦ μάρτυρος ἐν ὑμῖν ἀριστείαις πληττόμενοι. Φλεγομένη πάλιν αὐτοῖς ἡ χεὶρ καὶ νικῶσα δεικνύσθω. Ἐγγραφέσθω τῷ πίνακι καὶ ὁ τῶν παλαισμάτων ἀγωνοθέτης Χριστός, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας (: Σηκωθεῖτε τώρα, ἐξαίρετοί μου ζωγράφοι τῶν ἀθλητικῶν κατορθωμάτων καὶ μὲ τὶς τέχνες σας δῶστε μεγαλοπρέπεια στὴν παραμορφωμένη εἰκόνα τοῦ στρατηγοῦ· ἐπειδὴ ἐγὼ περιέγραψα ἀμυδρὰ τὸν στεφανωμένο μὲ τὴ νίκη, δῶστε του ἐσεῖς τὴ λάμψη ποὺ τοῦ πρέπει μὲ τὰ χρώματα τῆς σοφίας σας. Θὰ ἀποχωρήσω ἐγὼ ἡττημένος ἀπὸ τὴ δική σας παράσταση τῶν κατορθωμάτων τοῦ μάρτυρα. Χαίρομαι ποὺ σήμερα ἡττῶμαι ἀπὸ μία τέτοια νίκη τῆς δικῆς σας δυνάμεως.Βλέπω ζωγραφισμένη ἀπὸ σᾶς μὲ περισσότερη ἀκρίβεια τὴν πάλη τοῦ χεριοῦ μὲ τὴ φωτιά. Βλέπω πιὸ φωτεινὰ τὸν παλαιστὴ ζωγραφισμένο στὴ δική σας εἰκόνα. Ἂς κλάψουν οἱ δαίμονες καὶ τώρα ποὺ χάρη σὲ σᾶς πλήττονται ἀπὸ τὰ ἀριστεῖα τοῦ μάρτυρα. Ἂς ἐπιδειχθεῖ καὶ πάλι σὲ αὐτοὺς τὸ χέρι ποὺ καίεται καὶ νικᾶ. Ἂς ζωγραφισθεῖ στὴν εἰκόνα καὶ ὁ ἀγωνοθέτης τῆς πάλης Χριστός, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα αἰώνια)».
- Ἐπίσης τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀπὸ τὰ τριάντα κεφάλαια πρὸς Ἀμφιλόχιον Περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος (ἀπὸ τὸ κεφάλαιο 17):
«Ὅτι βασιλεὺς λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκών, καὶ οὐ δύο βασιλεῖς· οὔτε γὰρ τὸ κράτος σχίζεται οὔτε ἡ δόξα διαμερίζεται. Ὡς γὰρ ἡ κρατοῦσα ἡμῶν ἀρχὴ καὶ ἐξουσία μία, οὕτως καὶ ἡ παρ’ ἡμῶν δοξολογία μία καὶ οὐ πολλαί, διότι ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Ὃ οὖν ἐστιν ἐνταῦθα μιμητικῶς ἡ εἰκών, τοῦτο ἐκεῖ φυσικῶς ὁ υἱός. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν τεχνητῶν κατὰ τὴν μορφὴν ἡ ὁμοίωσις, οὕτω καὶ ἐπὶ τῆς θείας καὶ ἀσυνθέτου φύσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς θεότητός ἐστιν ἡ ἕνωσις (: Ἐπειδὴ καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ βασιλιᾶ λέγεται βασιλιάς, δὲν ὑπάρχουν δύο βασιλεῖς· γιατί οὔτε τὸ κράτος διαιρεῖται, οὔτε ἡ δόξα μοιράζεται. Ὅπως λοιπὸν ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ μᾶς κυβερνᾶ εἶναι μία, ἔτσι καὶ σὲ ἐμᾶς ἡ δοξολογία εἶναι μία καὶ ὄχι πολλές, γιατί ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας μεταβαίνει στὸ πρωτότυπο. Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ ἐδῶ εἶναι ἡ εἰκόνα κατ’ ἀπομίμηση, ἐκεῖ εἶναι φυσικῶς ὁ Υἱός. Καὶ ὅπως τὰ τεχνητὰ πράγματα ἡ ὁμοίωση ἀναφέρεται στὴ μορφή, ἔτσι καὶ στὴ θεία καὶ ἀσύνθετη φύση ἡ ἕνωση ὑπάρχει στὴν κοινωνία τῆς θεότητας)».
- (Σχόλιο Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ:) Ἂν ἡ εἰκόνα τοῦ βασιλιᾶ εἶναι ὁ βασιλιάς, καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου εἶναι ὁ ἅγιος, καὶ οὔτε τὸ κράτος διαιρεῖται οὔτε ἡ δόξα μοιράζεται, ἀλλὰ ἡ δόξα τῆς εἰκόνας γίνεται δόξα τοῦ εἰκονιζόμενου. Οἱ δαίμονες φοβοῦνται τοὺς ἁγίους καὶ φεύγουν ἀπὸ τὴ σκιά τους· σκιὰ ὅμως εἶναι καὶ ἡ εἰκόνα καὶ τὴν κατασκευάζω ὡς διώκτρια τῶν δαιμόνων. Ἂν ὅμως ἰσχυρίζεσαι ὅτι πρέπει μόνο νοερὰ νὰ ἑνώνεσαι μὲ τὸ Θεό, κατάργησε ὅλα τὰ ὑλικά, τὰ φῶτα, τὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα, τὴν ἴδια τὴν προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ τὴ φωνή, τὰ ἴδια τὰ θεῖα μυστήρια ποὺ τελοῦνται μὲ ὑλικὰ στοιχεῖα, τὸν ἄρτο, τὸν οἶνο, τὸ λάδι τοῦ χρίσματος, τὸ σχῆμα τοῦ σταυροῦ. Γιατί ὅλα αὐτὰ εἶναι ὕλη· ὁ σταυρός, τὸ σφουγγάρι καὶ τὸ καλάμι, ἡ λόγχη ποὺ τρύπησε τὴ ζωηφόρο πλευρά.Ἢ κατάργησε λοιπὸν τὸν σεβασμὸ ὅλων αὐτῶν, πρᾶγμα ἀδύνατο, ἢ μὴ ἀρνεῖσαι οὔτε τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων.
Δίνεται θεία χάρη στὰ ὑλικὰ στοιχεῖα μὲ τὴν προσαγόρευση τῶν εἰκονιζόμενων. Ὅπως εἶναι φτωχὸ τὸ κογχύλι καθεαυτὸ [:τὸ θαλασσινὸ κογχύλι ποὺ ἀναφέρει ἐδῶ ὁ ἱερὸς συγγραφέας ἦταν ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο παραγόταν τὸ βαθὺ κόκκινο χρῶμα, μὲ τὸ ὁποῖο ἔβαφαν τὶς πολυτελεῖς βασιλικὲς ἁλουργίδες.] καὶ τὸ μετάξι καὶ τὸ ἱμάτιο ποὺ ὑφαίνεται καὶ ἀπὸ τὰ δύο, καὶ δὲν ἔχει καμιὰ ἀξία καθεαυτό, ἂν ὅμως τὸ φορέσει ὁ βασιλιάς, ἀπὸ τὴν ἀξία ποὺ ὑπάρχει σὲ αὐτὸν ποὺ τὸ φοράει, δίνεται καὶ στὸ ἔνδυμα, ἔτσι καὶ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα, αὐτὰ καθεαυτὰ βέβαια εἶναι ἀπροσκύνητα, ὅταν ὅμως ὁ εἰκονιζόμενος εἶναι γεμάτος χάρη, μετέχουν κι αὐτὰ στὴ χάρη [Οἱ εἰκόνες εἶναι φορεῖς τῆς θείας χάριτος, ἀνάλογης πρὸς τὴ χάρη τοῦ εἰκονιζόμενου] ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη. Τὸν Κύριο τὸν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι μὲ τὰ σωματικὰ μάτια καὶ τοὺς ἀποστόλους τοὺς εἶδαν ἄλλοι καὶ τοὺς μάρτυρες ἄλλοι. Ποθῶ καὶ ἐγὼ νὰ τοὺς βλέπω μὲ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα καὶ νὰ τοὺς ἔχω φάρμακο ποὺ ἀπομακρύνει τὰ κακά, ἐπειδὴ ἔχει πλασθεῖ μὲ διπλὴ φύση, καὶ βλέποντας προσκυνῶ αὐτὸ ποὺ φαίνεται ὄχι ὡς Θεό, ἀλλὰ ὡς τίμιο εἰκόνισμα τιμίων προσώπων.
Ἐσὺ ἴσως ἔγινες ὑψηλὸς καὶ ἄυλος καὶ πάνω ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ σὰν ἄσαρκος περιφρονεῖς καθετὶ ποὺ βλέπεται, ἐγὼ ὅμως, ἐπειδὴ εἶμαι ἄνθρωπος καὶ φέρω σῶμα, ποθῶ καὶ σωματικῶς νὰ ἐπικοινωνῶ καὶ νὰ βλέπω τὰ ἅγια πράγματα. Δεῖξε συγκατάβαση στὸ ταπεινό μου φρόνημα, σὺ ὁ ὑψηλός, γιὰ νὰ διατηρήσεις τὸ δικό σου τὸ ὑψηλό. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὸν πόθο μου γι’ Αὐτὸν καὶ τοὺς φίλους Του, γιατί χαίρεται ὁ Κύριος, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ εὐγνώμων δοῦλος, εἶπε ὁ μέγας Βασίλειος, ἐγκωμιάζοντας τοὺς Σαράντα μάρτυρες.
Πρόσθεσε ὅμως καὶ αὐτὰ ποὺ λέει καὶ στὸν ἀείμνηστο Γόρδιο τιμώντας τον μὲ τὸ λόγο του.
- Τοῦ ἁγίου Βασιλείου ἀπὸ τὸν λόγο του στὸ μάρτυρα Γόρδιο.
«Εὐφραίνονται λαοὶ εὐφροσύνην πνευματικὴν ἐπὶ μόνῃ τῇ ὑπομνήσει τῶν τοῖς δικαίοις κατωρθωμένων εἰς ζῆλον καὶ μίμησιν τῶν ἀγαθῶν, ἀφ’ ὧν ἀκούουσιν, ἐναγόμενοι· ἡ γὰρ τῶν εὐπολιτεύτων ἀνδρῶν ἱστορία οἷόν τι φῶς τοῖς σῳζομένοις πρὸς τὴν τοῦ βίου ὁδὸν ἐμποιεῖ. Καὶ μετ’ ὀλίγα· Ὥστε, ὅταν διηγώμεθα τοὺς βίους τῶν διαπρεψάντων ἐν εὐσεβείᾳ, δοξάζομεν πρῶτον τὸν δεσπότην διὰ τῶν δούλων, ἐγκωμιάζομεν δὲ τοὺς δικαίους διὰ τῆς μαρτυρίας, ὧν ἴσμεν, εὐφραίνομεν δὲ τοὺς λαοὺς διὰ τῆς ἀκοῆς τῶν καλῶν (: Οἱ λαοὶ αἰσθάνονται πνευματικὴ εὐφροσύνη καὶ μὲ μόνη τὴν ἀνάμνηση αὐτῶν ποὺ ἔχουν κατορθώσει οἱ δίκαιοι, παρακινούμενοι σὲ ἅμιλλα καὶ μίμηση τῶν ἀγαθῶν ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦνε· γιατί ἡ ἐξιστόρηση τῆς καλῆς πολιτείας τῶν ἁγίων ἀνδρῶν σὰν κάποιο φῶς ὁδηγεῖ τοὺς σῳζόμενους στὸν δρόμο τῆς ζωῆς. Καὶ ὕστερα ἀπὸ μερικά. Ὥστε, ὅταν διηγούμαστε τοὺς βίους ἐκείνων ποὺ διέπρεψαν μὲ τὴν εὐσέβειά τους, δοξάζουμε πρῶτα τὸν Κύριο μέσῳ τῶν δούλων, καὶ ἐγκωμιάζουμε τοὺς δίκαιους μέσῳ τῆς μαρτυρίας αὐτῶν ποὺ ξέρουμε, καὶ εὐφραίνουμε τοὺς λαοὺς μὲ τὴν ἀκρόαση τῶν καλῶν ἔργων)».
- (Σχόλιο Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ:) Πρόσεχε ὅτι ἡ μνήμη τῶν ἁγίων ἀποτελεῖ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐγκώμιο τῶν ἁγίων καὶ χαρὰ καὶ σωτηρία τῶν λαῶν. Γιατί λοιπὸν τὴν ἀφαιρεῖς; Ὅτι ἡ μνήμη γίνεται μὲ τὸν λόγο καὶ τὶς εἰκόνες τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ θεσπέσιος Μέγας Βασίλειος.
ἐπιμέλεια κειμένου:
Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος




