ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΟΣΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΔΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΙΝ

Share:

 

ΕΡΩΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΟΣΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΔΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΙΝ

  Συχνὰ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη βλέπουμε νὰ ἐπανέρχεται στοὺς διαλόγους μεταξὺ τῶν θεολόγων τὸ ζήτημα τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι κοινὲς (ὡς χαρακτηρίζουσες τὴν Μία Οὐσία) καὶ τὸ εἰδικότερο ζήτημα, ἐὰν οἱ Ὑποστάσεις  τῆς Ἁγίας Τριάδος ἐνεργοῦν πάντοτε ἀπὸ κοινοῦ (ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται νὰ συνάγεται ἀπὸ τὸ δόγμα τῆς Κοινότητος τῶν Ἐνεργειῶν) ἢ ἐάν, ἐνδεχομένως, κάθε Ὑπόστασις μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει –τρόπον τινὰ- ἀπὸ μόνη Της –ὡς αὐτουργὸς (ὅμως, μία τέτοια «λειτουργικὴ» -ὡς πρὸς τὶς Ἐνέργειές Τους- διάκριση τῶν Ὑποστάσεων θὰ ἦταν, κατὰ τὴν ἐκτίμηση πολ­λῶν, ἀντίθετη πρὸς τὴν Κοινότητα τῶν Ἐνεργειῶν).

  Τὸ αὐτὸ θέμα τέθηκε καὶ στὸν διάλογο ποὺ δημοσιεύθηκε στὸ τεῦχος 1508 τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου μεταξὺ τοῦ π.Νικολάου Λουδοβίκου καὶ τοῦ κ. Π. Τομάζου.

  Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ θέλαμε ἁπλῶς νὰ παραπέμψουμε σὲ ἕνα κεφάλαιο ἀπὸ τὴν «Ἐν Χριστῷ Ζωὴν» τοῦ Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα (Λόγος Β, 532C κ.ἑ.), ὅπου ὁ Ἅγιος, ἐξηγώντας γιὰ ποιὸν λόγο κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ Βαπτίσματος ὁ ἱερεὺς ἐπικαλεῖται τὸ Ὄνομα ἑκάστης Ὑποστάσεως χωριστά, κάνει μία ἐνδιαφέρουσα διάκριση. Συγκεκριμένα γράφει: «Πολλῶν γὰρ ὄντων, οἷς ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος κτίσιν εὖ πεποίηκεν ὁ Θεός, οὐκ ἂν εὕροις οὐδέν, ὅ πρὸς τὸν Πατέρα ἀναφέρεται μόνον ἢ πρὸς τὸν Υἱὸν ἢ πρὸς τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ πάντα κοινὰ τῆς Τριάδος, ὅτι μιᾷ δυνάμει καὶ προνοίᾳ καὶ δημιουργίᾳ πάντα ποιεῖ». Ὅμως, «ἐπὶ δὲ τῆς οἰκονομίας καὶ τὸ ἡμέτερον ἀνώρθωσε γένος καὶ τοῦτο καινὸν ἐγένετο καὶ τὴν ἐμὴν σωτηρίαν ἐβουλήθη μὲν ἡ Τριὰς κοινὴ καὶ ὅπως ἂν γένοιτο πρου­νοήθη. Ἐνεργεῖ δὲ οὐκέτι κοινή, αὐτουργὸς γὰρ οὔτε ὁ Πατήρ, οὔτε τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ μόνος ὁ Λόγος…».

  Γιὰ τὸν ἅγιο Νικόλαο, λοιπόν, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τῶν  παραπάνω,  τὸ δό­γμα τῆς Κοινότητας τῶν Ἐνεργειῶν τῆς Μίας Οὐσίας δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Αὐτουργία τῆς Ὑποστάσεως τοῦ Λόγου κατὰ τὴν Ἐνσάρκωση. Διότι ναὶ μὲν ἡ Ἁγία Τριάδα ἐνεργεῖ –κατὰ κανόνα- ἀπὸ κοινοῦ, ὅμως, εἰδικῶς κατὰ τὴν Ἐνσάρκωση μόνος ὁ Λόγος ἐνήργησε, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι μόνος αὐτὸς «ἠνέσχετο σαρκὸς καὶ ἐπλήγη καὶ ὠδυνήθη καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη…».

  Δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ διευκρινίσουμε τὸ ζήτημα περισσότερο, μὴ ἔχοντας τὶς εἰδικὲς γνώσεις. Νομίζουμε, ὅμως, ὅτι τὸ παραπάνω κείμενο τοῦ ἁγίου Νικολάου εἶναι χρήσιμο καὶ πρέπει νὰ ἀξιοποιηθεῖ γιὰ τὴν πρόοδο τῆς συζήτησης.

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΕΙΣ ΟΣΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΔΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗΝ ΔΙΑΚΡΙΣΙΝ

Τοῦ κ. Γεωργίου Καραλῆ,

Πυρηνικοῦ ἰατροῦ

  Εὐχαριστῶ πρῶτον τὸν θεολόγο καὶ ὑποψήφιο διδάκτορα κύριον Παντελεήμονα Τομάζο, ὁ ὁποῖος κάνοντας κριτικὴ εἰς τὰ ἔργα τοῦ πατρὸς Λουδοβίκου, ἔθιξε τὸ θέμα τῶν λειτουργικῶν διαφορῶν εἰς τὰ πρόσωπα τῆς Παναγίας Τριάδος μὲ ἐνδιαφέροντα χωρία ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

  Εὐχαριστῶ θερμὰ καὶ τὸν ἀναγνώστη τοῦ Ο.Τ. ποὺ ἔθεσε μία σημαντικὴ ἐρώτηση, ἡ ὁποία χρῄζει περαιτέρω διευκρινήσεως ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀναφέρει κείμενο τοῦ Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, ποὺ ἰσχυρίζεται: «Πολλῶν γὰρ ὄντων, οἶς ἐκ τοῦ παντὸς αἰῶνος κτίσιν εὖ πεποίηκεν ὁ Θεός, οὐκ ἂν εὕροις οὐδέν, ὅ πρὸς τὸν Πατέρα ἀναφέρεται μόνον ἢ πρὸς τὸν Υἱὸν ἢ πρὸς τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ πάντα κοινά τῆς Τριάδος, ὅτι μιᾷ δυνάμει καὶ προνοίᾳ καὶ δημιουργίᾳ πάντα ποιεῖ». Ὅμως, «ἐπὶ δὲ τῆς οἰκονομίας καὶ τὸ ἡμέτερον ἀνώρθωσε γένος καὶ τοῦτο καινὸν ἐγένετο καὶ τὴν ἐμὴν σωτηρίαν ἐβουλήθη μὲν ἡ Τριὰς κοινὴ καὶ ὅπως ἂν γένοιτο προυνοήθη. Ἐνεργεῖ δὲ οὐκέτι κοινή, αὐτουργὸς γὰρ οὔτε ὁ Πατήρ, οὔτε τὸ Πνεῦμα, ἀλλὰ μόνος ὁ Λόγος…». [1]

  Μποροῦμε αὐτὸ νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε ὡς λειτουργικὴ διαφορὰ τῶν προσώπων τῆς Παν­αγίας Τριάδος; Ὁ ὅρος λειτουργικὴ διαφορὰ δὲν συναντᾶ­ται εἰς τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ βέβαια εἶναι ὅρος σύγχρονος, ἐν ταυτῷ ἀνήκει στὴν Δυτικὴ παράδοση καὶ μεταφέρεται στὴν ἑλλαδικὴ θεολογία ἀπὸ τὴν δογματικὴ τοῦ καθηγητοῦ Ν. Ματσούκα, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν δογματικὴ καὶ συμβολικὴ θεολογία σελίδα 112 γράφει: «στὴν ταυτότητα τῆς ἐνέργειας τῶν τριῶν προσώπων, ἡ ὁποία εἶναι ἀΐδια ἐξαιτίας τῆς θείας ἑνότητας, ἡ θεολογία στὴν οἰκονομικὴ τριάδα σὲ σχέση πρὸς τὴν κτίση, ἀντιπαραβάλλει τὴν ἑτερότητα τῶν διαφορετικῶν ἔργων τῶν τριῶν προσώπων: ὁ Πατέρας εἶναι προκαταρκτικὴ αἰτία κάθε σχέσης πρὸς τὴν κτίση, ὁ Υἱὸς ἀποκαλύπτει τὴν Τριάδα μὲ τὴν ἄσαρκη καὶ ἔνσαρκη παρουσία, πραγματώνοντας τὸ δημιουργικὸ καὶ ἀπολυτρωτικὸ ἔργο, καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τελειώνει τοῦτο τὸ ἔργο».

  Καλὸ θὰ ἦταν νὰ προσπαθήσουμε νὰ καταλάβουμε πρῶτον τὸν ὅρον λειτουργικὴ διαφορά, πρὶν προχωρήσουμε σὲ περαιτέρω ἀνάλυση. Σημαίνει ὅτι ὁ Πατὴρ ὡς ὑπόσταση ἐνεργεῖ ἰδιαιτέρως τὴν κοινὴ θέληση, ὁ Υἱὸς ἐνεργεῖ ἰδιαιτέρως καθὼς καὶ τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν δικό του τρόπο. Ἔχουν μὲν κοινὴ θέληση, θέλουν οἱ τρεῖς τὸ ἴδιο πρᾶγμα, ἀλλὰ ἐμφανίζουν τρία ἔργα, δηλαδὴ ἡ κάθε μία ἀπὸ τὶς θεῖες ὑποστάσεις εἰσφέρει ἴδιον ἔργον καὶ κατὰ συν­έπεια ἐπιτελοῦν μία διαφορετικὴ λειτουργία ἑκάστη, τόσο πολὺ ποὺ ἡ κάθε θεία ὑπόσταση ἔχει ἀνάγκη ἐκ τῆς ἄλλης, γιὰ νὰ ἐπιτελέσει καὶ τελειοποιήσει ἕνα ἔργο. Τοῦτο βεβαίως, εἶναι ἕνας ἀνθρώπινος τρόπος ἑρμηνείας βασιζόμενος ὄχι στὴ ἀποκάλυψη, ἀλλὰ στὴν ἀνθρώπινη κατανόηση. Ἂς πάρουμε γιὰ παράδειγμα τὸν Πέτρο καὶ τὸν Παῦλο, Ἀπόστολοι, καὶ οἱ δύο, ἤθελαν τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὸν κόσμο. Ὁ Πέτρος ἐπετέλεσε ἕνα ἔργο καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὁ Παῦλος ἐπετέλεσε ἄλλο ἔργο καὶ ἀπευθύνθη εἰς τοὺς ἐθνικούς. Ὅλοι τους ἤθελαν τὸ ἴδιο πρᾶγμα, δηλαδὴ τὴν διάδοση τοῦ εὐαγγελίου μὲ δύο διαφορετικοὺς τρόπους, ἤτοι μὲ δύο διαφορετικὰ ἔργα. Ὁ Πέτρος εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Παύλου, γιατί ἂν τοῦτο δὲν ὑπῆρχε ἡ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου θὰ εἶχε περιορισθεῖ μόνο εἰς τοὺς ἰουδαίους. Βεβαίως ὅσον ἀφορᾶ στὴν κτιστὴ ἀνθρωπίνη φύση, ὁ κάθε ἅγιος ὡς ὑπόσταση εἰσφέρει, ἐπιτελεῖ ἕνα διαφορετικὸ ἔργο, ὑπάρχει ἀνάγκη τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἁγίου, καθὼς ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ἐκ τῆς τοῦ Θεοῦ ἀκτίστου χάριτος, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής, καὶ γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ εἶναι ἕνα μετὰ τὴν ἀνάσταση, τὸ θέλημα τῶν ἁγίων μεταξύ τους: «Καὶ ἂν ὅσο κανένας πόθησε τόσο θὰ μεθέξει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθεῖ, μὲ τὸν λόγο τῆς φύσης θὰ ἀποδειχθεῖ μία θέληση ὅλων, ἐνῷ μὲ τὸν τρόπο τῆς κίνησής τους παρουσιάζεται διαφορετικὴ» [2] Στὸν ἄκτιστο ὅμως Θεὸ δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν τρία διαφορετικὰ ἔργα, γιατί ἐκεῖ ἕνα εἶναι τὸ θέλημα τῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος, τὸ ἴδιο ἔργο ἐπιτελεῖ ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Καὶ βέβαια θὰ εἶναι ἄτοπο νὰ ἰσχυρισθοῦμε ὅτι ὁ Πατὴρ ἔχει ἀνάγκη ἐκ τοῦ διαφορετικοῦ ἔργου τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Κατὰ συνέπεια τὸ θέλημα τῶν ἁγίων ὄχι μόνο μεταξύ τους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ μὲ κανένα τρόπο νὰ γίνει ἕνα «κι ἂν κατὰ τὸν τρόπο τῆς κίνησής τους δὲν εἶναι μία ἡ θέληση τῶν ἀνθρώπων, ποτὲ δὲν θὰ γίνει μία, ὅπως πίστεψαν μερικοί, μὲ κανένα τρόπο ἡ θέληση τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκείνων ποὺ σῴζονται, ἔστω καὶ ἂν εἶναι κοινὸ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἁγίους τὸ ἀντικείμενο τῆς θέλησής τους, δηλαδὴ ἡ σωτηρία ἐκείνων ποὺ σῴζονται, ποὺ εἶναι θεῖος σκοπός, σὰν κατάληξη ὅλων, ποὺ ἐπινοήθηκε πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ σύμπτωση τῆς θέλησης ἐκείνων ποὺ σῴζονται μεταξύ τους καὶ πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ σῴζει, ὅποτε θὰ εἰσχωρήσει ὅλος σὲ ὅλους γενικὰ καὶ στὸν καθένα ἰδιαίτερα ὁ Θεός, ποὺ μὲ τὸ μέτρο τῆς χάριτός του γεμίζει τὰ πάντα καὶ τὰ πάντα συμπληρώνουν αὐτὸν σὰν νὰ εἶναι μέλη του, ἑνωμένα μαζί του κατὰ τὴν ἀναλογία τῆς πίστεως τοῦ καθενός. Ἂν δηλαδὴ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ σῴζει ἀπὸ τὴν φύση του καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν φύση τους εἶναι νὰ σῴζονται, δὲν θὰ ἦταν ποτὲ τὸ ἴδιο αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του σῴζει μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τοῦ σῴζεται, ἔστω καὶ ἂν εἶναι καὶ τῶν δύο κοινὸς ὁ σκοπὸς ἡ σωτηρία ὅλων ποὺ ὁ Θεὸς τὴν προβάλλει καὶ οἱ ἅγιοι τὴν ἐκλέγουν μὲ τὴ θέλησή τους. Κι ἂν εἶναι ἴδιο καὶ ἕνα στὸν ἀριθμὸ τὸ θεῖο καὶ τὸ ἀνθρώπινο θέλημα, σύμφωνα μὲ ἐκείνους ποὺ ὑποστηρίζουν τὴν ἄποψη ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς μὲ τὸ θέλημά του θεμελίωσε ὅλους τοὺς αἰῶνες, θὰ εἶναι δημιουργὸς μὲ τὸ ἴδιο θέλημα, εἴτε φυσικὸ εἴτε γνωμικό, καὶ ὁ χορὸς τῶν ἁγίων, καὶ ἁπλῶς μὲ αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν φύση τους ταυτίζονται μὲ τὸ θεῖο, πρᾶγμα ποὺ νομίζω εἶναι ἄτοπο καὶ ἔργο διανοίας ποὺ πλανᾶται. Γιατί ἐφ’ ὅσον ὅλοι δὲν εἶναι δημιουργοί, ἢ μόνον ἀπόστολοι ἢ μόνο προφῆτες καὶ αὐτοὶ πάλι δὲν εἶναι ἢ μόνο Πέτρος ἢ μόνο Μωυσῆς καὶ δὲν ὑπάρχει μία μόνον ἀλλὰ πολλὲς διαμονὲς γιὰ τοὺς ἁγίους κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ μὲ τὸ φυσικὸ ἀγαθὸ θέλημα θὰ εἶναι τὸ ἴδιο στὴν φυσικὴ ποιότητα καὶ ποσότητα τὸ ἀνθρώπινο θέλημα ποὺ λειτούργησε κατὰ μίμησή του, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἀδύνατον (πῶς δηλαδὴ θὰ εἶναι τὸ ἴδιο αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν φύση του μετέχει μὲ αὐτὸ ποὺ μετέχεται τὸ μεθεκτικὸ μὲ τὸ μεθεκτό;) εἶναι ἀδύνατον μὲ κάθε τρόπο νὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ γνώμη τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ χοροῦ τῶν ἁγίων, ἔστω κι ἄν, ὅπως εἶπα, εἶναι ἕνα τὸ ἀντικείμενο τῆς θέλησης καὶ τῶν δύο, ἡ σωτηρία ὅλων, γύρω ἀπὸ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἕνωση τῶν θελημάτων». [3]

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ χωρίο τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι κατὰ τοὺς Πατέρες ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐκ τῆς οὐσίας καὶ ὅτι ἡ κάθε οὐσία ἔχει καὶ τὴν δική της ἐνέργεια. Δηλαδὴ ἡ ἄκτιστη οὐσία τοῦ Θεοῦ, ἔχει μόνο ἄκτιστη ἐνέργεια καὶ ἡ κτιστὴ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει μόνο κτιστὴ ἐνέργεια. Ἡ ἐνέργεια, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, φανερώνει τί εἴδους εἶναι ἡ φύση. Ἡ κτιστὴ ἐνέργεια προέρχεται μόνο ἀπὸ κτιστὴ φύση καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια προέρχεται μόνο ἀπὸ ἄκτιστη φύση. Ὅσα εἶναι τῆς ἴδιας οὐσίας εἶναι καὶ τῆς ἴδιας ἐνέργειας. Δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ ὁ Θεὸς νὰ ἔχει κτιστὴ καὶ ἄκτιστη ζωή. Ἂν εἶναι Θεός, δηλαδὴ ἂν ἔχει θεϊκὴ φύση, θὰ πρέπει νὰ ἔχει μόνο ἄκτιστη ζωή. Μόνο στὴν μυθολογία θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ συναντήσει φαντασιακὰ ὄντα ποὺ ἀποτελοῦνται ἀπὸ δύο μεικτὲς διαφορετικὲς φύσεις. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο δὲν μποροῦμε μὲ κανένα τρόπο νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετικῆς φύσεως ἀπὸ τὴν οὐσία Του, δηλαδὴ κτιστή.

  Πρέπει ἐπίσης νὰ ξέρουμε ὅτι ἄλλο εἶναι ἐνέργεια καὶ ἄλλο ἐνεργητικὸ καὶ ἄλλο ἐνέργημα καὶ ἄλλο αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ. Ἐνέργεια λοιπὸν εἶναι ἡ δραστικὴ καὶ οὐσιαστικὴ κίνηση τῆς φύσης. Ἐνεργητικὸ εἶναι ἡ φύση ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ἡ ἐνέργεια. Ἐνέργημα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνέργειας. Ἐνῷ αὐτὸς ποὺ ἐνεργεῖ εἶναι αὐτὸς ποὺ κάνει χρήση τῆς ἐνέργειας, δηλαδὴ ἡ ὑπόσταση. Λέγεται ἐπίσης καὶ ἡ ἐνέργεια ἐνέργημα, καὶ τὸ ἐνέργημα ἐνέργεια, ὅπως καὶ τὸ κτίσμα κτίση. Ἔτσι λέμε, ὁλόκληρη ἡ κτίση, θέλοντας νὰ δηλώσουμε τὰ κτίσματα [4] Ἐδῶ θὰ χρειστεῖ νὰ κάνουμε μία διευκρίνιση. Στὴν περίπτωση τοῦ ἀνθρώπου ἔχουμε πολλὲς ὑποστάσεις ποὺ ἐνεργοῦν γνωμικῶς, ξεχωριστὰ καὶ αὐτόνομα ἡ μία ἀπὸ τὴν ἄλλη. Δηλαδὴ ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Πέτρος ἢ ὁ Παῦλος. Ἐνέργημα εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Παύλου. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Πέτρος εἶναι ξεχωριστὸς ἀπὸ τὸν Παῦλο νομίζουμε ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι διαφορετική, δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐνέργεια δὲν προέρχεται ἀπὸ τὴ φύση, ἀλλὰ εἶναι προσωπική. Καὶ μιλᾶμε γιὰ προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ Πέτρου, ποὺ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ ἐνέργεια τοῦ Παύλου. Νομίζουμε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐνέργεια εἶναι ἐκ τοῦ προσώπου ἢ ὅπως ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι σήμερα, [5]ὅτι εἶναι δῆθεν ἡ δυνατότητα τῆς φύσεως νὰ γνωστοποιεῖ τὰ ξεχωριστὰ πρόσωπα, γιατί διαφοροποιεῖ κάθε ἄνθρωπο ἀπὸ ὅλους τοὺς συνανθρώπους του. Ἀλλὰ τέτοια φυσικὴ ἰδιότητα δὲν ὑπάρχει.

Κατὰ συνέπεια στὸν ἄνθρωπο, ἐπειδὴ ἐνεργεῖ γνωμικῶς, «ἡ κοινότητα καὶ ἡ συνάφεια καὶ ἡ ἑνότητα θεωρεῖται μὲ τὸν λόγο καὶ τὴν σκέψη. Γιατί σκεφτόμαστε μὲ τὸ νοῦ, ὅτι ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος εἶναι τῆς ἴδιας φύσεως καὶ ἔχουν μία φύση. Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτοὺς εἶναι ζῷο λογικὸ καὶ θνητό, καὶ ὁ καθένας εἶναι σάρκα ἐμψυχωμένη μὲ ψυχὴ λογικὴ καὶ νοερή. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ κοινὴ φύση εἶναι θεωρητὴ μὲ τὸν λόγο. Ἔπειτα οὔτε οἱ ὑποστάσεις βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη. Ἀλλὰ ἡ καθεμιὰ κατὰ ἰδιαίτερο τρόπο καὶ σὲ ἰδιαίτερο μέρος, εἶναι δηλαδὴ χωρισμένη καθ’ ἑαυτὴ καὶ ἔχει πάρα πολλὰ στοιχεῖα ποὺ τὴν διακρίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη (σημ. ἡμ., συμβεβηκότα). Γιατί καὶ κατὰ τὸν τόπο εἶναι ξεχωριστὲς καὶ κατὰ τὸν χρόνο διαφέρουν καὶ κατὰ τὴν γνώμη μερίζονται καὶ κατὰ τὴν δύναμη καὶ κατὰ τὴν μορφή, δηλαδὴ κατὰ τὸ σχῆμα καὶ τὴν ἕξη καὶ τὴν κράση καὶ τὴν ἀξία καὶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ἰδιώματα, περισσότερο ὅμως ἀπ’ ὅλα κατὰ τὸ ὅτι δὲν βρίσκονται ἡ μία στὴν ἄλλη, ἀλλὰ εἶναι ξεχωριστές. Γι’ αὐτὸ λέγονται καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνθρωποι καὶ πολλοί». [6]

Στὸν Θεὸ ὅμως δὲν συμβαίνει ἔτσι. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα ἂν συνέβαινε αὐτό, ἂν ὁ Θεὸς ἐνεργοῦ­σε γνωμικῶς, δὲν θὰ εἴχαμε ἕνα Θεὸ μὰ τρεῖς. Ἀλλὰ ἐμεῖς ξέρουμε ἀπὸ τὴν ἐν Χριστῷ ἀποκάλυψη ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μὲν τρισυπόστατος, ἀλλὰ εἶναι ἕνας. Γιατί «ἐκεῖ (σημ. ἡμ., δηλαδὴ στὴν Τριάδα) ἡ κοινότητα καὶ ἡ ἑνότητα θεωρεῖται κατὰ τὰ πράγματα, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ συναϊδιότητα καὶ ἡ ταυτότητα τῆς οὐσίας καὶ τῆς ἐνέργειας καὶ τοῦ θελήματος καὶ ἡ σύμπνοια τῆς γνώμης καὶ ἡ ταυτότητα τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἀγαθότητος (δὲν λέμε ὁμοιότητα ἀλλὰ ταυτότητα) καὶ μοναδικότητα κινήσεως. Μία λοιπὸν εἶναι ἡ οὐσία, μία ἡ ἀγαθότητα, μία δύναμη, μία θέληση, μία ἐνέργεια, μία ἐξουσία, μία καὶ ἡ αὐτή, ὄχι τρεῖς ὅμοιες μεταξύ τους, ἀλλὰ μία καὶ ἡ αὐτὴ κίνηση τῶν τριῶν ὑποστάσεων». [7]

Εἶναι λοιπὸν προφανὲς ὅτι ὁ ἐνεργῶν στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὁ Πατὴρ ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα. Ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Θεός: ὁ Πατὴρ σὺν τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Πνεύματι. Αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι λειτουργικὴ διαφορά, οὔτε βέβαια σημαίνει ὅτι ἡ κάθε ὑπόσταση εἰσφέρει κάποια ἰδιαιτέρα χάρη, οὔτε βέβαια ὅτι ἐπιτελεῖ διαφορετικὸ ἔργο, γιατί ὁ Πατὴρ δὲν ἐνεργεῖ ὡς ὑπόσταση, ἀλλὰ ὡς Θεὸς καὶ ὁ Υἱὸς δὲν ἐνεργεῖ σὰν ὑπόσταση, ἀλλὰ ὡς Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα δὲν ἐνεργεῖ ὡς ὑπόσταση, ἀλλὰ ὡς Θεός. Καὶ ἐπειδὴ Θεὸς εἶναι ὁ Πατήρ, Θεὸς καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, ἡ ἐνέργεια εἶναι μία καὶ ἕνας εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἐνεργεῖ. Ὁ Θεὸς τῶν ὅλων καὶ Πατέρας θὰ μποροῦσε θεωρητικὰ νὰ θέλει κάτι εἴτε ὡς Πατέρας εἴτε ὡς Θεός. Ἀλλὰ ἂν θὰ ἤθελε σὰν Πατέρας τὸ θέλημά του θὰ ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ του. Γιατί ὁ Υἱὸς δὲν εἶναι Πατέρας. Ἂν ὅμως ὁ Πατὴρ θέλει μόνο κατὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεός, Θεὸς εἶναι καὶ ὁ Υἱός, Θεὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Ἄρα τὸ θέλημά τους αὐτό, εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς φύσεώς τους, δηλαδὴ φυσικό. [8]

Κατὰ συνέπεια ὅποιος ἐν Πνεύματι γνωρίζει τὸν Υἱόν, γνωρίζει καὶ τὸν Πατέρα καὶ ὅποιος βλέπει τὸν Υἱὸν ἐν Πνεύματι, βλέπει καὶ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ καταλαβαίνουμε πιὰ ξεκάθαρα ὅτι στὴν περίπτωση τοῦ Θεοῦ δὲν μποροῦμε νὰ μιλᾶμε οὔτε γιὰ προσωπικὲς ἐνέργειες, οὔτε γιὰ λειτουργικὲς διακρίσεις, εἰς τὶς ὁποῖες ὑποκρύπτονται προσωπικὲς ἐνέργειες καὶ διαφορετικὰ ἔργα. Ἀλλὰ τί μπορεῖ ἄραγε νὰ σημαίνει ἑτερότητα τῶν διαφορετικῶν ἔργων τῶν τριῶν προσώπων; Σὰν ἔργο ἐννοεῖται ἡ κτίση; Ἂν σὰν ἔργο ἐννοεῖται ἡ κτίση τότε ἡ δημιουργία δὲν εἶναι κοινή, ἂν ὑπάρχουν λειτουργικὲς διαφοροποιήσεις. Ἄπαγε τῆς βλασφημίας. Ἂν κάποιος ἀπαντήσει ἡ δημιουργία μὲν εἶναι κοινή, ἀλλὰ ἡ κάθε ὑπόστασις ἐνεργεῖ μὲ ἴδιον τρόπο, τότε θὰ συμπεράνουμε δύο τινά:

α) ἡ κάθε θεία ὑπόστασις θὰ ἔχει ἀνάγκη ἐκ τῆς ἄλλης, γιὰ νὰ ἐπιτελέσει ἕνα ἔργο. Ἂν ὅμως αὐτὸ ἰσχύει, τότε θὰ φθάσουμε εἰς τὸ ἄτοπο ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι ἡ προκαταρκτικὴ αἰτία, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιτελέσει ἕνα ἔργο καὶ ἔχει ἀνάγκη διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ οἱ δύο ἐκ τοῦ Πνεύματος, γιὰ νὰ τελειοποιήσουν τὸ ἔργο ποὺ οἱ ἴδιοι δὲν μποροῦν νὰ κάνουν. Ἑπομένως ὁ Πατὴρ μόνον εὐδοκεῖ καὶ δὲν εὐδοκεῖ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα, ἡ εὐδοκία λοιπὸν γίνεται ὑποστατικὸ ἰδίωμα, ὁ Υἱὸς πραγματοποιεῖ τὴν εὐδοκία, ποὺ ὁ Πατὴρ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κάνει, καὶ τὸ Πνεῦμα τελειοποιεῖ τὸ ἔργον ποὺ οὔτε ὁ Πατὴρ οὔτε ὁ Υἱὸς δὲν δύνανται νὰ ἐπιτελέσουν. Κατὰ συνέπεια ἡ πραγματοποίησις ἑνὸς ἔργου μετατρέπεται σὲ ὑποστατικὸ ἰδίωμα ποὺ ἀνήκει μόνο στὸν Υἱὸ καὶ ἡ τελειοποίησις σὲ ὑποστατικὸ ἰδίωμα ποὺ ἀνήκει μόνο εἰς τὸ Πνεῦμα. Δηλαδὴ τὰ κοινὰ γίνονται ὑποστατικὰ ἰδιώματα. Μπορεῖ βέβαια κάποιος νὰ ἰσχυρισθεῖ ὅτι αὐτὰ ἀνήκουν στὴν οἰκονομία, ἢ ὅπως ἰσχυρίζεται, ὁ καθηγητὴς Ν Ματσούκας στὴν οἰκονομικὴ Τριάδα!, καὶ δὲν μεταφέρονται στὴν θεολογία. Ἂς ἀκούσουμε λοιπὸν τὸν Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό: «ἂν ὅμως μερικοὶ λένε, ὅπως ἀκριβῶς οἱ πατέρες εἶπαν, κάνοντας λόγο γιὰ τὴν Ἁγία Τριάδα, ὅτι ὅποιων ἡ οὐσία εἶναι μία, αὐτῶν εἶναι μία καὶ ἡ ἐνέργεια, καὶ ὅποιων εἶναι διαφορετικὴ ἡ οὐσία, αὐτῶν διαφορετικὴ θὰ εἶναι καὶ ἡ ἐνέργεια, καὶ ὅτι δὲν πρέπει τὰ ἀναφερόμενα στὴν θεολογία νὰ τὰ μεταφέρουμε στὴν οἰκονομία, θὰ ποῦμε. Ἂν ὅλα αὐτὰ ἔχουν λεχθεῖ ἀπὸ τοὺς πατέρες μόνο γιὰ τὴν θεολογία καὶ δὲν εἶναι πιὰ μετὰ τὴν σάρκωση, ὁ Υἱὸς τῆς ἴδιας ἐνέργειας μὲ τὸν Πατέρα, τότε οὔτε τῆς ἴδιας οὐσίας θὰ εἶναι». [9]

β) ὁ Πατὴρ ἐνεργεῖ ὡς Πατήρ, καθὼς καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα ἐνεργοῦν ὡς πρόσωπα καὶ ὄχι σὰν Θεός, δηλαδὴ πρόκειται περὶ προσωπικῶν ἐνεργειῶν. Ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἦταν προσωπικὴ τότε θὰ ἔπρεπε ἡ ἐνέργεια τοῦ Πατρὸς νὰ ἦταν κατ’ ἀνάγκη διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Υἱοῦ καὶ τὴν ἐνέργεια τοῦ Πνεύματος. Κὰ ἂν θὰ ἦταν διαφορετικὲς οἱ ἐνέργειές τους, θὰ εἴχαμε τρεῖς Θεούς. Καὶ πάλι ἂν οἱ ἐνέργειές τους ἦταν προσωπικές, τότε θὰ ἦταν καὶ ἀκοινώνητες μεταξύ τους. Καὶ ἂν θὰ συνέβαινε αὐτό, θὰ ἦταν κτιστὲς ἢ ἀκτιστές; Γι’ αὐτὸ καὶ γιὰ νὰ ἔχουμε σωστὴ γνώση Θεοῦ δὲν πρέπει νὰ μιλᾶμε γιὰ κοινωνία προσώπων, ἀλλὰ γιὰ φυσικὴ ταυτότητα τῶν Τριῶν. Δὲν γνωρίζουμε τὸν Θεὸ σὰν Πατέρα, ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται στὴν φύση μας μέσῳ τῶν θείων ἐνεργειῶν, Ναὶ μὲν ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχει διάκριση μεταξὺ κτιστῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ ἀκτίστου Θεοῦ, αὐτὴ ὅμως ἡ διάκριση δὲν ἐμποδίζει τὴν κοινωνία καὶ μέθεξη μὲ τὸ μεθεκτὸ τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὶς Ἐνέργειές Του. Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἐνεργῶν εἶναι ὁ Πατήρ, σὺν τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, μποροῦμε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐν ἁγίῳ Πνεύματι νὰ δοῦμε τὸν Υἱὸν καὶ ὅποιος βλέπει τὸν Υἱὸν βλέπει καὶ τὸν Πατέρα καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ ἔχουμε κοινωνία καὶ γνώση Θεοῦ, ὅση βέβαια μᾶς παραχωρεῖται.

Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐπεξηγεῖ καλύτερα: «Ὁ δὲ Λόγος ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀποχωρισμένος ἀπὸ τὸν Πατέρα, οὔτε ἀνόμοιος καὶ ξένος τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, αὐτὰ ποὺ κάνει εἶναι ἔργα τοῦ πατρὸς (δὲν ὑπάρχει λειτουργικὴ διάκριση, οὔτε ἰδιαίτερο ἔργο, σημ. ἡμ ) καὶ κάνει κοινὴ τὴν δημιουργία. Καὶ αὐτὰ ποὺ δίδει ὁ Πατήρ, αὐτὰ εἶναι δωρεὰ τοῦ Πατρός. Καὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει ἰδεῖ τὸν Υἱόν, γνωρίζει ὅτι μὲ τὸ νὰ ἰδεῖ τοῦτον, δὲν ἔχει ἰδεῖ οὔτε ἄγγελον, οὔτε κάποιον ἀνώτερον τῶν ἀγγέλων, οὔτε γενικὰ κάποιο ἀπὸ τὰ δημιουργήματα, ἀλλὰ τὸν ἴδιον τὸν Θεόν. Καὶ αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸν Λόγον, γνωρίζει ὅτι ἀκούει τὸν Πατέρα, ὅπως ὁ φωτιζόμενος ὑπὸ τῆς ἀκτῖνος, γνωρίζει ὅτι φωτίζεται ὑπὸ τοῦ ἡλίου» [10] καὶ συνεχίζει: «Διότι εἷς Θεὸς ὑπάρχει αὐτὸ ποὺ ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν Λόγον καὶ ἕνας Θεὸς ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ὑπεράνω ὅλων. Καὶ φαίνεται δὲ καὶ εἰς τὸν Υἱὸν κατὰ τὸ διὰ πάντων διήκει, καὶ εἰς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲ κατὰ τὸ ἐν ἅπασιν διὰ τοῦ Λόγου ἐν αὐτῷ ἐνεργεῖν» [11] καὶ συνεχίζει: «Διότι ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας καὶ ὄχι πολλοὶ καὶ ἕνας ὁ Λόγος ὄχι πολλοί. Διότι ὁ Λόγος εἶναι Θεὸς καὶ μόνον αὐτὸς ἔχει τὴν πατρικὴ μορφή. Ἐπειδὴ ἦτο ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Σωτὴρ ( σημ. ἡμ., ὁ Λόγος ποὺ ἐνσαρκώθη) ἔκανε τοὺς ἰουδαίους νὰ ἐντρέπονται μὲ τὸ νὰ λέγει: ὁ Πατὴρ ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέσταλκε, ἐκεῖνος ἔχει ὁμιλήσει περὶ ἐμοῦ. Οὔτε ὅμως ἔχετε ἀκούσει ποτὲ τὴν φωνή του, οὔτε ἔχετε δεῖ τὴν μορφή του. Καὶ δὲν ἔχετε μέσα σας τὸν Λόγον του, διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἀπέστειλε δὲν τὸν πιστεύετε. Τὸν δὲ Λόγον συνῆψε τῷ εἴδει καλῶς, διὰ νὰ δείξει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὁ ἴδιος εἶναι εἰκὼν καὶ ἀποτύπωμα καὶ μορφὴ τοῦ Πατρός του, καὶ ὅτι οἱ ἰουδαῖοι, αὐτοὶ ποὺ δὲν ἐδέχθηκαν τὸν ὁμιλοῦντα, δὲν ἐδέχθηκαν τὸν Λόγον, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν εἶχαν ἀντιληφθεῖ καὶ ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ καὶ ηὐλογήθη, καὶ ἀντὶ Ἰακὼβ ὠνομάσθη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ Ἰσραήλ, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγουσα, «ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος εἰς αὐτόν, ὅταν ἐπέρασε τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ» (Γὲν 32,31). Αὐτὸ δὲ ἐσήμανε ὁ λέγων «ὁ ἐμὲ ἑωρακὼς ἑώρακε τὸν Πατέρα» (Ἰω 14,9)καί, «ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστιν»(Ἰω 14,10) καὶ «ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἓν ἐσμέν» (Ἰω 14,30) διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον «εἷς ἐστιν ὁ Θεὸς» (Δευ 6,4) καὶ μία ἡ πίστις εἰς τὸν Υἱὸν καὶ τὸν Πατέρα. Διότι ἂν καὶ εἶναι Θεὸς ὁ Λόγος, πάλι ἕνας εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν. Διότι ὁ Υἱὸς ἀνήκει εἰς τὸν ἕνα Θεὸ καὶ εἶναι ἀδιαίρετος κατὰ τὴν ἰδιότητα καὶ ταυτότητα τῆς οὐσίας». [12]

Κατὰ τὸν μέγα αὐτὸ Πατέρα ὁ Λόγος εἶναι μορφὴ τοῦ Πατρός, θέληση τοῦ Πατρός, προκαταρκτικὴ αἰτία τῆς δημιουργίας τῶν ὅλων [13], Σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς ἄγγελος ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἐνσάρκωση. «Εἰς τὸν καθένα λοιπὸν εἶναι φανερόν, ὅτι ἔνθα καὶ ἄγγελος καὶ Θεὸς ὁ αὐτὸς προσηγορεύεται, ὁ Μονογενής ἐστι δηλούμενος, ἐμφανίζων ἑαυτὸν κατὰ γενεὰν τοῖς ἀνθρώποις, καὶ διαγγέλλει τὸ θέλημα τοῦ πατρὸς εἰς τοὺς ἁγίους του. Ὥστε ὅταν καὶ εἰς τὸν Μωυσῆν ὀνομάζει τὸν ἑαυτό του ὄντα, οὐκ ἄλλως τὶς παρὰ τὸν Θεὸν Λόγον, ὁ ὁποῖος ἀπ’ ἀρχῆς συνυπάρχει πρὸς τὸν Θεὸν» [14]. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὅταν ἐνεργεῖ ὁ Πατήρ, σὺν τῷ Λόγῳ ἐνεργεῖ, γιατί οὗτος ἐστὶ ἡ σοφία καὶ ἡ δύναμις τοῦ Πατρὸς καὶ ὄχι διὰ μέσου κάποιου ἄλλου. Αὐτὸ δὲν εἶναι μία λειτουργικὴ διάκριση, δὲν σημαίνει ὅτι τρία εἶναι τὰ ἔργα τῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος, ἀλλὰ ὁ τρόπος ποὺ ἡ Παναγία Τριὰς ἐνεργεῖ ὡς εἷς Θεὸς ἐκ Πατρὸς σὺν Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι. «διότι καὶ ἂν ὁ Πατὴρ δίδει, ἡ χάρις δίνεται διὰ Υἱοῦ. Καὶ ὅταν λέγεται ὅτι ὁ Υἱὸς δίνει χαρίσματα, ὁ Πατὴρ εἶναι αὐτὸς ποὺ προσφέρει διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ μὲ τὸν Υἱόν. Εὐχαριστῶ λέγει ὁ Ἀπόστολος γράφων πρὸς Κορινθίους τὸν Θεόν μου πάντοτε δι’ ἐσᾶς διὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σᾶς ἐδόθη διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἴδιο δὲ πρᾶγμα θὰ μποροῦσε νὰ παρατηρήσει κανεὶς καὶ εἰς τὴν περίπτωση τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀκτινοβολίας. Δηλαδή, ὅ,τι πρᾶγμα φωτίζει τὸ φῶς, τὸ ἴδιο καταυγάζει ἡ ἀκτινοβολία. Καὶ αὐτὸ ποὺ καταυγάζει ἡ ἀκτίνα ἀπὸ τὸ φῶς εἶναι ὁ φωτισμός. Ἔτσι καὶ ὅταν βλέπεται ὁ Υἱὸς βλέπεται καὶ ὁ Πατήρ, διότι εἶναι ἀπαύγασμα τοῦ Πατρός. Καὶ ἔτσι ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱὸς εἶναι ἕνα» [15].

Μόνος ὁ Λόγος, ὅπως λέει καὶ ὁ Ν. Καβάσιλας, ἐσαρκώθη ἔπαθε καὶ ἀνέστη. Θὰ πρέπει κανεὶς νὰ γνωρίζει ὅτι κοινὴ ἦταν ἡ θέληση τῆς Παναγίας Τριάδος καὶ ὁ Λόγος δὲν ἀποφάσισε ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ σαρκωθεῖ, ὅπως πάλι σωστὰ λέει ὁ Ν. Καβάσιλας. Ὁ Υἱὸς τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Τριάδος γίνεται ἄνθρωπος προσλαμβάνει τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, γιὰ νὰ θεοποιήσει τὸν ἄνθρωπον θεὸ καὶ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει ὅλα αὐτὰ ποὺ οἱ προφῆτες ἐν σκιᾷ προεῖδον, δηλαδὴ τὸ μυστήριον τῆς Παναγίας Τριάδος. Καὶ πάλι ὁ Υἱὸς ποὺ ἐνσαρκώνεται, ἐπειδὴ δὲν κινεῖται γνωμικῶς ἀλλὰ φυσικῶς, δὲν ἔχει καμμιὰ γνωμικὴ ἰδιαιτερότητα, δὲν ἐπιτελεῖ τὸ ἴδιον ἔργον, ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦ Πατρός, ὅπως πολὺ ὀρθῶς διατυπώνει ὁ ὅρος τῆς τετάρτης οἰκουμενικῆς συνόδου: Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις πατράσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὁμολογεῖν υἱὸν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν συμφώνως ἅπαντες ἐκδιδάσκομεν, τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν θεότητι καὶ τέλειον τὸν αὐτὸν ἐν ἀνθρωπότητι, Θεὸν ἀληθῶς καὶ ἄνθρωπον ἀληθῶς τὸν αὐτὸν ἐκ ψυχῆς λογικῆς καὶ σώματος, ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ κατὰ τὴν θεότητα, καὶ ὁμοούσιον τὸν αὐτὸν ἡμῖν κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, κατὰ πάντα ὅμοιον ἡμῖν χωρὶς ἁμαρτίας· πρὸ αἰώνων μὲν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα κατὰ τὴν θεότητα, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ τῶν ἡμερῶν τὸν αὐτὸν δι᾿ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐκ Μαρίας τῆς παρθένου τῆς Θεοτόκου κατὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Χριστόν, υἱόν, Κύριον, μονογενῆ, ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως γνωριζόμενον, οὐδαμοῦ τῆς τῶν φύσεων διαφορᾶς ἀνῃρημένης διὰ τὴν ἕνωσιν, σῳζομένης δὲ μᾶλλον τῆς ἰδιότητος ἑκατέρας φύσεως καὶ εἰς ἓν πρόσωπον καὶ μίαν ὑπόστασιν συντρεχούσης, οὐκ εἰς δύο πρόσωπα μεριζόμενον ἢ διαιρούμενον, ἀλλ᾿ ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν υἱὸν καὶ μονογενῆ, θεὸν Λόγον, Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καθά περ ἄνωθεν οἱ προ­φῆται περὶ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἐξεπαίδευσε καὶ τὸ τῶν πατέρων ἡμῖν παραδέδωκε σύμβολον.

Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψη τὴν ὁποία πολλοὶ μοντέρνοι θεολόγοι σήμερα, καὶ δὴ παραδοσιακοί!, ὑποστηρίζουν, δηλαδὴ τὴν λειτουργικὴ διάκριση τῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος, λέγοντας: ὁ Υἱὸς ἀποκαλύπτει τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ἀποκαλύπτει τὸν Υἱόν, ὡς ξεχωριστὰ καὶ ἰδιαίτερα ἔργα. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθό, γιατί καὶ ἀπὸ τὴν Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τὰ λεγόμενά τους ἀντιστρέφονται. Ὁ Υἱὸς μὲν ἀποκαλύπτει τὸν Πατέρα, αὐτὸ ὅμως δὲν θεωρεῖται ἕνα ἰδιαίτερο ἔργο τοῦ Υἱοῦ, γιατί καὶ ὁ Πατὴρ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου καὶ φυσικὸς Υἱός του. Τί σημασία, ἂν δὲν ἦταν ἔτσι, ἔχουν καὶ τὰ λόγια τῶν Γραφῶν ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε, ἐκεῖνος ἔχει ὁμιλήσει περὶ ἐμοῦ καὶ ἀκόμη αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, αὐτὸν νὰ ἀκοῦτε καὶ μακαρίζει τὸν Πέτρο ποὺ ἔδωσε τὴν ὁμολογία πίστεως, λέγοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ὁμολόγησε τοῦ τὸ ἀπεκάλυψε ὁ Πατήρ. Ὅπως βέβαια δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψη ποὺ ὑποστηρίζει, ὅτι τὸ Πνεῦμα τελειώνει τὸ ἔργον ποὺ προκαταρκτικὴ ἀρχὴ εἶναι ὁ Πατήρ, ποιητικὴ ὁ Υἱὸς καὶ τελειωτικὴ τὸ Πνεῦμα. Ἂν ἦταν ἔτσι τότε ὁ Υἱὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τελειοποιήσει τὸ ἔργον. Ἂν ὅλες αὐτὲς οἱ ἐκφράσεις σήμαιναν λειτουργικὲς διαφορές, τότε  τί νόημα θὰ δίναμε στὶς Γραφὲς ποὺ λένε ὅτι ὁ Υἱὸς ἦλθε νὰ τελειώσει τὸ ἔργον τοῦ Πατρός, ἢ ἀκόμη  τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω ἢ καὶ τὸ τετέλεσται ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν σταυρό;  Θὰ ἦταν πιὸ σωστὸ νὰ ποῦμε ὅτι μὲ τὴν ἐνσάρκωση ὁ Υἱὸς ἀποκαλύπτει τὸ μυστήριον τῆς Παν­αγίας Τριάδος.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπικυρώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει καμία λειτουργικὴ διάκριση τῶν προσώπων τῆς Παναγίας Τριάδος, λέγοντας. [16] “Δὲν θεωρεῖται ὁ Πατέρας ἐξαιτίας τῆς διαφορετικότητας τῶν ἔργων, ἐπειδὴ ἐπιδεικνύει ἰδιαίτερη καὶ ξεχωριστὴ ἐνέργεια («ὅσα βλέπει ὁ Υἱὸς τὸν Πατέρα νὰ κάνει, αὐτὰ κάνει καὶ ὁ Υἱὸς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο»), ἀλλὰ ἐξαιτίας τῆς δόξας ποὺ ἀποδίδεται σὲ Αὐτὸν ἀπὸ τὸν Μονογενῆ, ἀπολαμβάνει τὸ θαῦμα τῶν ὅσων γίνονται, πέρα ἀπὸ τὸ μέγεθος τῶν δημιουργημάτων, χαίροντας καὶ ὑψούμενος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ Τὸν ἀναγνωρίζουν ὡς Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἔγιναν ὅλα καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο ὑπάρχουν ὅλα. Γι’ αὐτὸ λέει ὁ Κύριος «Ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου»… Ὄχι ἐπειδὴ ἔχει ἀνάγκη βοήθειας γιὰ τὴν ἐνέργεια, οὔτε ἐπειδὴ τοῦ ἔχει ἀνατεθεῖ ἡ διακονία κάθε ἐπιμέρους ἔργου μὲ ἐπιτροπές, κάτι ποὺ εἶναι λειτουργικὸ καὶ πολὺ λιγότερο ἀπὸ τὴ θεία ἀξία. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Λόγος, πλήρης τῶν πατρικῶν ἀγαθῶν (σημ. ἡμ.: ὡς ὁμοούσιος τῷ Πατρί, φυσικὴ ὄντας εἰκὼν αὐτοῦ) ποὺ λάμπει ἀπὸ τὸν Πατέρα, κάνει τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὴν ὁμοιότητα τοῦ Πατέρα ποὺ Τὸν γέννησε. Γιατί ἂν κατέχει τὴν οὐσία χωρὶς διαφορά, θὰ κατέχει χωρὶς διαφορὰ καὶ τὴ δύναμη. Καὶ ὅπου ἡ δύναμη εἶναι ἴση, ἐξίσου εἶναι καὶ ἡ ἐνέργεια”.

Σημειώσεις:

[1] Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Νικολάου Καβάσιλα, ὑπὸ Π. Χρήστου, Φιλοκαλία, πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, 22 σελ, 328.

[2] Κεφάλαια θεολογικὰ καὶ πολεμικά, Μάξιμος Ὁμολογητής, ὑπὸ Π. Χρήστου, Φιλοκαλία, πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, 15 Α, σελ, 31.

[3] Κεφάλαια θεολογικὰ καὶ πολεμικά, Μάξιμος Ὁμολογητής, ὑπὸ Π. Χρήστου, Φιλοκαλία, πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, 15 Α, σελ, 33.

[4] Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως 59 (III,15) ἐκδόσεις Πουρναρᾶ Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 273.

[5] Βλέπε Χρήστου Γιανναρᾶ «τὸ ἀλφαβητάρι τῆς πίστης» σελίδα 71 καὶ 72 Ἐκδόσεις Δόμος

[6] Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Ὑπὸ Ν. Ματσούκα, Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος 8 (1, 8) Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1989 σελίδα 62-64.

[7] Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβής της ὀρθοδόξου πίστεως; Ὑπὸ Ν. Ματσούκα, Περὶ τῆς Ἁγίας Τριάδος 8, (1, 8) Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ σελίδα 64.

[8] Ἰωάννης Δαμασκηνὸς Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως; Ὑπὸ Ν. Ματσούκα, Περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ 58(III,14). Ἐκδόσεις Πουρναρᾶ σελίδα 264-266.

[9] “Εἰ δέ λέγοιεν, ὡς περί τῆς Ἁγίας Τριάδος διαλεγόμενοι οἱ πατέρες οἱ ἃγιοι ἒφασαν· ὧν ἡ οὐσία μία, τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια, καὶ ὧν διάφορος ἡ οὐσία, τούτων διάφορος καὶ ἡ ἐνέργεια, καί ὡς οὑ χρή τά τῆς θεολογίας ἐπί τήν οἰκονομίαν μετάγειν, ἐροῦμεν· εἰ επί τῆς θεολογίας μόνον εἲρηται τοῖς πατράσιν, καί οὐκ ἒτι μετά την σάρκωσιν τῆς αὐτῆς ἐνεργείας ὁ Υἱός τῷ Πατρί οὐδέ τῆς αὐτῆς ἒσται οὐσίας”. Ἰωάννης Δαμασκηνός. Ἔκδοσις ἀκριβὴς ὀρθοδόξου πίστεως. Πατερικαὶ ἐκδόσεις Γρηγόριος Παλαμᾶς, ἔκδοσις Πουρναρᾶ 1989 σελὶς 278.

[10] Μ. Ἀθανάσιος, κατὰ ἀρειανῶν Γ΄. Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς» ὑπὸ Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1975 σελ 53.

[11] Μ. Ἀθανάσιος, κατὰ ἀρειανῶν Γ΄. Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς» ὑπὸ Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1975 σελ. 57.

[12] Μ. Ἀθανάσιος, κατὰ ἀρειανῶν Γ΄. Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς» ὑπὸ Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1975 σελ 59/61.

[13] Ἰωάννη Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς ὀρθοδόξου πίστεως, ὑπὸ Ν. Ματσούκα ἔκδοσις Πουρναρᾶ. Θεσσαλονίκη 1989 σελ 83.

[14] Μ. Βασίλειος, Ἀνατρεπτικὸς Ἀπολογητικοῦ Εὐνομίου β΄, Ὑπὸ Παναγιώτου Χρήστου, Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς» Θεσσαλονίκη 1974 σελ. 175.

[15] Μ. Ἀθανάσιος, κατὰ ἀρειανῶν Γ΄. Πατερικαὶ ἐκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμᾶς» ὑπὸ Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1975 σελ 51.

[16] Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Μέγας Βασίλειος Migne PG 32, 100D-104B: «Οὐ γὰρ ἐκ τῆς τῶν ἔργων διαφορᾶς ὁ Πατὴρ θεωρεῖται, τῷ ἰδιάζουσαν καὶ κατακεχωρισμένην ἐνέργειαν ἐπιδείκνυσθαι.

«(ὅσα γὰρ βλέπει τὸν Πατέρα ποιοῦντα, ταῦτα καὶ ὁ Υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ»), ἀλλ’ ἐκ τῆς προσαγομένης αὐτῷ παρὰ τοῦ Μονογενοῦς δόξης τὸ θαῦμα τῶν γινομένων καρποῦται, πρὸς τῷ μεγέθει τῶν ποιημάτων, καὶ ἐπ’ αὐτῷ τῷ ποιητῇ ἀγαλλόμενος καὶ ὑψούμενος παρὰ τῶν ἐπιγινωσκόντων αὐτὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ τὰ πάντα, καὶ δι’ ὅν τὰ πάντα. Διὰ τοῦτό φησιν ὁ Κύριος «Τὰ ἐμά πάντα σὰ ἐστιν·….οὐ βοηθείας χρωμένῳ πρὸς τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ ταῖς κατὰ μέρος ἐπιτροπαῖς τὴν ἑκάστου ἔργου διακονίαν πιστευομένῳ λειτουργικὸν γὰρ τοῦτο γε, καὶ τῆς θείας ἀξίας παμπληθὲς ἀποδέον· ἀλλὰ γὰρ πλήρης ὁ Λόγος τῶν πατρικῶν ἀγαθῶν, τοῦ Πατρὸς ἀπολάμψας, πάντα ποιεῖ κατὰ τὴν τοῦ γεννήσαντος ὁμοιότητα. Εἰ γὰρ κατὰ τὴν οὐσίαν ἀπαραλλάκτως ἔχει, ἀπαραλλάκτως ἕξει καὶ κατὰ τὴν δύναμιν. Ὧν δὲ ἡ δύναμις ἴση, ἴση ποὺ πάντως καὶ ἡ ἐνέργεια.

Previous Article

Οἰκογένεια καὶ χριστιανικὴ πίστη

Next Article

Άγιος Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης