Πανταλέοντος Διακόνου τῆς τοῦ Θεοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ὁ Πανταλέων παλαιότερα συνεχέετο μὲ τὸν λατινόφρονα ὁμώνυμον αὐτοῦ τοῦ 13ου αἰ. μ.Χ., εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται μάλιστα καὶ πολεμικὸν ἔργον κατὰ τῶν Ὀρθοδόξων. Σήμερα τοποθετεῖται τὸ ἀργότερον κατὰ τὸν 9ον αἰ. μ.Χ., ἴσως δὲ πρόκειται περὶ τοῦ «πρεσβυτέρου τῆς Μονῆς τῶν Βυζαντίων», μονυδρίου εἰς Ἱεροσόλυμα. Ὁ Πάπας Μαρτῖνος ὁ Α΄, ὁ συγκροτήσας τὴν Σύνοδον τοῦ Λατερανοῦ (649 μ.Χ.) κατὰ τοῦ Μονοθελητισμοῦ, εἶχε ἀποστείλει ἐπιστολὴν (31ην Ὀκτωβρίου 649) πρὸς αὐτόν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀναφαίνονται οἱ ἀγῶνες του νὰ μὴ καταλάβουν ἐπισκοπικοὺς θώκους μονοθελῆται.
Ἐκ τῶν δύο ἀμεταφράστων λόγων του εἰς τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος παραθέτομεν τὸν Α΄ (PG 98,1247-1254) εἰς νεοελληνικὴν ἀπόδοσιν (μτφ. Π. Τρακάδας), εἰς τὸν ὁποῖον διακρίνεται ἡ ἑρμηνευτικὴ δεινότης καὶ ἡ βαθυτάτη θεολογικὴ παιδεία τοῦ συγγραφέως. Ἡ παραγραφοποίησις καὶ οἱ μεσότιτλοι ἀνήκουν εἰς τὸν μεταφραστὴν διὰ τὴν διευκόλυνσιν τοῦ ἀναγνώστου.
Ὁ προσεκτικὸς μελετητὴς θὰ ἀντιληφθῆ ὅτι ὁ συγγραφεὺς ἐκκινεῖ ἀπὸ τὸν προσωπικὸν ἀγῶνα διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς θείας δόξης, διὰ νὰ ἐξηγήση ὅτι αὐτὴ ταυτίζεται μὲ τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Πῶς φανερώνεται αὐτό; Ἀπὸ τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτει τὴν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ὁδηγεῖ ὁ Σταυρός. Ὁ προσωπικὸς «σταυρὸς» ἑκάστου πιστοῦ ἔχει νόημα μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μὲ ψυχολογικὸν τρόπον, ἀλλὰ δοξολογικόν. Ἡ μὴ κατανόησις αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου παρουσιάζεται μέσῳ τῆς ἀδυναμίας τοῦ Πέτρου καὶ τῆς ἀστοχίας τῶν Ἰουδαίων νὰ ἐννοήσουν τὴν Μεταμόρφωσιν. Καίτοι πιστὸς ὁ Πέτρος καὶ ἄπιστοι οἱ Ἰουδαῖοι περιπίπτουν ἀμφότεροι εἰς σφάλματα, τὰ ὁποῖα δύναται κανεὶς νὰ ἀποφύγη, ἐὰν ἐνδιατρίψη εἰς τὸ νόημα τῆς ἐμφανίσεως καὶ ἐξαφανίσεως τῶν Μωυσῆ καὶ Ἠλία.
Τὸ κείμενον ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τὸ τέλος διατρέχεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν βαθεῖαν ἀνθρωπολογικὴν διάστασιν τῆς ἀναζητήσεως ὑπὸ τοῦ ἀνθρώπου τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, ἀναφερόμενον ἐμμέσως εἰς βασικὰς περιπτωσιολογίας (ἀθληταί, Πέτρος, Ἰουδαῖοι), καὶ ἡ ὁποία λαμβάνει ἀπάντησιν καὶ λύσιν, μόνον ἐὰν κανεὶς ἐμβαθύνη εἰς τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως, ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀκόμη ἕνα ἱστορικὸν ἐπεισόδιον τοῦ ἐπιγείου βίου τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀποκαλυπτικὸν σημεῖον τῆς θείας οἰκονομίας, γεγονὸς πίστεως. Ἡ Μεταμόρφωσις εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῆς δόξης τοῦ Σταυροῦ πρὸ τῆς Σταυρώσεως καὶ ἡ Σταύρωσις εἶναι ἡ μυστικὴ πραγμάτωσις τῆς ἐπαγγελίας τῆς δόξης τῆς Μεταμορφώσεως, διὰ τοῦτο τίθεται ἡ ἑορτὴ 40 ἡμέρας πρὸ τῆς Ὑψώσεως, τῆς πεφανερωμένης πλέον δόξης τοῦ Σταυροῦ. Αἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς Ἰουδαίους καὶ ἡ ἐπιθυμία παραμονῆς τοῦ Πέτρου μὲ τοὺς «ζῶντας καὶ νεκροὺς» εὑρίσκουν τὴν ἀληθινήν των διάστασιν, μόνον ἐὰν ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ τέλος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, ἡ μόνη «δόξα» εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα κατατείνουν.
ΚΕΙΜΕΝΟΝ
Ὁ ἀγὼν διὰ τὴν θείαν δόξαν
Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καλῶς νὰ ἀθλοῦνται, λαμβάνουν εὐχαρίστηση ἀπὸ τὴν ἐπικρότηση τῶν θεατῶν καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἐπιβράβευσης κερδίζουν χωρὶς κόπο τὴν νίκη ποὺ τοὺς ἁρμόζει. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ ἐπιτύχουν τὰ θεῖα χαρίσματα, καὶ διψοῦν γιὰ τὴν μέθεξη τῆς ἐλπίδας, ἡ ὁποία εἶναι προετοιμασμένη γιὰ τοὺς ἁγίους, προσέρχονται μὲ χαρὰ στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Κατορθώνουν μάλιστα τὸν εὐδόκιμο βίο, καθὼς δὲν προτιμοῦν τὴν ὀκνηρία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει μισθό, οὔτε κἄν ἀγαποῦν τὴν ἄνανδρη δειλία. Μάχονται μάλιστα περισσότερο γενναῖα ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καὶ δὲν δίνουν τὴν ἐλάχιστη σημασία στοὺς ἐπερχόμενους διωγμούς, θεωροῦν δὲ πλοῦτο νὰ πάσχουν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ διατηροῦν πάντοτε στὴ μνήμη τους, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ὁ μακάριος Παῦλος γράφει «Οὐκ ἄξια τὰ παθήματα, τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. 8,18).
Ἡ θεία δόξα εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
Ἐξέτασε προσεκτικὰ ἑπομένως μὲ ποιοὺς λόγους, χρησιμοποιώντας ἄριστη οἰκονομία καὶ τώρα ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὠφέλησε καὶ οἰκοδόμησε τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. Εἶπε λοιπὸν πρὸς αὐτοὺς «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ’ ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι. Ὃς γὰρ θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν. Ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτὴν» (Λουκ. 9,23-25). Εἶναι πράγματι σωτήρια ἡ ἐντολὴ καὶ ἁρμόζει στοὺς ἁγίους. Προξενεῖ τὴν ὑπέρτατη δόξα καὶ δημιουργεῖ κατάσταση ψυχικῆς ἡδονῆς. Τὸ νὰ προτιμήσει κανεὶς νὰ πάθει γιὰ τὸν Χριστό, δὲν εἶναι χωρὶς μισθό. Μάλιστα προξενεῖ τὴ μέθεξη τῆς αἰώνιας δόξας. Ὡστόσο, ἐπειδὴ ἀκόμα δὲν εἶχαν «τὴν ἐξ ὕψους δύναμιν» οἱ μαθητές, ἦταν πιθανὸ ἴσως κάπου νὰ περιπέσουν σὲ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Κάτι τέτοιο ἴσως νὰ σκέπτονταν καὶ οἱ ἴδιοι. Πῶς ἀρνεῖται κανεὶς τὸν ἑαυτόν του; Ἢ πῶς κανεὶς ἀφοῦ ἀπολέσει τὴν ψυχή του, θὰ τὴν ξαναβρεῖ; Ποιὸ θὰ εἶναι τὸ χάρισμα ποὺ θὰ σταλεῖ ἀντιστοίχως σὲ αὐτοὺς ποὺ θὰ πάθουν αὐτό; Λοιπόν, γιὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τοιούτου εἴδους λογισμοὺς καὶ λόγους καὶ νὰ μετασχηματίσει αὐτὸ σὲ ὑψηλὸ φρόνημα, ἐμπνέοντας τὸ ζῆλο γιὰ τὴν δόξα ποὺ θὰ τοὺς δοθεῖ, εἶπε «Λέγω ὑμῖν εἰσὶ τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9,27). Ἑπομένως τόσο πολὺ θὰ ἐπιμηκυνθεῖ, εἶπε, ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τους, ὥστε νὰ φθάσουν ὥς τὰ χρόνια ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα κατερχόμενος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ τὴ συντέλεια τῶν αἰώνων θὰ ἐγκαταστήσει τοὺς ἁγίους στὴν προετοιμασμένη γι’ αὐτοὺς βασιλεία. Ἦταν καὶ αὐτὸ δυνατὸ σὲ αὐτόν. Εἶναι ὅλα δυνατὰ σὲ αὐτόν, καὶ τίποτε ἀδύνατο καὶ ἀκατόρθωτο γιὰ τὶς παντοδύναμες διαταγές του. Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὀνόμασε αὐτὴ τὴ θέα τῆς δόξας, μέσα στὴν ὁποία καὶ ὁ ἴδιος θὰ φανερωθεῖ ἐκείνη τὴ χρονικὴ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ φωτίσει τοὺς ἐπὶ τῆς γῆς. «Ἤξει γὰρ ἐν δόξῃ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς» (Ματθ. 16,27) καὶ ὄχι κατὰ τὴ δική μας ταπεινότητα. Μὲ ποιὸ τρόπο αὐτοὺς ποὺ ἔλαβαν τὴν ἐπαγγελία τοὺς κατέστησε θεατὲς τοῦ θαυμαστοῦ γεγονότος; «Ἄνεισιν εἰς τὸ ὄρος» (Λουκ. 9,28) τρεῖς ἐξ αὐτῶν, τοὺς ἐπίλεκτους. Ἔπειτα μεταβάλλεται σὲ ἐξαιρετικὴ καὶ θεοπρεπῆ λαμπρότητα, ὥστε καὶ τὰ ἐνδύματά του νὰ φαίνεται ὅτι λάμπουν, διερχόμενο τὸ φῶς ἀπὸ αὐτά.
Ἡ Μεταμόρφωσις ὡς προαναγγελία τοῦ Σταυροῦ
Ἔπειτα «Μωυσῆς καὶ Ἠλίας περιστηκότες τὸν Ἰησοῦν, προσελάλουν ἀλλήλοις τὴν ἔξοδον αὐτοῦ, ἥν ἔμελλε πληροῦν, φησίν, ἐν Ἱερουσαλὴμ» (Λουκ. 9,30-31), δηλαδή, τὸ μυστήριο τῆς θείας σαρκώσεως καὶ τὸ σωτήριο πάθος ποὺ ἐπιτελέστηκε στὸν Τίμιο Σταυρό. Εἶναι ὄντως ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος τοῦ Μωυσῆ καὶ ὁ λόγος τῶν ἁγίων προφητῶν προανέδειξαν τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μὲν διὰ τύπων καὶ σκιῶν, σχεδὸν ὅπως ἀκριβῶς καταγράφει κανεὶς αὐτὸ σὲ βιβλίο. Οἱ δὲ μὲ πολλοὺς τρόπους προανήγγειλαν, ὅπως ὅτι θὰ φανερωθεῖ σὲ καθορισμένο χρόνο μὲ ἀνθρώπινη μορφή, καὶ ὅτι χάριν τῆς σωτηρίας καὶ ζωῆς ὅλων, δὲν θὰ ἀποφύγει νὰ ὑποστεῖ τὸν θάνατο ἐπὶ τοῦ ξύλου. Συνεπῶς, ἡ φυσικὴ παρουσία τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ Ἠλία καὶ ἡ μεταξύ τους συνομιλία, ἦταν εἶδος οἰκονομίας, καταδεικνύουσα ἐναργῶς τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ δορυφορούμενο ἀπὸ τὸ νόμο καὶ τοὺς προφῆτες, καθὼς εἶχε ἐκ τῶν προτέρων καταδειχθεῖ ἀπὸ αὐτοὺς ὡς δεσπότης τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν, μέσα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καὶ οἱ δύο, σὲ ἁρμονία μεταξύ τους, εἶχαν προφητεύσει. Δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν. Αὐτὸ θεωρῶ ὅτι σημαίνει τὸ νὰ συνομιλοῦν μεταξύ τους ὁ ἱερώτατος Μωυσῆς καὶ ὁ ἐκλεκτότερος τῶν προφητῶν, δηλαδὴ ὁ Ἠλίας.
Ἡ σπουδαιότης τῆς παρουσίας τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Ἠλία
Ὑπάρχει καὶ κάποιο ἄλλο νόημα. Ἐπειδὴ οἱ ὄχλοι ἔλεγαν ἄλλοι (ὅτι πρόκειται γιὰ) τὸν Ἠλία, ἄλλοι τὸν Ἰερεμία καὶ ἄλλοι ἕνα ἐκ τῶν προφητῶν, φέρνει τοὺς κορυφαίους, ὥστε νὰ δοῦν στὴ μέση τὸν δεσπότη καὶ ἑκατέρωθεν τοὺς δούλους.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἔννοια νὰ ἀναφέρουμε. Ἐπειδὴ συνεχῶς κατήγγειλαν αὐτὸν ὡς παραβαίνοντα τὸν νόμο, καὶ θεωροῦσαν αὐτὸν ὡς βλάσφημο, ὡς σφετεριζόμενο δόξα, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει σὲ αὐτόν, τὴν τοῦ Πατρός, καὶ ἔλεγαν «Οὗτος οὐκ ἔστιν ἐκ Θεοῦ, ὅτι τὸ Σάββατον οὐ τηρεῖ» (Ἰωάν. 9,16) καὶ πάλι ἔλεγαν «Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι ἄνθρωπος ὤν, ποιεῖς ἑαυτὸν Θεὸν» (Ἰωάν. 10,33), γιὰ νὰ καταδειχθεῖ ὅτι ἐκ φθόνου προέρχονται ἀμφότερες οἱ κατηγορίες καὶ ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο εἶναι ἀθῶος, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου οὔτε σφετερισμοῦ δόξης, ἡ ὁποία δὲν τοῦ ἁρμόζει, τὸ νὰ λέει ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, γι’ αὐτὸ τοὺς λάμψαντας ἑκατέρωθεν φέρνει ἐνώπιόν τους. Ὁ Μωυσῆς ἔδωσε τὸν νόμο καὶ μποροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ συλλογιστοῦν, ὅτι δὲν θὰ παρέβλεπε αὐτὸν ποὺ τὸν παραβαίνει καὶ ὅτι θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ τιμᾶ τὸν ἐχθρό, ὁ ὁποῖος εἶχε θέσει τὸν νόμο. Ὁ Ἠλίας εἶχε ζῆλο γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν θὰ ἦταν παρών, ἐὰν ἦταν ἀντίθεος (ὁ Χριστὸς) καὶ ἰσχυριζόταν ὅτι εἶναι Θεὸς καὶ ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, μὴ ὄντας στὴν πραγματικότητα αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἰσχυριζόταν ἢ νὰ τὸ πράττει χωρὶς νὰ τοῦ ἁρμόζει. Παρευρέθη ὅμως καὶ αὐτὸς καὶ ὑπάκουσε.
Ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος νὰ ἀναφέρουμε μαζὶ μὲ ὅσα ἤδη εἰπώθηκαν. Ποῖος εἶναι αὐτός; Γιὰ νὰ μάθουν ὅτι ἐξουσία ἔχει καὶ ζωῆς καὶ θανάτου καὶ εἶναι κυρίαρχος καὶ τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ζῶντα καὶ τὸν τεθνεῶτα φέρνει ἐκεῖ. Καὶ ἐνῶ παρουσιάστηκαν δὲν σιώπησαν «ἀλλ’ ἐλάλουν τὴν ἔξοδον ἥν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλὴμ» (Λουκ. 9,31), δηλαδὴ τὸ πάθος καὶ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση.
Ἡ ἀδυναμία τοῦ Ἀπ. Πέτρου
Ἐνῶ οἱ μὲν μακάριοι μαθητὲς γιὰ λίγο ἀποκοιμοῦνται, ὅσο ὁ Χριστὸς προσεύχεται, βρῆκαν τὴν ἐκπλήρωσή τους κατὰ θεία οἰκονομία τὰ ἀνθρώπινα. Ἔπειτα ἐγερθέντες γίνονται αὐτόπτες τῆς σεπτῆς καὶ παράδοξης μεταβολῆς. Νομίζοντας μᾶλλον ὁ θεσπέσιος Πέτρος ὅτι πιθανὸν κατέφθασε ὁ καιρὸς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀποδέχεται τὴν παραμονὴ στὸ ὄρος λέγοντας «Σκηνὰς δὲ τρεῖς δεῖ γενέσθαι», μὴ γνωρίζοντας τί λέει. Δὲν ἦταν ὁ χρόνος τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων, οὔτε ὅμως τοῦ παρόντος χρόνου, νὰ λάβουν οἱ ἅγιοι τὴν μέθεξη τῆς ὑπεσχομένης σὲ αὐτοὺς ἐλπίδας. Ὁ Παῦλος λέει «Ὃς μετασχηματίζει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, εἰς τὸ γίνεσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ» (Φιλιπ. 3,21), δηλαδὴ ὁ Χριστός. Εὑρισκομένης λοιπὸν ἀκόμα τῆς θείας οἰκονομίας στὴν ἀρχή, καὶ ὄχι ἀκόμα συντελεσμένης, πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ σταματήσει ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος ἀναχώρησε λόγῳ τῆς ἀγάπης γιὰ τὸν κόσμον, νὰ θέλει νὰ πάθει ὑπὲρ αὐτοῦ; Ἔσωσε τὴν ἀνθρωπότητα ὑπομένοντας ἀκόμα καὶ τὸ σωματικὸ θάνατο καὶ διὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως κατήργησε αὐτόν. Δὲν ἀντιλαμβανόταν λοιπὸν ὁ Πέτρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶπε.
Ἡ ἀστοχία τῶν Ἰουδαίων καὶ ἡ αἰτία τῆς ἐξαφανίσεως τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία
Ὡστόσο, μαζὶ μὲ τὴν παράδοξη καὶ ἄρρητη θέα τῆς δόξας τοῦ Χριστοῦ, συνέβη καὶ κάτι ἄλλο, ὠφέλιμο καὶ ἀναγκαῖο, πρὸς ἐπιβεβαίωση τῆς πίστεως στὸν Χριστό. Αὐτὸ συνέβη ὄχι μόνο γιὰ τοὺς μαθητὲς ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Ἀπὸ τὴν ἄνωθεν νεφέλη κατῆλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἶπε «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητὸς ἐν ᾧ εὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε. Καὶ ἐν τῷ γενέσθαι, γράφει, τὴν φωνήν, εὑρέθη ὁ Ἰησοῦς μόνος» (Λουκ. 9,36). Τί ἔχει νὰ πεῖ ὡς πρὸς αὐτὰ ὁ σκληροτράχηλος Ἰουδαῖος; Ὁ ἀτίθασος καὶ ἀνυπάκουος, ποὺ ἔχει καρδιὰ ἀνεπίδεκτη νουθεσίας; Νά, λοιπόν, παρόντος τοῦ Μωυσῆ ὁ Πατὴρ δίνει ἐντολὴ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους νὰ ὑπακούουν σὲ αὐτόν. Ἂν ὅμως ἦταν θέλημά του νὰ ἀκολουθοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Μωυσῆ, θὰ ἔλεγε τότε ὑπακοῦστε στὸν Μωυσῆ, τηρεῖστε τὸν νόμο. Τώρα ὅμως τίποτε τέτοιο δὲν λέει ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, ἀλλὰ παρευρισκομένων τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ προφήτη αὐτοῦ Ἠλία, ἐπιτάσσει αὐτοὺς νὰ ὑπακούουν τὸν Χριστό, ὥστε οὐδόλως νὰ συκοφαντεῖται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ μερικούς, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς πρόσταξε ὁ Πατὴρ νὰ ὑπακούουν στὸν Μωυσῆ καὶ ὄχι στὸν Σωτήρα ὅλων μας Χριστό. Ἀναγκαστικὰ λοιπὸν ὁ Εὐαγγελιστὴς ἐπεσήμανε γράφοντας, ὅτι μὲ τὸ ποὺ ἀκούστηκε ἡ φωνή, βρέθηκε ὁ Ἰησοῦς μόνος. Ἑπομένως, ὅταν ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ὡς ἀπὸ ἄνωθεν νεφέλης ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, λέγοντας «Ἀκούετε αὐτοῦ», ὁ μὲν Μωυσῆς ἦταν ἀπών, ὁ δὲ Ἠλίας δὲν ἦταν παρών, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ἦταν μόνος. Αὐτὸν λοιπὸν πρόσταξε νὰ ὑπακοῦμε, καθὼς αὐτὸς εἶναι τὸ τέλος τοῦ νόμου καὶ τῶν προφητῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸ λαὸ τῶν Ἰουδαίων, λέγοντας «εἰ πιστεύετε Μωσεῖ, ἐπιστεύσατε ἂν καὶ ἐμοί. Περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν» (Ἰωάν. 5,46). Ἐπειδὴ καὶ τὴν τοῦ πανσόφου Μωυσῆ ἐντολὴ περιφρόνησαν καὶ ἀδιαφόρησαν γιὰ τὰ λόγια τῶν ἁγίων Προφητῶν μέχρι σήμερα, δικαίως ἀποκόπηκαν καὶ ἀποκληρώθηκαν ἀπὸ τὶς δωρεὲς τῶν πατρογονικῶν ἐπαγγελιῶν. «Ὑπακοὴ γὰρ ὑπὲρ θυσίαν ἀγαθὴ καὶ ἡ ἐπακρόασις ὑπὲρ στέαρ ἀρνῶν» (Α΄ Βασ. 15,22), ὅπως εἶναι γραμμένο. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾶ στοὺς Ἰουδαίους.
Γιὰ ἐμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε γνώση τῆς θείας Ἐπιφανείας αὐτοῦ, θὰ δοθοῦν μὲ βεβαιότητα ὅλες οἱ δωρεές, διὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπὸ τὸν Χριστό, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο, δόξα καὶ κυριότητα στὸ Θεὸ καὶ Πατέρα μαζὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.




