Ὁ π. Γ. Φραγκουλάκης τῆς Ἱ. Μ. Γερμανίας προπηλακίζει κατ’ ἐξακολούθησιν λεκτικῶς τὸν «Ο.Τ.». Διαμηνύομεν ὅτι τὸ «bullying» μέσῳ συκοφαντιῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ περιορίση τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου ἀπὸ τὸ νὰ ἀσκῆ τὸ λειτούργημά του δὲν θὰ ἔχη τὸ παραμικρὸν ἀποτέλεσμα. Τὸν ἐκαλέσαμεν ἤδη νὰ ζητήση συγγνώμην διὰ τὰ ὅσα συκοφαντικὰ ἔγραψε καὶ βεβαίως δὲν τὸ ἔπραξε. Κάθε συζήτησις μὲ κληρικόν, ὁ ὁποῖος δὲν διαθέτει τὴν στοιχειώδη ταπείνωσιν -ἐν μέσῳ μάλιστα Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς- νὰ ἀναλάβη τὸ βάρος τῶν ὅσων ψευδῶν διαδίδει, εἶναι περιττή. Δυστυχῶς, ὁ Μητροπολίτης του δὲν ἐπιδεικνύει οὐδεμίαν εὐαισθησίαν σχετικῶς. Κύριος οἶδε διατί… Δὲν θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ ἐπίπεδον αὐτό. Διὰ νὰ καταδείξωμεν ὅμως ὅτι ὁ ἐν λόγῳ κληρικός, καὶ ὄχι ὁ «Ο.Τ.», παραπληροφορεῖ θεολογικῶς, ἂς προσέξη ὁ ἀναγνώστης ἐν συντομίᾳ τὰ ἀκόλουθα δύο.
Πρῶτον, ὁ π. Φραγκουλάκης εἰς πρόσφατον ἄρθρον του γράφει σχετικῶς μὲ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Φαναρίου εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης ὅτι εἰς τὸν «Ο.Τ.»: «σκοπίμως ἀγνοοῦν ὅτι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Κρήτης τελεῖ ὑπὸ καθεστὼς ἡμιαυτονομίας, διατηρώντας κανονικὴ ἐξάρτηση ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ οἱ ἐν λόγω Ἀρχιερεῖς εἶναι βοηθοὶ Ἐπίσκοποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη καὶ προέρχονται ἀπὸ Πατριαρχικὲς Σταυροπηγιακὲς Μονές, στὶς ὁποῖες «διατηροῦνται ἀπαραμείωτα τὰ κανονικὰ δικαιώματα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου».
Ἀποκρύπτει ὅμως ὅτι τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον παραθέτει, (συγκεκριμένα τὸ ἄρθρον 89 τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου) συνεχίζει ὡς ἑξῆς: «…ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, ἐφαρμοζούσης καὶ ἐπὶ τῶν Μονῶν τούτων τὰς ἰσχυούσας διὰ τὰς λοιπὰς ἐν Κρήτῃ Μονὰς διατάξεις…».
Δεύτερον, ὁ π. Φραγκουλάκης γράφει διὰ τὰ ἐπικριτικὰ σχόλια τοῦ «Ο.Τ.» κατὰ τῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ τὸ Φανάρι τελεσιδίκως καθηρημένου Ρώσου κληρικοῦ: «ἀμφισβητοῦν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο εὐθέως τοὺς Κανόνες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (451), ὅπου ξεκάθαρα ἀναφέρεται: «Κανὼν Θ’ Εἰ δὲ πρὸς τὸν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας Μητροπολίτην, Ἐπίσκοπος, ἢ κληρικὸς ἀμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καὶ ἐπ’ αὐτῷ δικαζέσθω».
Προφανῶς, ἡ ἐν λόγῳ παράθεσις ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, δηλ. ὅτι τὸ Φανάρι τὸν καταπατεῖ, ἐνῶ ὁ «Ο.Τ.» ἀπαιτεῖ τὴν ἐφαρμογήν του: ἐφ’ ὅσον ἔχει δικασθῆ ἀπὸ τὸν «ἔξαρχον τῆς διοικήσεως», δηλ. τὸ Πατριαρχεῖον Μόσχας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῆ καὶ ἀπὸ τὸν Κων/λεως.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ ἀναγνώστης ἂς κρίνη ποῖος διαστρεβλώνει τὴν ἀλήθειαν.




