Γράφει ὁ Δημήτριος Λογοθέτης, Θεολόγος
Στὴν σημερινή ἐποχή, μία ἐποχὴ ἡ ὁποία ἔχει παραγκωνίσει τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους, μία ἐποχὴ στὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι ἀναζητοῦν πνευματικότητα (spirituality), μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια καὶ ὄχι τὴν χριστιανική, καὶ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια, οἱ ὑπεύθυνοι τῶν Θεολογικῶν Σχολῶν φαίνεται νὰ πάσχουν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα, καὶ νὰ ἀποτυγχάνουν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέταδοση τῆς χριστιανικῆς ἀληθείας, τῆς σημασίας καὶ τῆς ἀξίας της γιὰ τὸν κόσμο. Ναί, μπορεῖ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ ἀλήθεια εἶναι σκληρὴ καὶ τείνει νὰ ἀπομακρύνεται ὁ κόσμος ἀπ᾿ αὐτήν, τὸ πρόβλημα, ὅμως, ἐδῶ εἶναι ὅτι καὶ ἡ παρουσίασή της ἔχει μεγάλη σημασία, κάτι ποὺ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαρτυρεῖ στὴν ὁμιλία του στὸν Ἄρειο Πάγο. Ὁ Χριστὸς κτυπᾷ τὴν πόρτα στὸν κάθε ἄνθρωπο, γιὰ νὰ σωθῇ καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο, ἡ σωτηρία του. Ἢ μήπως δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει πλέον κάτι τέτοιο; Βολέψαμε τὸν ἑαυτόν μας σὲ μία θέση, παρουσιαζόμεθα ὡς οἱ κατέχοντες τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν τὴν μοιραζόμεθα παρὰ μέ ὅσους συμφωνοῦν μαζί μας;
Ἀπὸ τὶς 18/11/2025, λοιπόν, ἕως καὶ τὶς 20/11/2025 ἔλαβε χώρα ἄλλο ἕνα συνέδριο πρὸς ἀνάμνηση τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία μετρᾷ πλέον 1700 ἔτη ἀπὸ τὴν τέλεσή της, καὶ τὸ ἀποτύπωμα αὐτῆς ἀντηχεῖ ἀκόμα εἰς τοὺς αἰῶνας ζωντανὸ καὶ παλόμενο. Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ἡ φιλοσοφία ἀρχίζει πάλι νὰ κρούη τὴν πόρτα τῆς θεολογίας, ἀκόμα καὶ ἀνάμεσα εἰς κληρικοὺς δυστυχῶς, ἡ ἀξία τῆς Συνόδου τῆς Νικαίας εἶναι πιὸ ἐπίκαιρη ἀπὸ ποτέ. Τὸ συνέδριο τοῦτο ἐτελέσθη, ὡς ἅρμοζε καὶ ἦταν φυσικό, ὑπὸ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, καὶ ἀπὸ τὰ δύο τμήματα· δυστυχῶς, ὅμως, θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ πῆ ὄχι μέ τὸν δέοντα σεβασμό. Καὶ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῇ, κάθε ἄλλο, ἡ κίνηση αὐτὴ τῆς Κοσμητείας καὶ τῶν Προέδρων ἦταν ἐπιβεβλημένη. Τὸ πρόβλημα τοῦ συγκεκριμένου συνεδρίου προκύπτει ἀπ᾿ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τοὺς ὁμιλητές. Διότι οὔτε πρωτοτυπία ὑπῆρξε στὶς ὁμιλίες οὔτε ἐδόθη τὸ βῆμα σὲ νέους ἐρευνητὲς νὰ παρουσιάσουν τὰ εὑρήματα καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἐρευνῶν αὐτῶν, παρὰ μόνο ἔδωσαν συγχαρητήρια πάντες μεταξὺ τους, μετ᾿ ὀλίγων ἐξαιρέσεων.
Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κόσμου γιὰ τὸ συνέδριο πολὺ μεγάλο, ἀφοῦ καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκεια αὐτοῦ καὶ σὲ ὅλες τὶς ὁμιλίες ἡ αἴθουσα τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπου διεξήχθη τὸ συνέδριο, ἦταν γεμάτη, τὸ ἀποτύπωμα, ὅμως, μετὰ τὸ πέρας αὐτοῦ φαίνεται νὰ ἦταν μηδαμινό. Καὶ ὄχι, ἡ παρατήρηση αὐτὴ δὲν ἀποτελεῖ κακοήθη κριτική, ἀλλὰ στεναχώρια καὶ παράπονο. Κατὰ τὴν διάρκεια τῶν περισσοτέρων ὁμιλιῶν δὲν παρουσιάστηκε τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀνατύπωση ἤδη γνωστῶν ἐκκλησιαστικῶν θέσεων, μάλιστα σὲ κάποιες περιστάσεις κανεὶς νόμιζε ὅτι ὁ ὁμιλητὴς εἶχε ἁπλῶς λάβει τὸ συναξάριο τῆς Ἐκκλησίας καὶ διάβαζε ἀπ᾿ αὐτὸ βίους Ἁγίων, διότι ἀκριβῶς αὐτὸ ἔκανε. Καὶ ὑποτίθεται ὅτι οἱ πλειοψηφία τῶν ὁμιλητῶν εἶναι καθηγητὲς Πανεπιστημίου, μὲ τίτλους ἐπὶ τίτλων. Ἡ ἔλλειψη τῆς ὁποιασδήποτε νέας ὀπτικῆς τῶν ἤδη ὑπαρχόντων δεδομένων, ἡ παντελὴς ἀπουσία νέων δεδομένων, εἰδικὰ στὴν σημερινὴ ἐποχὴ μὲ τὴν χρήση τοῦ διαδικτύου, τὸ ὁποῖο παρέχει ἄμεση πρόσβαση σὲ βάσεις πληροφοριῶν γιὰ ἀνάπτυξη τῆς ἔρευνας, ἀπετέλεσε κεντρικὸ σημεῖον τὸ ὁποῖο καὶ προεκάλεσε τὴν γενικὴ ἀδιαφορία τῶν θεολόγων καὶ τῶν θεολογικῶν ἱστοσελίδων, μετὰ τὸ πέρας τοῦ συνεδρίου. Δημοσιογράφοι δὲν κάλυψαν τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ καὶ φαίνεται ὅτι τρεῖς ἡμέρες πέρασαν, ὅπως καὶ ὅλες οἱ ἄλλες. Πόσο εὔκολα περιμένει κανεὶς νὰ ἐπανέλθῃ στὴν πρότερη κατάστασή της ἡ σχολὴ καὶ μαζὶ καὶ τὸ κῦρος τῶν καθηγητῶν αὐτῆς, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὴν σαμποτάρουν ἔσωθεν; Βάζουν τὰ χέρια τους, γιὰ νὰ βγάλουν τὰ μάτια τους, ὅπως λέει καὶ ὁ λαός.
Ἐπιπλέον, ἡ ἔλλειψη παρουσίας κατεχόντων τὸ διδακτορικὸ δίπλωμα, πέρα τῶν καθηγητῶν καὶ ὀλίγων, μετρημένων στὰ δάκτυλα τοῦ ἑνὸς χεριοῦ, καλεσμένων, δημιουργεῖ πολλὰ ἐρωτήματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξη ἐπιστημονικῆς συζητήσεως στὸν χῶρο τοῦ πανεπιστημίου καὶ βεβαίως τὴν προσπάθεια δημιουργίας μιᾶς ἰδεολογικῆς κατευθύνσεως μακρυὰ ἀπὸ τὸν σκοπὸ καὶ τὸν λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἱδρύθη ἡ σχολή. Οἱ κάτοχοι διδακτορικῶν διπλωμάτων ἔχουν θυσιάσει προσωπικὸ χρόνο ἀπὸ τὴν ζωὴ τους, ἄνευ ἀνταμοιβῶν κατὰ πλειοψηφία, μόνο καὶ μόνο διὰ τὴν ἀγάπη τους στὴν προσφορὰ τῆς ἐπιστήμης. Στὴν περίπτωση τῆς θεολογικῆς ἐπιστήμης ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἐπεκτείνεται καὶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ τὸν Θεό. Ἡ ἀπουσία αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων δὲν δύναται παρὰ νὰ καταστήση πτωχότερη τὴν ὁποιαδήποτε θεολογικὴ συζήτηση. Ἢ μήπως αὐτοὶ δὲν εἶναι θεολόγοι καὶ ἐπιστήμονες; Σὲ ἄλλη σχολὴ ἔλαβαν τὰ πτυχία τους καὶ ἄλλοι καθηγητές, κατωτέρας ποιότητος ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς τοὺς ἔκριναν; Καὶ ἀκόμα πιὸ αἰσθητὸς ἔγινε καὶ ὁ μέσος ὅρος ἡλικίας τῶν ὁμιλητῶν, ὁ ὁποῖος ὑπερεῖχε κατὰ πολὺ τὰ πενῆντα ἔτη. Τελικῶς σὲ ποιοὺς προσφέρει τὸ πανεπιστήμιο καὶ γιὰ ποιοὺς οἰκοδομήθηκαν τὰ κτίρια, ἐὰν ὄχι γιὰ νὰ διαπλάσουν τὸ μέλλον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας; Ἐὰν ἀποκλείης τοὺς νέους ἀπὸ τὶς συζητήσεις, ποιὸς στὸ μέλλον θὰ διαδεχθῇ καὶ μέ σοβαρότητα καὶ σεβασμὸ θὰ συνεχίσῃ τὸν καλὸ ἀγῶνα; Σὲ λίγο θὰ θυμίζῃ γηροκομεῖο μᾶλλον παρὰ πανεπιστήμιο.
Οἱ σημερινοὶ καθηγητές, κατὰ πλειοψηφία, φαίνεται ὅτι δὲν κατανοοῦν ἕνα πολὺ βασικὸ σημεῖο, ὅτι δηλαδὴ σὲ μιὰ ἐπιστημονικὴ συζήτηση καὶ ἰδίως σὲ ἕνα πανεπιστημιακὸ ἵδρυμα μέ ταυτότητα, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι ἡ Θεολογικὴ Σχολή, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ἐπίπεδο σοβαρό, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διάλογος καὶ μέ ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες διαφωνοῦν μέ αὐτὲς τῶν διοργανωτῶν. Τὰ κριτήρια γιὰ τὴν σοβαρότητα ἑνὸς ἐπιστήμονα καὶ ἐρευνητοῦ εἶναι παγκοσμίως ἀναγνωρισμένα καὶ βασίζονται σὲ ἀντικειμενικὰ κριτηρία, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ ἀριθμὸς δημοσιευθέντων ἀρθρῶν καὶ ἡ συμμετοχὴ τους σὲ ἄλλα συνέδρια καὶ ὁμιλίες. Ἡ προσωπικὴ ἄποψη δὲν δύναται νὰ λειτουργῇ ὡς κριτήριο ἐπιλογῆς. Ἐκτὸς βεβαίως καὶ ἐὰν ἀδυνατοῦν νὰ βρεθοῦν κάποιοι ἀπὸ τοὺς καθηγητὲς σήμερα ἀντιμέτωποι μέ ἀνθρώπους ἱκανοὺς νὰ ἀντιπαραβάλουν ὀρθόδοξα ἐπιχειρήματα καὶ ὀρθόδοξες θέσεις, μακρυὰ ἀπὸ κομματικὲς καὶ ξενικὲς ἐπιρροές. Ἡ ἔρευνα τοῦ πανεπιστημίου Ἀθηνῶν φαίνεται νὰ ἔχη πηδήξει ἀπὸ τὸ παράθυρο. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ξένα πανεπιστήμια νὰ ἔχουν συνεχεῖς ἐκδόσεις μεταφράσεων καὶ ἐρευνῶν καὶ ἡ θεολογικὴ σχολὴ Ἀθηνῶν νὰ ἀναρωτιέται τὸ πανελλήνιο τί ἀκριβῶς ποιεῖ τὰ τελευταῖα ἔτη;
Τὸ ἐπίπεδον τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς φαίνεται νὰ εὑρίσκεται στὸ χαμηλότερο ἐπίπεδό της ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της μέχρι καὶ σήμερα, δίχως νὰ ἐκφράζεται κάποια ὑπερβολή. Ἡ συνεχὴς προσπάθεια ἀποκλεισμοῦ θεολόγων ἐπιστημόνων, καθὼς καὶ ἡ παντελὴς ἔλλειψη ἐπιστημονικῆς καινοτομίας καθιστᾷ τὴν σχολὴ σκιὰ αὐτοῦ ποὺ κάποτε ἦταν. Τὴν ἐλπίδα, ὅμως, τὴν δίδουν καὶ πάλι οἱ νέοι χριστιανοὶ καὶ θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι παρὰ τὶς ἀντιξοότητες τῆς πραγματικότητας, βασίζουν τὴν ἐλπίδα αὐτῶν στὸν Χριστὸ καὶ ἐκεῖ παραθέτουν τὸ μέλλον αὐτῶν. Πολλοὶ λαμπροὶ νέοι διαθέτουν τὰ καλλίτερα ἔτη τῆς ζωῆς τους, γιὰ νὰ σπουδάσουν θεολογία κατ᾿ ἐπιλογή καὶ ὄχι κατὰ λάθος. Ὁ καιρὸς εἶναι γνωστό ὅτι ἔχει γυρίσματα καὶ δὲν ἀργεῖ καὶ ἡ σειρὰ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς. Οἱ Ἕλληνες θεολόγοι ἐρευνητὲς εἶναι περιζήτητοι στὸ ἐξωτερικὸ, ὄχι μόνο διὰ τὴν γνώση τῶν ἑλληνικῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ὀρθόδοξη παράδοση, ἡ ὁποία πουθενὰ στὸν κόσμο ἀλλοῦ δὲν ἔχει διατηρηθῆ ζωντανὴ καὶ ἀκέραιη.




