Θεολογικόν καρκίνωμα οἱ λόγοι καί αἱ πράξεις τοῦ Μητρ. Περιστερίου

Share:

  

  Ἀπό τίς ἀνεκδιήγητες καί παράλογες καταγγελτικές ἀναφορές τοῦ Μητροπολίτου Περιστερίου, Γρηγορίου, κατά τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς Πιστῶν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Περιστερίου, τίς ὁποῖ­ες δημοσίευσε ὁ Ὀρθόδοξος Τύπος στό φύλλο τῆς 11ης Σεπτεμβρίου, γίνεται καταφανής ἡ ἐμπάθεια, μέ τήν ὁποία διακατέχεται ὁ Μητροπολίτης κατά  τῶν πιστῶν τῆς Συντονιστικῆς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα τυχαίνει νά εἶναι καί μέρος τοῦ ποιμνίου του.

   Ἀφοῦ κατηγορεῖ τήν Συντονιστική Ἐπιτροπή ὅτι εἶναι “παρασυναγωγική ὀργάνωση”, “καρκίνωμα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, “ὅτι ὑποκρίνονται”, ἀναρωτιέται μάλιστα “ἀπό ποῦ ἄντλησαν ὅλοι αὐτοί τήν αὐθεντία, γιά νά κάνουν τόν τιμητή σέ ἐπισκόπους, σέ Συν­όδους, σέ θεολόγους καί εἰδήμονες… Αὐτοί ἐνεργώντας παντελῶς ἀντιεκκλησιαστικά, ἀντικανονικά, φατριαστικά καί ἀντιθεολογικά, ἔρχονται μέ τό συνημμένο ἔγγραφό τους νά «καταγγείλουν θεολογικά» (sic) τόν ἐπίσκοπό τους γιά κάτι πού ἀδυνατοῦν ἀντικειμενικά νά ἀντιληφθοῦν θεολογικά”. Δηλαδή, τήν ἀφαίρεση τοῦ Ἐσταυρωμένου ἀπό τό ἱερό βῆμα· καί γράφει στήν συνέχεια ὁ Μητροπολίτης ὅτι “μέ αὐτά τά ἑτερότοπα πού λένε καί πράττουν γίνονται αἴτιοι φατριασμοῦ μεταξύ τῶν πιστῶν σέ μία συγκεκριμένη ἐνορία τῆς Τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, ὅπου ὁμαδικά καί ὀργανωσιακά συγκεντρώνονται…”. Γίνεται φανερό ὅτι ὁ Μητροπολίτης ἀρνεῖται νά ἀποδεχθῆ ὅτι τό ποίμνιό του, τό λαϊκό στοιχεῖο δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, ἔχει λόγο, ὅτι μπορεῖ νά ἔχη γνώμη στίς ἀποφάσεις καί στούς λόγους του καί ὅτι μπορεῖ νά τά κοινοποιῆ δημόσια.

  Ὅμως οἱ ἄκρως παπικές ἀντιλήψεις τοῦ Μητροπολίτου περί Ἐκκλησίας καί λαοῦ τοῦ Θεοῦ ἔρχονται σέ πλήρη ἀσυμφωνία πρός τό πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καί τῆς γνήσιας ἀποστολικῆς Παράδοσης. Ἀπό τούς λόγους τοῦ Μητροπολίτου συμπεραίνεται ὅτι ὁ λαός εἶναι παθητικό στοιχεῖο στήν Ἐκκλησία, ἀπεξενωμένο ἀπό κάθε δικαίωμα καί κάθε ἀνάμιξη στήν διοίκησή της. Ἆραγε οἱ περί τοῦ χριστιανικοῦ λαοῦ ὡς βασιλείου ἱερατεύματος καί λαοῦ περιουσίου θεόπνευστοι χαρακτηρισμοί τῆς Ἁγίας Γραφῆς παραμένουν γιά τόν Μητροπολίτη νεκρό γράμμα; Ὅμως ἡ Ἐκκησία τοῦ Χριστοῦ μέ Πατριαρχική της Ἐγκύκλιο τό 1848 ἔχει ἀποφανθῆ ὅτι οἱ λαϊκοί ὀφείλουν νά εἶναι ζῶντα καί ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι «Ὁ φύλαξ τῆς ὀρθοδοξίας, τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τοῦτ’ ἔστιν ὁ λαός αὐτός ἐστιν», ὁρίζοντας ἔτσι τίς ὑποχρεώσεις τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου μέσα στήν Ἐκκλησία.

  Ὁ μακαριστός Καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, ἀναφερόμενος στούς Λαϊκούς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τονίζει ὅτι “οὔτε μόνος ὁ κλῆρος, οὔτε μόνοι οἱ ἐπίσκοποι ἀποτελοῦν τήν ἐκκλησίαν, τό βασίλειον ἱεράτευμα καί τό ἔθνος τό ἅγιον καί τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Βασίλειον ἱεράτευμα καί λαός εἰς περιποίησιν καί κληρονομίαν τοῦ Κυρίου ἐκλήθη ὄχι ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἀπό αὐτό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὁ λαός τῶν πιστευόντων, ἡ ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἰς διακονίαν τῆς ὁποίας ἐτέθη ὑπό τοῦ Κυρίου καί ἡ τάξις τῶν κληρικῶν. Ὅταν δέ τοιαῦται ὀνομασίαι καί τοιοῦτοι χαρακτηρισμοί» τονίζει ὁ μακαριστός Καθηγητής «παρέχωνται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ εἰς τόν λαόν τόν μετά τοῦ κλήρου συναποτελοῦντα τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πρόδηλον ὅτι ὁ λαός αὐτός ἔχει δικαιώματα οὐχί ἐξ ἀνθρωπίνου, ἀλλ’ ἐκ θείου δικαίου, οὐχί ἐκ φυσικοῦ ἀλλ’ ἐξ ὑπερφυσικοῦ δικαίου”. Αὐτά τά ἐκ θείου καί ὑπερφυσικοῦ δικαίου δικαιώματα ἀμφισβητεῖ ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου στούς πιστούς τῆς Μητροπόλεώς του, ἀφοῦ ἀναρωτιέται “ἀπό ποῦ ἄντλησαν ὅλοι αὐτοί τήν αὐθεντία, γιά νά κάνουν τόν τιμητή σέ ἐπισκόπους, σέ Συνόδους”. Μά φυσικά ἀπό τόν Διδάσκαλο Χριστό τοῦ ἀνταπαντᾶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας· σέ ἀντίθεση μέ τήν Παράδοση ὁ Μητροπολίτης θεωρεῖ τούς πιστούς ἱκανούς μόνον νά κάνουν ὑπακοή στίς παράλογες καί αἱρετίζουσες θεωρίες του.

  Ἄν ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου πιστεύει ὅτι εἶναι, θείῳ δικαίῳ, ἁρμόδιος καί ὑπεύθυνος γιά τήν καθοδήγηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, γιατί δέν δραστηριοποιεῖται νά διδάξη μέ λόγο καί προπαντός μέ τήν πράξη τήν γνήσια θρησκευτικότητα, τήν ἀπαλλαγμένη ἀπό “εὐσεβιστικά” σύνδρομα, ὅπως πιστεύει ὅτι διακατέχονται οἱ πιστοί τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς, καί τήν εὐθυγραμμισμένη στήν μακραίωνη ὀρθόδοξη παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας; Γιατί δέν ἐπισημαίνει ποιές εἶναι οἱ ἀποκλίσεις τους; Γιατί δέν ὁριοθετεῖ μέ σαφήνεια τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα; Ἀντί αὐτοῦ ὁ Μητροπολίτης ἀρκεῖται σέ καταγγελτικές ἀναφορές καί αὐτές ὑβριστικές, ἀλλά καί ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα πού πρεσβεύει εἶναι βαθειά νόθα καί παπίζουσα. Γιά αὐτό ἄλλωστε ἀδυνατεῖ νά ἐμπεδώση πρός τό ποίμνιό του τήν προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, “μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς κἄγώ Χριστοῦ”.

  Ἀπό τήν στιγμή πού διαπιστώνει, ἄν πράγματι τό διαπιστώνει, ὅτι ἕνα μέρος τοῦ ποιμνίου του πλανήθηκε καί παραστράτησε, ἀλλοίωσε τό φρόνημα καί τό βίωμα καί ἔχει μείνει μέ μία στείρα θρησκευτικότητα, τί κάνει γιά νά τό ἐπαναφέρη στήν γνήσια σχέση μέ τήν πίστη, μέ τό εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου καί μέ τήν ζωοποιό χάρη; Ποιά εἶναι τά ὀρθόδοξα προσανατολιστικά κείμενα, μέ τά ὁποῖα τροφοδοτεῖ τό δῆθεν παραστρατημένο ποίμνιό του; Ποιά εἶναι τά ὀρθόδοξα παραδείγματα πού προβάλλονται ἐκ μέρους τοῦ Μητροπολίτου, τά ὁποῖα διακατέχονται ἀπό σεμνότητα καί πειστικότητα, μέ σκοπό νά ἐπιστρέψουν τούς δῆθεν πλανεμένους πιστούς; Μήπως εἶναι οἱ καταγγελίες ὅτι “ἐνεργοῦν παντελῶς ἀντιεκκλησιαστικά, ἀντικανονικά, φατριαστικά καί ἀντιθεολογικά”; Ὅτι εἶναι “παρασυναγωγική ὀργάνωση”, “καρκίνωμα στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, “ὅτι ὑποκρίνονται”; Μήπως εἶναι οἱ ἀντορθόδοξες καί αἱρετίζουσες θεωρίες πού θέλουν τόν Ἐσταυρωμένο ἐκτός τοῦ ἱεροῦ βήματος, μήπως εἶναι ὅτι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι νεκρός, τά πάρε δῶσε σέ συνέδρια μέ τούς  κάθε λογῆς αἱρετικούς;

  Γιά τό Μητροπολίτη Περιστερίου δόγμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλουν τυφλή καί ἀδιαμαρτύρητη ὑπακοή στόν ἐπίσκοπο καί ὅτι αὐτή ἡ ὑπακοή λυτρώνει ἀπό τήν αἵρεση τοῦ “εὐσεβισμοῦ”. Τό περίεργο ὅμως εἶναι ὅτι, τήν στιγμή πού δακτυλοδεικτεῖ μέ ἔπαρση καί μέ περιφρόνηση τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι “εὐσεβείας ἐρασταί”, πολέμιοι τῆς κάθε αἵρεσης καί  χαρακτηρίζει τήν εὐλάβεια καί τήν συνέπειά τους αἵρεση, ἀποδέχεται φιλόφρονα τούς κάθε εἴδους κοσμικούς καί ἑτερόπιστους στό ὄνομα τῆς ἀγάπης καί τῆς ἑνότητας. Τήν στιγμή πού ἀπωθεῖ μετά βδελυγμίας τούς εἰλικρινεῖς μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί τούς συνεπεῖς ἀγωνιστές τῆς πίστεως, προσελκύει κάθε αἱρετικό καί κοσμικόφρονα.

  Ἄς μᾶς πῆ ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου, ὁ ὁποῖος ἐνοχλεῖται ἀπό τήν θρησκευτικότητα τῶν πιστῶν τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς καί κοινοποιεῖ πρός κάθε κατεύθυνση τήν καταδικαστική ἐτυμηγορία του, ποιοί εἶναι αὐτοί πού διασώζουν τό γνήσιο ὀρθόδοξο φρόνημα καί ἦθος; Μήπως εἶναι ὁ ἴδιος ἤ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος καί τό περιβάλλον του; Ἡ ἐκκλησιαστική πραγματικότητα ἀποδεικνύει τό ὅλως ἀντίθετο. Τό οὐκρανικό ζήτημα, πού δίχασε Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ σχέση του μέ προβληματικούς ἀνθρώπους, ἡ προώθηση τῶν κοσμικῶν συμφερόντων στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι λίγα πού μᾶς ἐπιβεβαιώνουν τό ἦθος καί τό φρόνημα αὐτῶν πού θεωρεῖ ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου σημεῖο ἀναφορᾶς του.

  Ὅμως τό ἐρώτημα τό ὁποῖο τίθεται εἶναι, ποῦ ὀφείλεται αὐτό τό μένος τοῦ Μητροπολίτου κατά τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς, τί ὑποκρύπτουν αὐτοί οἱ χαρακτηρισμοί; Μά ἀκριβῶς, ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου ἀρνεῖται νά ἀποδεχθῆ ὅτι οἱ λαϊκοί ὀφείλουν νά εἶναι ζῶντα καί ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Νά μορφώνωνται, νά ἔχουν γνώμη, νά διεκδικοῦν τίς ὑποχρεώσεις τοῦ Φύλακος, νά καταγγέλλουν τήν αἵρεση καί τά παραστρατήματα τῶν ἐπισκόπων, δογματικά καί ἠθικά. Ὁ Μητροπολίτης ἀποβλέπει σέ κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού συμβαίνει στό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου λόγῳ τοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει ποίμνιο οἱ ἐπίσκοποι εἶναι τελείως ἀνεξέλεγκτοι δογματικά καί ἠθικά. Αὐτό εἶναι τό καρκίνωμα καί ὄχι αὐτό πού ἔχει ὁ Μητροπολίτης στό νοῦν του. Αὐτό τό καρκίνωμα θέλει νά ἐπιφέρη καί στήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία ὁ Μητροπολίτης Περιστερίου καί οἱ ὁμόφρονές του, δηλαδή νά καταστῆ τό ποίμνιο πλαδαρό, ὑπάκουο, ἀμόρφωτο, νεκρό καί ἀνεργό.

  Ὅμως πάγια καί ἀταλάντευτη θέση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅτι τό ποίμνιο ὀφείλει νά μή συντάσσεται μέ τήν αἵρεση καί τήν ἀποστασία, νά εἶναι αὐστηρότατο ἔναντι τῶν αἱρετικῶν, νά μή κάνη τόν παραμικρό συμβιβασμό, νά ἀπομακρύνεται ὄχι μόνον ἀπό τούς ἐπισκόπους ἀλλά καί ἀπό τούς ποιμένες πού ἔχουν νόθα πίστη. Ἡ πνευματική καί θεολογική κατάρτιση τοῦ ποιμνίου εἶναι ἐπιβεβλημένη, γιά νά μπορῆ νά ἀντιπαρατίθεται μέ τήν αἱρετική διδασκαλία. Ἡ ἄγνοια κατά τούς Πατέρες δέν δικαιολογεῖται στά θέματα τῆς πίστεως, ἀφοῦ ὅπου ὑπάρχει ἄγνοια, συμβιβασμός καί νόθευση τῆς πίστεως ὑπάρχει προδοσία καί ταύτιση μέ τήν αἵρεση.

  Ἡ φύση τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀλήθειας εἶναι τέτοια πού δέν ἐπιτρέπει κανένα συγχρωτισμό μέ τόν κόσμο καί τά τοῦ κόσμου. Οἱ πιστοί ἔχουν διαρκῶς νά ἀντιμετωπίσουν τόν πόλεμο τῶν παθῶν καί ταυτόχρονα τόν πόλεμο νά παραμείνουν πιστοί στήν ἀλήθεια καί στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι προφανές ὅτι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἐν Χριστῷ ἀρετῶν, ἡ παρρησία, ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως, ἡ κακοπάθεια καί ἡ ταλαιπωρία γιά τήν ἀπόκτησή τους ἀποτελοῦν ὑποχρεώσεις τῶν πιστῶν, ἐάν ἐπιθυμοῦν νά ἀποτελοῦν ζῶντα καί ἐνεργά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Τό νά ἐπιζητεῖται ἀνάπαυση, ἀδιαφορία, ἐφησυχασμός, ἀδράνεια καί συχρόνως νά ἐπιδιώκεται ὁ ἀγώνας ὑπέρ τῆς Ἀληθείας αὐτό εἶναι κάτι τό ὀξύμωρο, ἄλλωστε ἡ ἑτοιμότητα γιά τά μαρτύρια καί τούς διωγμούς χαρακτήριζαν και χαρακτηρίζουν τήν ζωή ὅλων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

  Κατά κοινή ὁμολογία ἡ ἐκλογή στό ἐπισκοπικό ἀξίωμα ἔχει καταστῆ στίς ἡμέρες μας σκοπός ζωῆς τῆς πλειοψηφία τῶν ὑποψηφίων ἀρχιμανδτιτῶν καί μάλιστα πολλές φορές χωρίς τήν ὕπαρξη πραγματικῶν ἱκανοτήτων· καί ἀφοῦ χειροτονηθοῦν ἡ παραμονή τους στόν ἐπισκοπικό θῶκο ἔχει καταστῆ αὐτοσκοπός, ὁ ὁποῖος μάλιστα λειτουργεῖ εἰς βάρος τῶν ὑποχρεώσεών του πρός τό ἀξίωμα. Τήν ἴδια στιγμή ἡ προώθησή τους ἀπό τήν Ἱεραρχία ἀλλά καί ἀπό σκοτεινά κέντρα ἐκκλησιαστικῶν προσώπων πού ἐμφοροῦνται ἀπό οἰκουμενιστικό φρόνημα εἶναι μία ἀδιαφιλονίκητη πραγματικότητα. Ὅλες οἱ παραπάνω παρατηρήσεις ἐπιβεβαιώνονται ἀπό τήν σιωπή τῆς πλειοψηφίας τῶν ἐπισκόπων στίς ἀντίχριστες ἀποφάσεις τοῦ Καίσαρα.

  Καί γιά τούς λόγους αὐτούς εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη τό λαϊκό στοιχεῖο νά παραμείνη ἀκλόνητο στίς ὑποχρεώσεις του, ὡς Φύλαξ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Συντονιστική Ἐπιτροπή τῶν Πιστῶν τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Περιστερίου ὄντως πληροῖ στό ἀκέραιο τίς ὑποχρέωσείς της. Εἴθε τό παράδειγμα τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς νά ἀκολουθήσουν καί οἱ Πιστοί τῶν ἄλλων Μητροπόλεων.

  Next Article

Ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ πρὸς τήν Ἱεραρχίαν μὲ ἀφορμήν τὴν Σύγκλησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου