«Κοχλάζουσες μνῆμες»*

Share:

Γράφει ἡ Ἀφροδίτη Βιτουλαδίτη,

μαθήτρια Π. Λ. Ἰωνιδείου Σχολῆς (1ο  βραβεῖο)

1ον

Στὸ προσφυγικὸ σπίτι, σὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ὑποβαθμισμένες γειτονιὲς τοῦ Πειραιᾶ, ἡ κυρία Νιόβη Θεοδωρίδου, μία γυναίκα ποὺ τὸ ὄνομά της δὲν θὰ βρεῖτε στὰ βιβλία ἱστορίας, στέκει σκυμμένη πάνω ἀπὸ μία κοχλάζουσα κατσαρόλα. Τὰ χρόνια ἔχουν βαρύνει στὶς ὠμοπλάτες της καὶ ἔχουν ἀναγκάσει τὸν ἀδύναμο σκελετό της νὰ γείρει, παραδομένος στὶς κακουχίες τῆς προσφυγικῆς ζωῆς. Ἐκείνη, ὅμως, δὲν ἔχει ἐπιτρέψει στὶς κόρες τῶν ματιῶν της νὰ χάσουν τὴν λάμψη, τὴν ὁποία μόνο ἡ ἰσχυρὴ θέληση γιὰ ἐπιβίωση μπορεῖ νὰ προσδώσει.

Πρὶν δεκαπέντε χρόνια, βρέθηκε ἀνάμεσα στὸ ἑνάμισι ἑκατομμύριο τῶν Ρωμιῶν Μικρασιατῶν, οἱ ὁποῖοι βγῆκαν ζωντανοὶ ἀπὸ τὴν αἱμάτινη κόλαση τῆς καταστροφῆς στὴν Σμύρνη, μίας πόλης στὴν ὁποία ἡ ὁμαλὴ συν­ύπαρξη αἰώνων τυλίχθηκε στὶς φλόγες μέσα σ’ ἕνα μερόνυκτο. Οἱ ἀτμοὶ ποὺ ἐκλύονται ἀπὸ τὴν κατσαρόλα μὲ τὰ χόρτα, τὰ ὁποῖα μπόρεσε νὰ προμηθευτεῖ σήμερα ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἀγορά, θολώνουν τὴν ὅρασή της καὶ ἀπερίσκεπτα, ἀφήνουν τὸ μυαλὸ νὰ παρεκτραπεῖ σὲ ἐπικίνδυνες ὁδούς. Ἀναμνήσεις μπερδεμένες καὶ τραυματικές, παρουσιάζονται στὴν ἐξώπορτα τοῦ νοῦ σὰν ἀπρόσκλητοι καλεσμένοι, καὶ τὴν παρασέρνουν ἀποφασιστικὰ σ’ ἕνα πληγωμένο παρελθόν, τὸ ὁποῖο προτιμᾶ νὰ κρατᾶ κλειδωμένο στὰ σεντούκια ποὺ ἄφησε πίσω «στὴν Σμύρνη της».

Τὸ πολεμικὸ πλοῖο τοῦ ἀγγλικοῦ ναυτικοῦ ὀρθώνεται τώρα μπροστά της ἐπιβλητικό, προσ­αραγμένο μὲ τρόπο ἀδιάφορο στὴν προβλήτα, χλευάζοντας, θὰ ἔλεγες, μὲ τὴν οὐδετερότητά του, τὸν ἀνθρώπινο πόνο ποὺ δὲν ἔχει πλέον ἐθνικὸ χρῶμα. Φωνὲς ἀνδρῶν, κραυγὲς γυναικῶν, κλάματα παιδιῶν, ἀνακατεύονται μὲ τὸν μαῦρο καπνὸ ποὺ σήμανε τὸ τέλος τῆς Ἀρμένικης συνοικίας. Ἄνθρωποι ποὺ γαλουχήθηκαν στὰ παπλώματα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς εἰρήνης, κρατοῦν σφικτὰ στὸ ἕνα τους χέρι τοὺς ἀγαπημένους τους, καὶ στὸ ἄλλο ὅ,τι περιουσιακὸ στοιχεῖο μπόρεσαν νὰ ἀδράξουν στὴ φρενήρη φυγή τους. Ἐγκατέλειψαν τὴ θεατρικὴ παράσταση τῆς ζωῆς τους στὴ μέση, τὸ φαΐ στὸ τραπέζι, τὰ κρυστάλλινα ποτήρια στὸ ἑρμάριο, τὴ σοδειὰ ἀθέριστη στὰ χωράφια, τὶς φωτογραφίες στὶς κορνίζες. Οἱ θεατὲς μένουν ἀποσβολωμένοι καὶ οἱ ἠθοποιοὶ ἀποχωροῦν κυνηγημένοι. Τὸ ραντεβοὺ ἀνανεώνεται. Ἡ μάταιη ἐλπίδα τῆς ἐπιστροφῆς θὰ παρέμενε ἀσίγαστη γιὰ χρόνια στὶς καρδιὲς τῶν διωγμένων.

Ἡ κ. Νιόβη θυμᾶται πὼς ἐκείνη τὴν ἀποφράδα μέρα, στεκόταν κοντὰ στὴν προβλήτα, κρατώντας σφικτὰ τὸ τρεμάμενο χέρι τοῦ ἑπτάχρονου γιοῦ της, μὲ ἕνα πουγκὶ γεμάτο κοσμήματα, στερεωμένο καλὰ στὸν κόρφο της, τὸ μόνο ποὺ μπόρεσε νὰ πάρει μαζί της, τὴν ὥρα ποὺ ἡ φωτιὰ ἔγλειφε τοὺς τοίχους τοῦ πατρικοῦ της. Τὸ ἀγοράκι κοιτοῦσε, μὲ μάτια γεμάτα ἀπορία καὶ φόβο, τοὺς καπνούς, κραυγάζοντας συνεχῶς τὸ ὄνομα τῆς μεγάλης του ἀδελφῆς: «Ἀλεξάνδρα! Ἀλεξάνδρα ποῦ εἶσαι; Φεύγουμε!».

Δίπλα τους, βρισκόταν μία ὄμορφη κοπέλα, ἡ ὁποία ἀναζητοῦσε μὲ ἀγωνία τὴν οἰκογένειά της, μὲ τὸ ρὸζ φόρεμά της νὰ ἀνεμίζει, ἕρμαιο στὶς διαθέσεις τοῦ δυνατοῦ ἀνέμου. Ἡ κ. Νιόβη γνώριζε ὀδυνηρὰ καλὰ τὴ συνέχεια. Ὅταν ἕνας ἀγριωπός, ἔνστολος Τοῦρκος σκούντηξε τοὺς ἀπελπισμένους ἀνθρώπους, περνώντας ἐπιθετικὰ δίπλα τους, κατευθυνόμενος πρὸς τὸ νεαρὸ κορίτσι, οἱ σπαρακτικὲς φωνὲς τῆς γυναίκας δὲν μπόρεσαν νὰ ἀποτρέψουν τὸ κακό. Καταπνίχθηκαν ἀπὸ τὶς οἰμωγὲς τοῦ κατάμεστου λιμανιοῦ. Μέσα σὲ μία τραγικὴ εἰρωνεία, ὁ πόνος εἶχε μοιραστεῖ σὲ ἀτομικὲς μερίδες, προσπαθώντας νὰ φανεῖ δίκαιος μέσα στὴν ἀδικία τοῦ πολέμου καὶ τοῦ ἀποχωρισμοῦ.

Στὰ βουβὰ δάκρυα ποὺ ἀνάβλυζαν δηλητηριασμένα ἀπὸ τὰ μάτια τῆς κ. Νιόβης, ἐνστάλαζε ἡ θύμηση τοῦ δικοῦ της κοριτσιοῦ. Μόλις πρὶν ἀπὸ λίγες ὧρες, ἕνας Τοῦρκος ἀξιωματικὸς εἶχε εἰσβάλει στὸ σπίτι τους, καὶ τὴν εἶχε πάρει μακριὰ ἀπὸ τὴ μητρικὴ φωλιά. Ἡ μητέρα εἶχε ὁρμήσει ἐνστικτωδῶς πρὸς τὸ μέρος του, ὅμως, ἕνα χτύπημα μὲ τὴν κάννη τοῦ ὅπλου του, ἦταν ἀρκετό, γιὰ νὰ χάσει τὶς αἰσθήσεις της καὶ νὰ ξυπνήσει μόνη της, πολὺ ἀργότερα, μὲ τὴ σκέψη τῆς χαμένης κόρης νὰ τῆς τρυπάει τὰ σωθικὰ καὶ νὰ ματώνει τὴν σκέψη της.

Ἡ καρτερικὴ ψυχή της εἶχε ὑποστεῖ, ὅμως, καὶ ἄλλους τραυματισμούς. Ὁ ἄνδρας της ἐπιστρατεύθηκε ἀπὸ τοὺς πρώτους στὰ τάγματα ἐργασίας, καὶ λίγο ἀργότερα, ἔπαψε νὰ λαμβάνει νέα του. Ἄνθρωποι ποὺ γνώριζαν τὰ τεκταινόμενα, ψιθύριζαν, ἐδῶ καὶ καιρό, μεταξύ τους ὅτι ὁ τῦφος συνάντησε στὸν διάβα του τὸν κ. Θεοδωρίδη. Ἡ κ. Νιόβη εἶναι ρεαλίστρια. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαναφέρει τὸν σύζυγό της στὴν ζωή, δὲν μπορεῖ νὰ σώσει τὴν Ἀλεξάνδρα της. Δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσει τὰ σχέδια τῶν ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι νοσοῦν ἀπὸ τὴ μολυσματικὴ ἀσθένεια τῆς ἐξουσίας καὶ συζητοῦν, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς, πάνω σὲ δρύινα τραπέζια, μὲ ἀνοιγμένο ἐπάνω τὸν χάρτη τοῦ κόσμου, καὶ παραδίπλα ἀκουμπισμένα, τὸν χάρακα καὶ τὸ μολύβι, γιὰ νὰ ὁρίζουν τὶς ζωὲς χιλιάδων. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ ἡ κ. Νιόβη νὰ κάνει, εἶναι νὰ σώσει τὸν μοναχογιό της ἀπὸ τὶς στάχτες. Νὰ προστατέψει τὰ ἀθῷα παιδικὰ μάτια ἀπὸ τὴ φρικαλεότητα, γιὰ τὴν ὁποία εἶναι ἱκανὸς ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νὰ ἀργήσουν νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν ἀπώλεια τῶν ἀγαπημένων, τὴν τραγική τους κατάληξη.

Παραγκωνίζοντας βίαια τοὺς γύρω της, ἔφτασε στὴν ἄκρη τῆς προβλήτας καὶ κοίταξε, μὲ βλέμμα θηρευτικοῦ ζῴου, τὶς προσαραγμένες βάρκες καὶ τὰ καΐκια. Τὸ παιδὶ προσπαθοῦσε μὲ κόπο νὰ συμβαδίσει μὲ τὸν γοργὸ βηματισμὸ τῆς μητέρας του. Τὰ μάτια του εἶχαν γεμίσει δάκρυα, καθὼς ἡ συνειδητοποίηση τοῦ ἀποχωρισμοῦ θέριευε στὸ παιδικὸ μυαλό. Ἡ Ἀλήθεια εἶναι πολὺ εἰλικρινὴς καὶ ἐγωίστρια, γιὰ νὰ κρυφθεῖ.

-Πόσο γιὰ νὰ μὲ πᾶς ἀπέναντι;, πρόφερε ἡ κ. Νιόβη, μὲ φωνὴ βραχνιασμένη ἀπὸ τὸν καπνό, ἀπευθυνόμενη στὸν ἰδιοκτήτη τοῦ πλησιέστερου καϊκιοῦ.

Ὁ ἡλικιωμένος ἄνδρας τὴν κοίταξε ἐξεταστικὰ καὶ τὰ ἀλεπουδίσια χαρακτηριστικά του φωτίστηκαν. Μέχρι καὶ σήμερα, θυμᾶται καθαρὰ τὴ λέξη «λίρες» νὰ προφέρεται μὲ εὐχαρίστηση, μέσα ἀπὸ τὰ ξεραμένα ἀπὸ τὸ θαλασσινὸ ἁλάτι χείλια του. Θυμᾶται καὶ τὸν ἑαυτό της, νὰ ἀδειάζει μηχανικὰ τὸ πουγκὶ μὲ τὰ πολύτιμα χρυσαφικὰ μέσα στὴν βάρκα, νὰ τοῦ παραδίδει ὅσα νομίσματα πρόλαβε νὰ μαζέψει, πρὶν ξεσπάσει ἡ φωτιά. Δύο λίρες κράτησε μόνο, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ ἀναφέρει στὸ ἄπληστο ἁρπακτικό. Τὶς εἶχε τοποθετήσει στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ φορέματός της, πίσω ἀπὸ τὸν γιακά, καὶ τὶς φύλαγε γιὰ περίπτωση ἀνάγκης.

Τὸ ἤξερε, βέβαια, ἀκόμα καὶ ἐκείνη τὴν στιγμή, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς «ἀνάγκη» ἦταν εὐφημισμὸς μπροστὰ σὲ αὐτὸ ποὺ συντελοῦνταν στὸ λιμάνι τῆς Σμύρνης. Ἡ καταστροφὴ ἦταν παρόν. Τὸ καΐκι ἦταν ἀσφυκτικὰ γεμάτο ἀπὸ γυναικόπαιδα. Βαθιὰ μέσα της, ἡ κ. Νιόβη ἔνιωθε μὲ ἀπελπιστικὴ σιγουριά, πὼς αὐτὰ τὰ νομίσματα θὰ συνιστοῦσαν τὴ μόνη της ἀνάμνηση ἀπὸ τὴν ὄμορφη πατρίδα. Ἡ Σμύρνη ἄδειαζε, ἡ Σμύρνη καιγόταν. Δὲν θὰ ἔβλεπε ποτὲ ξανὰ τὸ ἀρχοντικὸ τῆς οἰκογένειάς της, ποτὲ ξανὰ δὲ θὰ ἄκουγε τὰ ἑλληνικὰ νὰ ὁμιλοῦνται μὲ αὐτοπεποίθηση, ἀνάμεικτα μὲ γέλια καὶ φιλοφρονήσεις, στοὺς ἀνατολίτικους δρόμους. Ὁ ἑλληνισμός, ὁ ὁποῖος εἶχε βαθιὲς ρίζες στὴν Ἀνατολή, θὰ γινόταν στάχτη μέσα σὲ ἕνα μερόνυκτο. Τὸ ἡμερολόγιο στὰ εὐρωπαϊκὰ γραφεῖα τῶν ἡγετῶν ἦταν ἀνοικτὸ στὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1922.

Ἡ κυρία Νιόβη Θεοδωρίδου στριμώχθηκε ἀνάμεσα στὸν κόσμο, μέσα στὸ καΐκι καὶ στράφηκε πρὸς τὸν γιό της. Τὸ παιδὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ τρέμει σύγκορμο καὶ χώθηκε στὴν ἀγκαλιά της. «Μαμά, δὲν ἀποχαιρέτησα τὸν Γιῶργο, θὰ μὲ περιμένει…», ψέλλισε ὁ μικρός, ἀναφερόμενος σ’ ἕνα συνομήλικο ἀγόρι, μὲ τὸ ὁποῖο συνήθιζε νὰ παίζει στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ. Γνωρίζονταν ἀπὸ τὴ γέννησή τους. «Νικόλαε, σιωπή», πρόφερε ἀπότομα ἡ κυρία Νιόβη. «Δὲν ἀποχαιρετᾶς κανέναν. Ὅλα καλὰ θὰ πᾶνε». Ὁ Νικόλας ἔμεινε σιωπηλός, κοιτώντας δακρυσμένος τὴ μητέρα του, καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο, ἀποκοιμήθηκε στὴν ἀγκαλιά της.

Ἡ κ. Νιόβη ἔμεινε νὰ κοιτάει ἀνέκφραστη τὶς φλόγες ποὺ ἔσβηναν τὰ χνάρια τῆς προηγούμενης ζωῆς της, καθὼς τὸ καΐκι ἀνοιγόταν, ἀγκομαχώντας, στὸ πέλαγος. Ἡ μονοτονία τῶν κυμάτων ξετύλιξε τὸ νῆμα τῆς μνήμης, ὁδηγώντας το, ἀκούσια, στὰ παιδικὰ καὶ νεανικά της χρόνια. Ἡ Σμύρνη ἀποτελοῦσε πάντα ἕνα περιβάλλον πολυπολιτισμικό, γεμάτο ζωή, φιλοπρόοδο καὶ ἀσφαλές. Ἡ ἴδια εἶχε τὴν τύχη νὰ λάβει σπουδαία μόρφωση, ἀφοῦ ὁ πατέρας της, δάσκαλος στὴν περιοχή, μὲ κῦρος καὶ βαθιὰ ἀφοσίωση στὶς ἀνθρωπιστικὲς ἐπιστῆμες, φρόντισε νὰ τῆς δώσει ὅλα τὰ ἀπαραίτητα πνευματικὰ ἐφόδια, στέλνοντάς την νὰ μαθητεύσει στὸ Κεντρικὸ Παρθεναγωγεῖο τῆς Σμύρνης.

*Τὸ Πανεπιστήμιον Πειραιῶς (διὰ τοῦ Ἀντιπρυτάνεως Γρηγόρη Χονδροκούκη) καὶ τὸ Πρότυπον Λύκειον τῆς Ἰωνιδείου Σχολῆς (διὰ τοῦ Διευθυντοῦ Χαραλάμπους Μηνάογλου καὶ τῶν φιλολόγων Γεωργίας Ἀρέτου, Κωνσταντίνου Λαζαράκου, Παρασκευῆς Χέλμη) συνδιωργάνωσαν Διαγωνισμὸν διὰ μαθητὰς Λυκείου μὲ θέμα: «1922-2022: Ἑκατὸ χρόνια ἀπὸ τὴν Καταστροφή» μὲ σκοπὸν τὴν καλλιέργειαν τῆς ἱστορικῆς συνειδήσεως καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ἱστορικῆς μνήμης. Ὁ «Ο.Τ.» διὰ νὰ συμβάλλη εἰς τὴν διάδοσιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, παρακινῶν καὶ ἑτέρους ἐκπαιδευτικοὺς νὰ πράξουν ὁμοίως καὶ ἐνθαρρύνων τὴν νέαν γενεάν, θὰ δημοσιεύση τὰ πονήματα τῶν τριῶν πρώτων βραβευθέντων, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τοῦ παρόντος, συγχαίρων ἐκθύμως ὅλους, τόσον διὰ τὴν πρωτοβουλίαν, ὅσον καὶ διὰ τὴν συμμετοχήν.

Previous Article

Χαιρετισμός του εκλεγμένου δημάρχου Χειμάρρας Φ. Μπελέρη

Next Article

Μπελέρης: Οι αλβανικές αρχές αρνούνται τη χορήγηση άδειας για την ορκωμοσία του