Τοῦ κ. Ἀλεξίου Π. Παναγοπούλου, Καθηγητοῦ καὶ Ἀκαδημαϊκοῦ (DDDr., Dr.Habil.)
Χωρὶς κάθαρσιν, νέα ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει
Ἡ ποιότητα μίας σύγχρονης δημοκρατίας δὲν κρίνεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴ διεξαγωγὴ ἐλεύθερων ἐκλογῶν. Κρίνεται πρωτίστως ἀπὸ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν θεσμῶν, τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης, τὴ διαφάνεια στὴ δημόσια διοίκηση, τὴν ἰσότητα ὅλων ἀπέναντι στὸν νόμο, τὴν οὐσιαστικὴ λογοδοσία τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπουσία διαφάνειας σὲ ἠθικὲς ἀξίες καὶ ἰδανικὰ ποὺ παραπέμπουν στὴν ὑπαρξιακὴ ὑπόσταση τοῦ Ὀρθοδόξου Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων.
Ὅταν οἱ πολίτες παύουν νὰ ἐμπιστεύονται ὅτι οἱ θεσμοὶ λειτουργοῦν ἀμερόληπτα καὶ μὲ τοὺς ἴδιους κανόνες γιὰ ὅλους, τότε ἡ κρίση παύει νὰ εἶναι ἁπλῶς πολιτικὴ καὶ μετατρέπεται σὲ ὑποστατικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ κράτους δικαίου. Ἡ σύγχρονη νομικὴ θεωρία τῆς συνταγματικῆς δημοκρατίας ὑποστηρίζει ὅτι ἡ δημοκρατικὴ νομιμοποίηση δὲν ἐξαντλεῖται στὴν ἀρχὴ τῆς πλειοψηφίας. Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ John Rawls, ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ ἀσκεῖται μέσα σὲ ἕνα πλέγμα θεσμικῶν περιορισμῶν ποὺ διασφαλίζουν τὴν ἐλευθερία, τὴν ἰσότητα καὶ τὴν προστασία τῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν πολιτῶν. Ὁ νομικὸς καὶ καθηγητὴς Πανεπιστημίου τῆς Μαγναύρας Κωνσταντινούπολης ὁ Μέγας Φώτιος σήμερα προσβλητικὰ παραθεωρεῖται ἀπὸ τὴ νομικὴ ἐπιστήμη, διότι ἀρέσκεται νὰ χρησιμοποιεῖ προτεσταντίζουσες θεωρίες τῆς Ἑσπερίας. Καὶ ἄλλοι χρησιμοποιοῦν τὰ φράγκικα ὑλικά, γιὰ νὰ μᾶς διδάξουν νομικὴ ἐπιστήμη, ποὺ ὅταν αὐτὴ εἶχε ἀναπτυχθεῖ στὴν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, ἡ Ἑσπερία δὲν γνώριζε νὰ τρώει μὲ κουτάλι.
Πάραυτα ἂς χρησιμοποιήσουμε καὶ τὸν Luigi Ferrajoli ποὺ θεωρεῖ ὅτι ἡ οὐσία τοῦ κράτους δικαίου ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ὑπαγωγὴ τῆς κρατικῆς ἐξουσίας στοὺς κανόνες τοῦ δικαίου καὶ ὄχι στὴν ἀνεξέλεγκτη κυριαρχία τῆς ἑκάστοτε κυβερνητικῆς πλειοψηφίας. Οἱ ἴδιες ἀρχὲς κατοχυρώνονται καὶ στὸ ἑλληνικὸ Σύνταγμα ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες Νομοθέτες. Τὸ ἄρθρο 26 Ἑλλ.Σ. θεμελιώνει τὴ διάκριση τῶν λειτουργιῶν, ἐνόσῳ τὸ ἄρθρο 87 κατοχυρώνει τὴ λειτουργικὴ καὶ προσωπικὴ ἀνεξαρτησία τῶν δικαστῶν, ἐνῶ τὸ ἄρθρο 120 ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ σεβασμὸς τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ θεμελιώδη ὑποχρέωση ὅλων τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας.
Ἡ ὕπαρξη αὐτῶν τῶν διατάξεων, ὅμως, δὲν ἀρκεῖ ἀπὸ μόνη της νὰ διασφαλίσει τὴν πολιτειακὴ ὑπαρξιακὴ σταθερότητα. Καθότι ἡ πραγματικὴ δοκιμασία κάθε δημοκρατίας βρίσκεται στὴν πρακτικὴ ἐφαρμογή τους. Σήμερα ἡ ἑπταετὴς διακυβέρνηση τοῦ Κυριάκου Μητσοτάκη ἀποτέλεσε περίοδο ἔντονης πολιτικῆς ἀντιπαράθεσης καὶ σημαντικῶν θεσμικῶν δοκιμασιῶν. Δὲν θὰ ἦταν οὔτε ἱστορικά, πολιτικά, οὔτε ἐπιστημονικὰ ὀρθὸ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ διαφθορὰ ἢ οἱ πελατειακὲς πρακτικὲς ἐμφανίστηκαν στὴν Ἑλλάδα μετὰ τὸ 2019. Ἀντιθέτως, συναποτελοῦν διαχρονικὲς παθογένειες τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ συστήματος καὶ τῆς γνωστῆς διχόνοιας, ὅταν οἱ Ἕλληνες γίνονται μέλη Μυστικῶν Ἑταιρειῶν. Κάτι ποὺ τὸ ἀγνόησαν διαχρονικὰ οἱ Ἕλληνες Πολιτικοί, ἐνόσῳ ὁ Ἄμισθος Κυβερνήτης Ἰω. Καποδίστριας τὸ εἶχε ἀπαγορεύσει γιὰ δημοσίους λειτουργοὺς καὶ στρατιωτικούς, μὲ διάταγμά του 36 ἡμέρας πρὶν τὴν δολοφονία του.
Ὡστόσο, ἡ ἔκταση, ἡ συχνότητα καὶ ἡ σοβαρότητα τῶν ὑποθέσεων ποὺ ἀναδείχθηκαν κατὰ τὴν τελευταία ἑπταετία διακυβέρνησης τῆς Ἑλλάδος δημιούργησαν εὔλογο προβληματισμὸ σχετικὰ μὲ τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν μηχανισμῶν ἐλέγχου, τὴ διαφάνεια τῆς δημόσιας διοίκησης καὶ τὴ λειτουργία τῆς θεσμικῆς λογοδοσίας.
Μάλιστα στὶς 20 Ἰουλίου ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἑορτάζει τὴ μνήμη τοῦ προφήτη Ἠλία, τοῦ δευτέρου Προδρόμου τῆς Παρουσίας Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος θανάτωσε πλῆθος Ἱερέων, Φαρισαίων καὶ Γραμματέων, ποὺ εἶχαν ξεφύγει ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅπως μᾶς ἀναφέρει ἡ ἱερὴ βιβλικὴ ἱστορία τοῦ Ἰσραήλ. Κι αὐτὸς θὰ γίνει σύμφωνα μὲ τὴν Ἱερὰ ὀρθόδοξο ὑμνολογία ὁ δεύτερος πρόδρομος τῆς παρουσίας Χριστοῦ, γιὰ νὰ καταγγείλει δημόσια τὸν ψεύτικο μεσσία, δηλαδὴ τὸν ἀντίχριστο, καὶ νὰ θανατωθεῖ ἀπὸ αὐτόν, ὅπου ὁ Κύριος αὐτῶν ἐσταυρώθη, δηλαδὴ στὴν πλατεῖα τῶν Ἱεροσολύμων, ἔξω ἀπὸ τὸ ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Παραμένει τὸ ἐρώτημα ἐὰν θὰ καταδεχθεῖ νὰ συνομιλήσει, μὲ τὸ Ἱερατεῖο καὶ μὲ τὸν τότε Πατριάρχη Ἱεροσολύμων καὶ τοὺς πολιτικοὺς καὶ διπλωμάτες τῆς ἐποχῆς του, ποὺ θὰ ἀπομυζοῦν τὸ λαὸ καὶ θὰ τὸν ἐξουθενώνουν μὲ τὰ ψέματά τους.
Ἡ σύγχρονη δημόσια συζήτηση δὲν περιορίστηκε πλέον σὲ μεμονωμένες περιπτώσεις οἰκονομικῆς κακοδιαχείρισης. Ἐπεκτάθηκε στὴ καλὴ ἢ κακὴ διαχείριση τοῦ δημόσιου χρήματος, στὶς δημόσιες συμβάσεις καὶ τὶς ἀπευθείας ἀναθέσεις, στὴ λειτουργία τῶν ὑπηρεσιῶν πληροφοριῶν, στὴν ἀσφάλεια τῶν μεταφορῶν, στὴ διαχείριση εὐρωπαϊκῶν πόρων, στὴν ἀνεξαρτησία τῶν μέσων ἐνημέρωσης, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου.
Ἡ διαφθορὰ σὲ ἕνα σύγχρονο δημοκρατικὸ κράτος δὲν ταυτίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ τὸν παράνομο οἰκονομικὸ πλουτισμό. Μπορεῖ νὰ ἐκδηλωθεῖ μέσῳ τῆς ἀδιαφάνειας, τῆς ἀποδυνάμωσης τῶν θεσμικῶν ἀντιβάρων, τῆς ἐργαλειοποίησης τῶν κρατικῶν μηχανισμῶν, τῆς συγκέντρωσης τῆς ὑπέρμετρης ἐξουσίας καὶ τῆς δυσχέρειας τῆς ἀποτελεσματικῆς λογοδοσίας.
Ὅταν ἡ σύγχρονη πολιτικὴ ἐξουσία ἐμφανίζεται νὰ λειτουργεῖ χωρὶς οὐσιαστικὸ ἔλεγχο, ἡ θεσμικὴ ἰσορροπία διαταράσσεται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ποινικὴ ἀξιολόγηση τῶν συγκεκριμένων πράξεων. Οἱ ὑποθέσεις ποὺ ἀπασχόλησαν τὴ σημερινὴ δημόσια ζωὴ —ὅπως ἡ λεγόμενη «Λίστα Πέτσα», οἱ ἀπευθείας ἀναθέσεις κατὰ τὴν περίοδο τῆς πανδημίας καὶ τῶν πειραματικῶν σκευασμάτων, οἱ παρακολουθήσεις μέσῳ τῆς ΕΥΠ καὶ τοῦ λογισμικοῦ Predator, ἡ τραγωδία τῶν Τεμπῶν καὶ οἱ ἐξελίξεις γύρω ἀπὸ τὸν ΟΠΕΚΕΠΕ— ἀνέδειξαν τὰ πολὺ κρίσιμα ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ σύγχρονη λειτουργία τῶν θεσμῶν.
Γιὰ πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὑποθέσεις οἱ δικαστικὲς διαδικασίες ἐξακολουθοῦν νὰ βρίσκονται σὲ ἐξέλιξη. Ὡς ἐκ τούτου, κάθε ἐπιστημονικὴ προσέγγιση ὀφείλει νὰ σέβεται ἀπολύτως τὸ τεκμήριο τῆς ἀθωότητας καὶ τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ πολιτικὴ εὐθύνη, ὡστόσο, δὲν ταυτίζεται πάντοτε μὲ τὴν ποινικὴ εὐθύνη. Στὰ κοινοβουλευτικὰ δημοκρατικὰ συστήματα, ἡ λογοδοσία τῆς κυβέρνησης ἀπέναντι στὴ Βουλὴ καὶ στὴν κοινωνία ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ θεσμικὴ ὑποχρέωση. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν στοιχειοθετεῖται ποινικὴ εὐθύνη, ἡ πολιτικὴ διαχείριση μίας κρίσης παραμένει ἀντικείμενο δημόσιας ἀξιολόγησης.
Νομικὸ ἐνδιαφέρον παρουσιάζει καὶ ἡ θέση τῆς ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι οὔτε δίκαιο οὔτε ἐπιστημονικὰ ὀρθὸ νὰ ἀμφισβητηθεῖ συλλήβδην ἡ ἀκεραιότητα τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Χιλιάδες δικαστικοὶ λειτουργοὶ προσπαθοῦν νὰ ἐπιτελοῦν καθημερινὰ τὸ ἔργο τους μὲ ἀνεξαρτησία καὶ ὑψηλὸ αἴσθημα εὐθύνης. Ἐδῶ χρειάζεται μεγάλη πίστη στὰ ἰδανικὰ τοῦ Ἔθνους, τὰ ὁποῖα βρίσκονται σὲ συνάρτηση μὲ τὸν ὅρκο τους. Παρὰ ταῦτα, οἱ μεγάλες καθυστερήσεις στὴν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἡ διαδικασία ἐπιλογῆς τῆς ἀνώτατης δικαστικῆς ἡγεσίας, ἡ ἀποτελεσματικότητα τῶν ἐλεγκτικῶν μηχανισμῶν καὶ ἡ δημόσια εἰκόνα τῆς θεσμικῆς ἀνεξαρτησίας, ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενο, τοῦ διαρκοῦς ἐπιστημονικοῦ καὶ πολιτικοῦ προβληματισμοῦ.
Οἱ προβληματισμοὶ αὐτοὶ δὲν περιορίζονται μόνο στὴν ἑλληνικὴ ἔννομη τάξη. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἐπιτροπή, μέσῳ τῶν ἐτήσιων Ἐκθέσεων γιὰ τὸ Κράτος Δικαίου, ἀξιολογεῖ συστηματικὰ ὅλα τὰ κράτη-μέλη ὡς πρὸς τὴν ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης, τὴν καταπολέμηση τῆς διαφθορᾶς, τὴν ἐλευθερία τῶν μέσων ἐνημέρωσης καὶ τὴ λειτουργία τῶν θεσμικῶν ἀντιβάρων. Παρὰ τὶς ἀξιολογήσεις ἡ κακοδιαχείριση καὶ ἡ ἀδιαφάνεια ἐπικρατεῖ, γιατί οἱ Θεσμοὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν μέτρο σύγκρουσης ὄχι μόνο τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας τους, ἀλλὰ καὶ τὶς ἠθικὲς ἀξίες τοῦ Χριστιανισμοῦ στὴν πράξη.
Ἀντίστοιχα, ἡ GRECO τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης ἔχει ἐπανειλημμένα διατυπώσει συστάσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα γιὰ τὴν ἐνίσχυση τῆς διαφάνειας, τῆς λογοδοσίας καὶ τῆς πρόληψης τῆς διαφθορᾶς.
Παράλληλα, ἡ νομολογία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου ἔχει ἐπανειλημμένα ὑπογραμμίσει ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἀμεροληψία τῆς Δικαιοσύνης συναποτελοῦν οὐσιώδη στοιχεῖα τοῦ δικαιώματος σὲ δίκαιη δίκη, ὅπως κατοχυρώνεται στὸ ἄρθρο 6 τῆς Εὐρωπαϊκῆς Σύμβασης Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεση τοῦ ΟΠΕΚΕΠΕ ἀνέδειξε μὲ ἰδιαίτερη ἔνταση τὴ σημασία ἀποτελεσματικῶν μηχανισμῶν ἐλέγχου στὴ διαχείριση τῶν εὐρωπαϊκῶν πόρων. Οἱ σχετικὲς ἔρευνες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Εἰσαγγελίας, οἱ ποινικὲς διώξεις ποὺ ἀσκήθηκαν, ὅπου κρίθηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις καὶ οἱ ἀρχειοθετήσεις ὑποθέσεων, ὅπου δὲν προέκυψαν ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ἐπιβεβαιώνουν ὅτι τὸ κράτος δικαίου λειτουργεῖ μόνο, ὅταν κάθε ὑπόθεση ἐξετάζεται ἐξατομικευμένα, χωρὶς συλλογικὲς ἐνοχοποιήσεις ἀλλὰ καὶ χωρὶς συλλογικὲς ἀπαλλαγές.
Τὸ λεγόμενο «ἐπιτελικὸ κράτος» ἀνέδειξε ἕνα διαχρονικὸ θεωρητικὸ ζήτημα τῆς δημόσιας διοίκησης: τὴ σχέση μεταξὺ συγκέντρωσης ἐξουσίας καὶ πολιτικῆς εὐθύνης. Ὅσο περισσότερο συγκεντρώνονται οἱ κρίσιμες ἀποφάσεις στὸ κέντρο τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τόσο ἰσχυρότερη καθίσταται ἡ ἀπαίτηση γιὰ οὐσιαστικὴ πολιτικὴ καὶ λογοδοσία, ὅταν ἀνακύπτουν σοβαρὲς θεσμικὲς δυσλειτουργίες.
Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες, ἡ δημόσια συζήτηση περὶ κυβέρνησης εἰδικοῦ σκοποῦ δὲν πρέπει νὰ προσεγγίζεται ἀποκλειστικὰ μέσα ἀπὸ τὸ πρῖσμα τῆς κομματικῆς ἀντιπαράθεσης. Πρόκειται γιὰ μία θεσμικὰ προβλεπόμενη πολιτικὴ ἐπιλογὴ ἑνὸς κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, ἐφόσον διαθέτει σαφῆ, περιορισμένη καὶ δημόσια ἐντολὴ μὲ ἀποκλειστικὸ ἀντικείμενο τὴν ἀποκατάσταση τῆς θεσμικῆς ὁμαλότητας, τὴν ἐνίσχυση τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Δικαιοσύνης, τὴν πλήρη διερεύνηση ὅλων τῶν ὑποθέσεων δημοσίου ἐνδιαφέροντος καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τοὺς θεσμούς.
Ἡ οὐσία τοῦ δημόσιου διαλόγου δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται στὴν ἐναλλαγὴ κυβερνητικῶν σχηματισμῶν, ἀλλὰ νὰ ἐπικεντρώνεται στὴν ἀποκατάσταση τῆς θεσμικῆς ἀξιοπιστίας τοῦ κράτους. Σὲ μία συντεταγμένη δημοκρατία, ἡ λογοδοσία δὲν ἀποτελεῖ πολιτικὴ ἐπιλογή, ἀλλὰ κάθετη καὶ οὐσιαστικὰ θεμελιώδη συνταγματικὴ ὑποχρέωση. Ἡ διερεύνηση κάθε ὑπόθεσης πρέπει νὰ πραγματοποιεῖται μὲ πλήρη σεβασμὸ στὸ τεκμήριο τῆς ἀθωότητας, στὴν ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης καὶ στὶς ἐγγυήσεις τοῦ κράτους δικαίου, χωρὶς πολιτικὲς παρεμβάσεις, συμψηφισμοὺς ἢ ἐπιλεκτικὲς ἐξαιρέσεις.
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν στοὺς θεσμοὺς προϋποθέτει πλήρη διαλεύκανση κάθε ὑπόθεσης ποὺ ἐγείρει ζητήματα δημοσίου συμφέροντος, οὐσιαστικὸ κοινοβουλευτικὸ ἔλεγχο, ἀποτελεσματικοὺς μηχανισμοὺς λογοδοσίας καὶ ἴση ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἔναντι ὅλων, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἢ θεσμικῆς ἰδιότητας. Μόνον ὑπὸ αὐτὲς τὶς προϋποθέσεις μπορεῖ νὰ ἐνισχυθεῖ ἡ νομιμοποίηση τῆς δημοκρατικῆς διακυβέρνησης.
Ἡ κρίση τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς θεσμοὺς δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ ἐπικοινωνιακὲς διαχειρίσεις, οὔτε μὲ ἁπλὴ ἐναλλαγὴ προσώπων στὴν ἐξουσία. Ἀντιμετωπίζεται μὲ θεσμικὴ ἀνασυγκρότηση, διαφάνεια, ἀποτελεσματικὴ λογοδοσία καὶ ἀπόλυτο σεβασμὸ στὶς ἀρχὲς τοῦ κράτους δικαίου. Μόνον τότε ἡ Πολιτεία μπορεῖ νὰ ἀνακτήσει τὴν ἀξιοπιστία της καὶ νὰ θεμελιώσει μία πραγματικὰ νέα σχέση ἐμπιστοσύνης μὲ τὸν πολίτη.
Ἡ χώρα χρειάζεται ὄχι μόνο πολιτικὴ ἀλλαγή, ἀλλὰ κυρίως θεσμικὴ ἀναγέννηση. Ἡ ἐπιστροφὴ στὶς Ρίζες, στὰ Ἰδανικὰ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Πατρίδας εἶναι ὑπαρξιακὴ ἀναγκαιότητα. Ἡ ἀλήθεια, ἡ διαφάνεια, ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ λογοδοσία ἀποτελοῦν τὶς ἀναγκαῖες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας.
Χωρὶς λογοδοσία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει οὐσιαστικὴ κάθαρση. Καὶ χωρὶς κάθαρση δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ νέα ἀρχὴ γιὰ τὴν ἑλληνικὴ δημοκρατία. Δίχως τὴ μετάνοια, δίχως τὴ μεταβολὴ τοῦ προηγούμενου νομικοῦ καὶ πολιτειακοῦ καὶ πολιτικοῦ τρόπου σκέψης δὲν μποροῦν ἀπὸ μόνοι τους οἱ Θεσμοὶ νὰ ἀποκτήσουν τὴν ὑπαρξιακή τους αὐτοτέλεια καὶ νὰ ἀντλήσουν τὴ μεταμορφωτική τους δυνατότητα. Δίχως ἀληθινὴ πίστη ὅλα ἐπιτρέπονται. Γιὰ αὐτὸ ὁ διδάχος Κοσμᾶς Αἰτωλὸς ἔλεγε σὲ μικροὺς καὶ μεγάλους, Χριστὸς καὶ Ἑλλάδα σᾶς χρειάζεται.




