Ὑπὸ τοῦ Πρωτ/ρου Ἀθανασίου Παπαδάκη Γενικοῦ
Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἐλευθερουπόλεως
Συμπληρώνονται μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας εἴκοσι ἑπτὰ χρόνια ἀπὸ τὴν πρὸς Κύριον ἐκδημία τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου κυροῦ Κωνσταντίνου Πούλου.
Ὁ Ἱεράρχης αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας μας κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἀρχιερατείας του δοκιμάστηκε ἀπὸ θλίψη καὶ πόνο, γιατί περιφρονήθηκε ἀπὸ ἀδελφούς του καὶ ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους εὐεργέτησε. Ἀπὸ τὰ νεανικά μου χρόνια γνώρισα ἀπὸ πολὺ κοντὰ τὸν Ἱεράρχη καὶ εὐεργετήθηκα ἀπὸ αὐτόν, καὶ θεωρῶ χρέος ἱερὸ νὰ σκιαγραφήσω τὸν κατὰ πάντα ἄξιο Μητροπολίτη ἀναφερόμενος στὸ ὑπέροχο ἔργο, τὸ ὁποῖο ἐπιτέλεσε στὴν γενέτειρά μου, καθὼς καὶ στὴν μετέπειτα δοκιμασία του.
Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1957 παραιτήθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο τῆς ἱστορικῆς Μητροπόλεως Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου ὁ Μητροπολίτης Ἰωακεὶμ Σιγάλας, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 ἔτη τὴν ἐποίμανε μὲ συνέπεια καὶ αὐταπάρνηση ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα ἁγίων προκατόχων του.
Τοποτηρητὴς τοῦ κενωθέντος Μητροπολιτικοῦ θρόνου εἶχε τοποθετηθεῖ ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀλεξανδρουπόλεως Ἰωακεὶμ Καβύρης.
Τὴν 7ην Νοεμβρίου τοῦ 1957 ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν Θεόκλητον παμψηφεὶ ἐκλέγει ὡς Μητροπολίτη Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου τὸν Ἀρχιμανδρίτη, Ἱεροκήρυκα καὶ Πρωτοσύγκελλο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Αἰτωλοακαρνανίας, Κωνσταντῖνο Ποῦλο καὶ τὴν 13ην τοῦ ἰδίου μηνὸς ἐ.ἔ. χειροτονήθηκε στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τὸν Μακαριωτάτο Ἀρχιεπισκόπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος Θεόκλητο συμπαραστατουμένου ἀπὸ τοὺς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Αἰτωλοακαρνανίας Ἱεροθέου, Ἀττικῆς καὶ Μεγαρίδος Ἰακώβου, Ἐδέσσης καὶ Πέλλης Διονυσίου καὶ Σισανίου καὶ Σιατίστης Ἰακώβου.
Ποιὸς ὅμως ἦταν ὁ νέος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου Κωνσταντῖνος Ποῦλος;
Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σιταραλώνα Ἀγρινίου τὸ ἔτος 1912 ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς. Γράφει γιὰ τὴν οἰκογένεια Πούλου ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ἱερόθεος Βλάχος, πνευματικὸ ἀνάστημα τοῦ Μητροπολίτη Ἐδέσσης Καλλινίκου, ἀδελφοῦ κατὰ σάρκα τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου κυροῦ Κωνσταντίνου, στὸ βιβλίο του «Κόσμημα τῆς Ἐκκλησίας. Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Μητροπολίτη Ἐδέσσης Καλλίνικου»: «… Οἱ γονεῖς τοῦ Γέροντός μου ἦταν πραγματικὰ εὐλογημένοι. Ὁ πατέρας του Γεώργιος ἦταν ἁπλὸς καὶ καλοκάγαθος ἄνθρωπος. Ἡ μητέρα του Αἰκατερίνη ἦταν πανέξυπνη γυναίκα καὶ πραγματικὴ ἀσκήτρια. … Γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν ἔχει μεγάλη σημασία ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς στὴν ὁποία μεγαλώνουν. … Ὅταν ὅμως τὸ περιβάλλον εἶναι ἅγιο, τότε βοηθεῖται στὴν ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητός τους … ἀξιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μεγαλώση καὶ νὰ ἀναπτυχθῆ μέσα σ’ ἕνα Ἅγιο περιβάλλον, ποὺ ἦταν ποτισμένο μὲ τὶς παραδόσεις τῆς Ρωμιοσύνης, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀνατροφή του καὶ ἡ ἐξέλιξή του ἦταν κατὰ πάντα φυσιολογικὴ … Μία ἀπὸ τὶς μεγάλες ἀρετὲς τῆς οἰκογένειας αὐτῆς ἦταν ἡ φιλοξενία καὶ γενικὰ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο …».
Καὶ τὰ μὲν μαθήματα τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου διδάχθηκε εἰς τὴν ἰδιαιτέρα του πατρίδα, τὰ δὲ τοῦ Γυμνασίου στὸ Γυμνάσιο Θέρμου, ὅπου καὶ ἀποφοίτησε μὲ ἄριστα. Μετὰ ἀπὸ ἐπιτυχεῖς εἰσαγωγικὲς ἐξετάσεις εἰσήχθηκε στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ὅπου καὶ ἀποφοίτησε τὸ 1935.
Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1936 προσελήφθηκε, ἀπὸ τὸν πνευματικό του πατέρα, Μητροπολίτη Αἰτωλοακαρνανίας Ἱερόθεο, στὰ γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1940 ὡς γραμματέας καὶ λαϊκὸς ἱεροκήρυκας. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἀνέπτυξε ἀξιόλογη δράση πρὸς πᾶσαν κατεύθυνση, ἱδρύοντας Κατηχητικὰ Σχολεῖα ὅλων τῶν βαθμίδων.
Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1941 χειροτονεῖται Διάκονος καὶ τὸν Ἰούλιο Πρεσβύτερος, διορισθείς ταυτόχρονα καὶ Πρωτοσύγκελλος τῆς ἴδιας Ἱερᾶς Μητροπόλεως ἀπὸ τὸν Γέροντά του, Μητροπολίτη Ἱερόθεο. Κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα τῆς ἐπάρατης ξενικῆς κατοχῆς ἀνέπτυξε φιλανθρωπικὴ δράση, ἱδρύοντας συσσίτια γιὰ τοὺς ἀπόρους καὶ φυλακισμένους συμπολίτες του.
Ἐπειδὴ στὰ σκοτεινὰ ἐκεῖνα χρόνια τῆς ξενικῆς κατοχῆς καὶ ἐπιβουλῆς κατὰ τῆς πατρίδας μας ἀντέταξε σθεναρὴ ἀντίσταση κατὰ τῶν ἐπιχειρούντων τὴν κατάργηση τῆς νόμιμης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἐπιχειρήθηκε ἡ φυλάκισή του στὸ Ἀγρίνιο, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔγινε, χάρη στὴν ἐπέμβαση τῶν ἐκεῖ Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν καὶ μέχρι διαδηλώσεως γιὰ τὸν σκοπὸν αὐτό.
Κατὰ τὸ μετέπειτα διάστημα ἐκτὸς τῶν καθηκόντων του ὡς Πρωτοσύγκελλος τῆς Μητροπόλεως ἔκανε ἀπογευματινὲς ὁμιλίες στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Σπυρίδωνος Μεσολογγίου, διηύθυνε τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα, περιόδευε σὲ ὅλη τὴν Μητρόπολη διδάσκοντας, νουθετώντας, παρηγορώντας καὶ ἐνισχύοντας τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ πρόταση τοῦ Νομάρχη Αἰτωλοακαρνανίας, τοῦ ἀπενεμήθηκε ὁ χρυσὸς Σταυρὸς τοῦ Φοίνικα, γιὰ τὴν τόσο σπουδαία καὶ πολυσχιδῆ δράση του.
Μὲ πρόταση τοῦ γέροντά του Μητροπολίτη Αἰτωλοακαρνανίας, γιὰ τὴν κενωθεῖσα θέση τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλης Διδυμοτείχου, Ὀρεστιάδος καὶ Σουφλίου, ἐκλέγεται παμψηφεὶ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.
Τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου τῆς 21ης Δεκεμβρίου τοῦ 1957 φτάνει σιδηροδρομικῶς στὴν πρωτεύουσα τοῦ Νομοῦ Ἕβρου, τὴν Ἀλεξανδρούπολη, συνοδευόμενος ἀπὸ τὴν μητέρα του καὶ τὸν ἀδελφό του, Ἀρχιμανδρίτη Καλλίνικο Ποῦλο, μετέπειτα Μητροπολίτη Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας καὶ πρόσφατα ἁγιοκαταταχθέντα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἑορτάζεται στὶς 9 Αὐγούστου.
Τὴν ἑπομένη, Κυριακὴ 22 Δεκεμβρίου, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀλεξανδρουπόλεως Ἰωακεὶμ καὶ τὶς ἀρχὲς τοῦ Νομοῦ Ἕβρου φθάνει στὸ Διδυμότειχο, ἀφοῦ προηγουμένως τοῦ ἔγινε ὑποδοχὴ στὸ χωριὸ Κορνοφωλιά, στὴν πόλη τοῦ Σουφλίου καὶ στὸ χωριὸ Λάβαρα καὶ στὶς 3 τὸ ἀπόγευμα ἡ συνοδεία τοῦ νέου Μητροπολίτου ἀφίχθηκε στὴν πόλη τοῦ Διδυμοτείχου, ὅπου ἡ διοργανωθεῖσα ὑποδοχὴ προσέλαβε πλέον ἐπίσημο καὶ πάνδημο χαρακτῆρα, χτυπώντας χαρμόσυνα οἱ καμπάνες τῶν Ἐκκλησιῶν. Στὴν κεντρικὴ πλατεῖα τῆς πόλεως ὑποδέχθηκαν τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Κωνσταντῖνο καὶ τοὺς ἐπισήμους ποὺ τὸν συνόδευαν, ὅλες οἱ ἀρχὲς τοῦ Νομοῦ καὶ τῆς πόλεως, ὁ ἱερὸς Κλῆρος, ἀντιπροσωπίες διαφόρων ὀργανώσεων, σύλλογοι καὶ οἱ μαθητὲς τῶν σχολείων.
Σχηματίσθηκε ἡ προβλεπομένη γιὰ τὶς περιστάσεις αὐτὲς πομπή, ἡ ὁποία ἔφτασε στὸν Μητροπολιτικὸ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ὅπου ἔγινε ἡ ἀκολουθία τῆς ἐνθρονίσεως. Ἀκολούθησαν προσφωνήσεις ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ ὁ ἐνθρονιστήριος λόγος τοῦ νέου Μητροπολίτου, στὸν ὁποῖο μεταξὺ ἄλλων εἶπε: «Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας, ἥτις μὲ ἔθεσεν εἰς τὴν Λυχνίαν τῆς Ἱερᾶς ταύτης Μητροπόλεως καὶ νὰ μὴ διαψεύσω τὰς ἐλπίδας, ἅς ἐστήριξαν εἰς ἐμὲ ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ. κ. Θεόκλητος καὶ οἱ συγκροτοῦντες τὴν Ἁγίαν καὶ Ἱερὰν Σύνοδον ἅγιοι Ἀρχιερεῖς καὶ δὲν θὰ παύσω δεόμενος διὰ τὴν κατάρτισιν ὑμῶν, ἵνα γένησθε ἄμεμποι καὶ ἀκέραιοι, ὡς φωστῆρες ἐν κόσμῳ λάμποντες, εἰς καύχημα ἐμοὶ ἐν τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ….».
Μετὰ τὴν λήξη τῆς ἀκολουθίας τῆς ἐνθρονίσεως ἀκολούθησε δεξίωση στὸ Μητροπολιτικὸ Μέγαρο.
Μόλις ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του ὁ νέος μητροπολίτης ἔστρεψε τὴν προσοχή του στὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν τροφοδοσία τοῦ ποιμνίου του. Ἔτρεχε κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη ἑορτὴ ἀπὸ ἐκκλησία σὲ ἐκκλησία, στὶς πόλεις καὶ τὰ χωριὰ νὰ λειτουργήσει, νὰ κηρύξει τὸ Θεῖο Λόγο, νὰ διανείμει τὸ χριστιανικὸ ἔντυπο, νὰ γνωρίσει καὶ νὰ συνομιλήσει μὲ τὸ ποίμνιό του, νὰ βοηθήσει τοὺς ἱερεῖς του καὶ νὰ στηρίξει αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἀνάγκες καὶ προβλήματα.
Ὁ Μητροπολίτης Κωνσταντῖνος περιέβαλλε μὲ εὔνοια καὶ συμπάθεια καὶ τὶς διάφορες χριστιανικὲς ὀργανώσεις καὶ ἐνεθάρρυνε τὸ ἔργο τους, διότι τὶς θεωροῦσε ὡς ἐντεταγμένες στὴν ὅλη προσπάθεια τῆς Μητροπόλεως γιὰ τὴν κατὰ Χριστὸν διαποίμανση τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἀείμνηστος Ἱεράρχης ἐπὶ δεκαεπτὰ ὁλόκληρα χρόνια δὲν γνώρισε ἀνάπαυση, ἐργαζόμενος νύκτα καὶ ἡμέρα γιὰ τὴν πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ πρόοδο τοῦ ἀκριτικοῦ καὶ πολύπαθου ποιμνίου του. Κάτω ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες περιόδευε πολλὲς φορὲς μὲ στρατιωτικὰ αὐτοκίνητα τὴν ἀκριτικὴ ἐπαρχία του ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο ἕως τὸ ἄλλο.
Φλογερός, ἀκούραστος, δυναμικός, πανέξυπνος ἔδωσε πνοὴ εἰς τὴν περιφέρειά του, ὅπου ἀνήγειρε ἐκ θεμελίων καὶ ἐγκαινίασε πλέον τῶν 70 ἱερῶν ναῶν καὶ χειροτόνησε πάνω ἀπὸ 80 ἱερεῖς. Ὅταν ἦρθε στὸ Διδυμότειχο βρῆκε πολλὲς κενὲς ἐνορίες καὶ ὅταν ἔφυγε οἱ 100 καὶ πλέον ἐνορίες εἶχαν τοὺς ἱερεῖς τους. Δὲν τοὺς χειροτόνησε μόνον, ἀλλὰ στὴν Ἱερὰ Μονὴ τῆς Κορνοφωλιᾶς ἵδρυσε καὶ ταχύρυθμη Σχολή, ὅπου φωτισμένοι Κληρικοὶ καὶ Καθηγητὲς δίδασκαν τοὺς ἱερεῖς, καταρτίζοντας αὐτοὺς καταλλήλως. Ἵδρυσε καὶ ἀνήγειρε ἐκ θεμελίων τέσσερα ἐκκλησιαστικὰ μαθητικὰ οἰκοτροφεῖα στὸ Διδυμότειχο, τὴν Ὀρεστιάδα, τὸ Σουφλὶ καὶ τὰ Δίκαια, στὰ ὁποῖα φιλοξενοῦνταν 400 μαθήτριες Γυμνασίου καὶ Λυκείου κάθε ἔτος. Γιὰ τὴν ἀνέγερσή τους δαπανήθηκαν περίπου 20.000.000 δραχμές, ἐκτὸς τῶν διατεθέντων ποσῶν γιὰ τὴν ἄρτια ἐπίπλωση τῆς λειτουργίας τους.
Τὸ 1959 μὲ πρωτοβουλία του γίνεται ἀνασύσταση τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δαδιᾶς, ἀδελφοί τῆς ὁποίας ὑπῆρξαν ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς Δημήτριος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, ὁ Μητροπολίτης Ἀχελῴου Εὐθύμιος, οἱ Ἀρχιμανδρίτες π. Παῦλος Καββαδίας, π. Νικήτας Βουτηρᾶς κ.ἄ.
Στὴν Ἱερὰ Μονὴ Δαδιᾶς ἀπὸ τὸ 1962 φιλοξενοῦνται οἱ Κατασκηνώσεις τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως. Γιὰ τὴν εὔρυθμη λειτουργία τῶν Κατασκηνώσεων ἀνήγειρε τὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, κοιτῶνες καὶ ἑστιατόρια καὶ κάθε καλοκαίρι φιλοξενοῦσαν πάνω ἀπὸ 200 παιδιὰ τῆς ἀκριτικῆς ἐπαρχίας. Ἀνήγειρε καὶ ἐπίπλωσε αἴθουσες διαλέξεων καὶ Κατηχητικῶν σχολείων.
Μετὰ ἀπὸ ἔντονες ἐνέργειές του, τὸ κράτος διέθεσε πάνω ἀπὸ 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν γιὰ τὴν ἀνέγερση καὶ ἀνακαίνιση Ἱερῶν Ναῶν, σχολείων, τοῦ Μητροπολιτικοῦ μεγάρου στὸ Διδυμότειχο καὶ πληθώρα κοινωφελῶν ἔργων.
Διέθεσε χιλιάδες ἔντυπα καὶ εἰκόνες στὶς ἐνορίες ποὺ ἐπισκεπτόταν ἀνελλιπῶς, καὶ στὶς στρατιωτικὲς μονάδες τοῦ ἀκριτικοῦ Ἕβρου. Διένειμε ρουχισμὸ καὶ σχολικὰ εἴδη στὰ σχολεῖα τῆς ἐπαρχίας του.
Ὁ λιτὸς Ἱεράρχης μὲ τὶς ἀναμφισβήτητες διοικητικὲς ἱκανότητες διέθεται τὰ 2/3 τοῦ μισθοῦ του ἐνισχύοντας ἀπόρους καὶ βοηθώντας οἰκογένειες στρατευμένων τῆς περιοχῆς. Ζοῦσε βίον ἀσκητικό, διέμενε μόνος στὴν Μητρόπολη, χωρὶς ὑπηρετικὸ προσωπικό.
Πολύτιμοι συνκυρηναῖοι στὸ δύσκολο ἔργο του, ὁ Ἱεροκήρυκας καὶ Ἱεραπόστολος τοῦ Ἕβρου π. Παῦλος Καββαδίας, ὁ ἁπλὸς καὶ ἀκούραστος ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ ἱερεῖς του καὶ ἰδιαιτέρως ὁ π. Γεώργιος Μπετσάκος στὴν Ὀρεστιάδα, ὁ π. Σπυρίδων στὸ Σουφλί, καὶ οἱ διακονοῦντες ἱερεῖς στὰ Γραφεῖα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως.
Ἐκεῖνος ὅμως ὁ ὁποῖος ἦταν πλησιέστερα στὸν Μητροπολίτη καὶ ἀφοσιωμένος σ’ αὐτόν, θυσιάζοντας πολλὲς φορὲς τὴν θαλπωρὴ τῆς οἰκογενείας του ἦταν ὁ κ. Ἀθανάσιος Παπάζογλου, ὁ ὁδηγὸς τοῦ Μητροπολίτου, ποὺ σὰν ἄλλος ἄγγελος ἔστεκε πάντα δίπλα του προσφέροντας τὶς πολύτιμες ὑπηρεσίες του, διακονώντας ἕνα ἀσκητικὸ καὶ ἀνιδιοτελῆ διάκονο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους.
Ἡ Μεγάλη Δοκιμασία
Ἐνῷ ὁ κατὰ πάντα ἄξιος Ποιμενάρχης βρισκόταν στὸ ἀποκορύφωμα τῆς ἀεικίνητης δράσεως καὶ προσφορᾶς του στὸν ἀκριτικὸ λαὸ τοῦ Ἕβρου, ἀνακοινώθηκε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ ἡ ἀπόφαση τῆς Πρεσβυτέρας Ἱεραρχίας νὰ τὸν κηρύξει ἔκπτωτο ἀπὸ τὸν Μητροπολιτικὸ Θρόνο μαζὶ μὲ ἄλλους 11 Ἀρχιερεῖς χωρὶς προηγουμένως νὰ γίνει κάποια δίκη, χωρὶς νὰ τοῦ ἀπαγγελθεῖ κατηγορία, χωρὶς δικαίωμα ἀπολογίας, διότι ἡ ἀπολογία εἶναι πανανθρώπινο δικαίωμα. Μόνο σὲ χῶρες αὐταρχικῶν καθεστώτων συμβαίνουν αὐτά. Νὰ καταδικάζονται, νὰ ἐκθρονίζονται Ἱεράρχες, νὰ φυλακίζονται, ἢ καὶ νὰ ἐξορίζονται, ἀπαγγελλομένης ἁπλῶς τῆς α ἢ β κατηγορίας.
Ὅλοι αἰφνιδιάστηκαν, ὅλοι ἐξεπλάγησαν, ὅλοι θορυβήθηκαν, διότι ἦταν ἀδύνατο νὰ πιστεύσουν ὅτι ἕνας ἀνεπίληπτος, δραστήριος καὶ στοργικὸς Ποιμενάρχης ἦταν δυνατὸν νὰ προκαλέσει μία τέτοια ἐτυμηγορία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Δικαιοσύνης.
Μετὰ τὴν ἐκθρόνισίν του (11 Ἰουλίου 1974) παρέμεινε γιὰ ἕνα μικρὸ διάστημα στὴν Ἱερὰ Μητρόπολίν του ἐνισχύοντας καὶ εἰρηνεύοντας ὅλους ἐκείνους ποὺ κατέφευγαν στὸ Γραφεῖο του ἀγανακτισμένοι καὶ διαμαρτυρόμενοι.
Μετὰ ὅμως ἀπὸ ὥριμη σκέψη, καὶ καθὼς ἔβλεπε ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ δικαίου δὲν ἀπασχολοῦσε κἄν ἐκείνους ποὺ τὸν ἀδίκησαν, ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν τόπο ποὺ τόσο ἀγάπησε, νὰ πάρει τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Ἱερὰ Μητρόπολη Ἐδέσσης, πλησίον του ἀδελφοῦ του, Ἁγίου Καλλινίκου, Μητροπολίτου τότε Ἐδέσσης, Πέλλης καὶ Ἀλμωπίας. Κοντὰ του φιλοξενήθηκε δέκα ὁλόκληρα χρόνια (1974 – 1984) ἕως τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου Ἱεράρχου τὸν Αὔγουστο τοῦ 1984. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια δὲν σταμάτησε νὰ λειτουργεῖ, νὰ τελεῖ ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ ἱερὰ Μυστήρια, νὰ ἐκπροσωπεῖ τὸν Ἅγιο Ἐδέσσης ὅπου χρειαζόταν, νὰ περιοδεύει ὅλη τὴν Μητρόπολη κηρύττοντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ προσφέροντας ἀγάπη καὶ καλωσύνη στοὺς ἱερεῖς καὶ εἰς ὅσους τὸν διακονοῦσαν.
Ἐπειδὴ ὅμως τὰ δύο ἀδέλφια εἶχαν πολὺ διαφορετικοὺς χαρακτῆρες, ἐξ αἰτίας μάλιστα τῶν τόσων δεινῶν ποὺ προηγήθηκαν στὸν τρικυμιώδη βίο τοῦ Κωνσταντίνου δημιουργοῦσαν ἀρκετὲς φορὲς προβλήματα στὸν ἤπιο χαρακτῆρα τοῦ Καλλινίκου, ὁ ὁποῖος ὅμως μὲ πολὺ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη ἀντιμετώπιζε ὅλη τὴν δοκιμασία τοῦ ἀδελφοῦ του, τὸν ὁποῖον ὑπεραγαποῦσε, ἐνθυμούμενος πάντοτε τὸν μεγάλο εὐεργέτη, ὁ ὁποῖος τὸν σπούδασε, τὸν χειροτόνησε διάκονον καὶ Πρεσβύτερον καὶ τὰ μέγιστα βοήθησε γιὰ τὴν προαγωγή του. Αὐτὸ ἄλλωστε τὸ ἀναφέρει ὁ ἅγιος Καλλίνικος εἰς τὴν διαθήκην του «… ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ τὸν ἀδελφόν μου Κωνσταντῖνον, μὲ τὸν τίμιον ἱδρῶτα τοῦ ὁποίου ἐσπούδασα. Κύριος ὁ Θεὸς δώη αὐτοῖς κατὰ τὴν καρδίαν αὐτῶν …».
Πρέπει δὲ νὰ σημειώσουμε ὅτι στὶς 2 Μαΐου τοῦ 1991 ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἵδρυσε 7 προσωποπαγεῖς Μητροπόλεις γιὰ τὴν τακτοποίηση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος. Ἡ ἀπόφαση ἔγινε νόμος τοῦ κράτους στὶς 16 Μαΐου. Μὲ τὸν νόμο αὐτὸ τακτοποιήθηκαν τρεῖς Μητροπολίτες. Ὁ Ζακύνθου Ἀπόστολος στὴ Μητρόπολη Κιλκίς, ὁ Παραμυθίας Παῦλος στὴ νεοϊδρυθεῖσα Μητρόπολη Ἁγιᾶς καὶ Συκουρίου καὶ ὁ Τρίκκης καὶ Σταγῶν Σεραφεὶμ στὴ νεοϊδρυθεῖσα Μητρόπολη Σταγῶν καὶ Μετεώρων. Ὁ γέρων Μητροπολίτης Διδυμοτείχου ἀρκέστηκε στὴ δικαίωσή του ἀπὸ τὴν Πολιτεία καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν θέλησε νὰ πάρει νέα Μητρόπολη.
Μετὰ τὴν κοίμησιν τοῦ ἁγίου ἀδελφοῦ του Καλλινίκου ἐγκαταλείπει τὴν Ἔδεσσαν πονεμένος καὶ πληγωμένος πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὴν πρώτη του δοκιμασία καὶ ἐγκαθίσταται στὴν Ἀθήνα φιλοξενούμενος ἀπὸ τὴν ἐκλεκτὴ ἀδελφή του Θωμαΐδα. Ἕνα χρόνο ἔμεινε περίπου μαζί της, διότι καὶ ἐκείνη χτυπήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπάρατο ἀσθένεια τοῦ καρκίνου καὶ ἐκοιμήθη, καὶ ἔτσι ὁ Κωνσταντῖνος ἔμεινε καὶ πάλι ἄστεγος.
Τότε ὁ μακαριστὸς Ἀρχιεπίσκοπος Σεραφεὶμ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ φιλοξενηθεῖ στὸ ἵδρυμα ὑπερηλίκων τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, στὴν Ἁγία Παρασκευὴ Ἀττικῆς. Ἐκεῖ ἔμεινε ἄλλα δέκα χρόνια περίπου ἔχοντας ξεχωριστὸ διαμέρισμα. Ἐκεῖ στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἱδρύματος λειτουργοῦσε κάθε Κυριακὴ καὶ ἑορτὲς ὡς ἁπλὸς ἱερεύς. Ἐπίσης ὅσο ζοῦσε ὁ φλογερὸς ἐκεῖνος Ἱεράρχης τῆς Νίκαιας Γεώργιος, τὸν καλοῦσε καὶ λειτουργοῦσε σὲ διαφόρους Ἱεροὺς Ναοὺς τῆς Μητροπόλεώς του.
Τὴν περίοδον τοῦ θέρους κατέφευγε στὴν ἰδιαιτέρα πατρίδα του τὰ Σιταράλωνα, φιλοξενούμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς του.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1994 ἐνῷ ἔκανε θεραπεία στὰ θερμὰ Λουτρὰ τοῦ Θέρμου, τραυματίσθηκε καὶ ἔσπασε τὸ πόδι του. Ἐκεῖ τοῦ προσφέρθηκαν οἱ πρῶτες βοήθειες καὶ κατόπιν μεταφέρθηκε στὸ Σισμανόγλειο Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν. Ἐκεῖ ἔμεινε ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα. Ἐνῷ ὅλα πήγαιναν καλὰ μία θρόμβωση τῆς καρδιᾶς του ἔγινε αἰτία ὁ Γέροντας νὰ παραδώσει τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο, τὸν ὁποῖο σ’ ὅλη του τὴ ζωή τόσο ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε, τὴν 26ην Ἰουλίου τοῦ 1994.
Ἕτοιμος κατὰ πάντα ὁ Γέροντας Ἱεράρχης ἐξαγιασμένος ἀπὸ τὶς σκληρὲς δοκιμασίες δύο δεκαετιῶν, ἐξομολογούμενος μὲ ταπείνωση καὶ μετέχοντας μὲ περισσὴ θέρμη, ἀδιάλειπτα στὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀντλοῦσε δύναμη, ὑπομονή, ἀγάπη, μεγαλοκαρδία καὶ κάθε ἄλλο πνευματικὸ δώρημα, μετέστη μὲ γαλήνη καὶ ἠρεμία ὁσιακὴ πρὸς τὴν αἰώνιο ζωή, ὅπου δὲν ὑπάρχουν ἀδικίες, ἐχθρότητες, μικρότητες καὶ ὅλα ὅσα εἰδεχθῆ χαρακτηρίζουν τὸν βίο μας σ’ αὐτὴ τὴ ζωή τοῦ παρόντος αἰῶνος τοῦ ἀπατεῶνος καὶ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἐκεῖ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ἡ εἰρήνη, ἡ χαρά, ἡ δόξα, καὶ ἡ μετοχὴ στὸ αἰώνιο καὶ ἄκτιστο Φῶς.
Ἡ ἐξόδιος ἀκολουθία ἔγινε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τοῦ ὁμωνύμου Δήμου Ἀττικῆς. Ἔλαβαν μέρος οἱ Θεοφιλέστατοι ἐπίσκοποι Βρεσθένης Δημήτριος, Ἀχελῴου Εὐθύμιος, καὶ Εὐρίπου Βασίλειος, καθὼς καὶ ἀρκετοὶ κληρικοί. Τὸν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Βρεσθένης Δημήτριος καὶ μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς ἀναφερόμενος στὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τοῦ κοιμηθέντος Ἱεράρχου.
Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐξοδίου ἀκολουθίας, τὸ σκήνωμα τοῦ σεβαστοῦ Ἱεράρχου μεταφέρθηκε στὴν γενέτειράν του, τὰ Σιταράλωνα Θέρμου, ὅπου ἐκεῖ τὸ ἀνέμεναν ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αἰτωλοακαρνανίας κ. κ. Θεόκλητος, ὁ νῦν Μητροπολίτης κ. κ. Κοσμᾶς, τότε Ἱεροκήρυξ τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Αἰτωλοακαρνανίας, κληρικοί, οἱ ἀρχὲς τοῦ τόπου, οἱ συγγενεῖς, πνευματικά του παιδιὰ καὶ οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς.
Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θεόκλητος τέλεσε Τρισάγιο, ἐγκωμίασε τὸν μακαριστὸ ἱεράρχη καὶ μὲ πολλὴ συγκίνηση ἐνταφίασε τὸ σεπτό του σκήνωμα πίσω ἀπὸ τὸν κοιμητηριακὸ Ἱερὸ Ναό, ὅπου καὶ ἀναπαύεται.
Πιστεύουμε ἀπολύτως, ὅτι ὁ Ἅγιος Θεὸς διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου του ἀδελφοῦ Καλλινίκου θὰ δώσει τὴν ἀνταπόδοση σ’ αὐτόν, θὰ τὸν ἀμείψει ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως καὶ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἐκεῖ ἐπάνω ὅπου εὑρίσκεται, εὔχεται ὑπὲρ πάντων ἡμῶν καὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν παντοιοτρόπως ἀδικησάντων αὐτὸν καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ποίμνιο, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Μέγας Ἀρχιερεὺς Κύριός μας.
Εἴθε ἡ μνήμη του νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀγήρως




