ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΑΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ

Share:

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ
ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΑΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Ἁγίου Πατρὸς καὶ Διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας, Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

Δ΄μέρος: 15-20   (2ον)

  1. Νὰ λοιπὸν ποὺ ἡ ὕλη εἶναι σεβαστὴ καὶ σεῖς τὴ θεωρεῖτε ἄτιμη. Πράγματι τί εἶναι εὐτελέστερο ἀπὸ τὸ κατσικίσιο μαλλὶ καὶ τὰ χρώματα; Μήπως δὲν εἶναι χρώματα τὸ κόκκινο καὶ τὸ πορφυρένιο καὶ τὸ γαλάζιο; Νὰ καὶ ὁμοίωμα τῶν χερουβίμ. Πῶς λοιπὸν ἰσχυρίζεσαι ὅτι ἐξαιτίας τοῦ νόμου ἀπαγορεύεις αὐτὸ ποὺ ὁ νόμος πρόσταξε νὰ κάνουμε; Ἂν ἐξαιτίας τοῦ νόμου ἀπαγορεύεις τὶς εἰκόνες, καιρὸς εἶναι νὰ τηρεῖς τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου καὶ νὰ περιτέμνεσαι, γιατί αὐτὰ ὁ μωσαϊκὸς νόμος τὰ ἐπιβάλλει ἀνυποχώρητα. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι: «Ἐὰν περιτέμνεσθε, ὁ Χριστὸς δὲν θὰ σᾶς ὠφελήσει σὲ τίποτε. Δίνω καὶ πάλι βεβαίωση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ περιτέμνεται, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωση νὰ τηρεῖ ὅλο τὸν νόμο, ἀφοῦ μὲ τὴν περιτομὴ ποὺ κάνει, προτιμᾶ τὴ δικαίωση μέσῳ τοῦ νόμου ἀπὸ τὴ δικαίωση ποὺ δίνει ὁ Χριστός. Ἐσεῖς λοιπὸν ποὺ προσπαθεῖτε νὰ δικαιωθεῖτε μὲ τὸ νόμο, ἀποξενωθήκατε ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἔχετε χάσει τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν μοιάζετε πλέον μὲ μᾶς» [:Γαλ. 5, 2-4].

Δὲν ἔβλεπε τὸν Θεὸ ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ, ἐνῷ ἐμεῖς μὲ ἀκάλυπτο τὸ πρόσωπο καθρεπτιζόμαστε τὴ δόξα τοῦ Κυρίου: «Καὶ ὅλοι ἐμεῖς μὲ ξέσκεπο τὸ πρόσωπο τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἀνθρώπου, σὰν καθρέφτες πνευματικοὶ δεχόμαστε καὶ ἀντανακλοῦμε τὴ δόξα τοῦ Κυρίου. Κι ἔτσι μεταμορφωνόμαστε καὶ παίρνουμε τὴν ἴδια ἔνδοξη εἰκόνα τοῦ Κυρίου. Καὶ προοδεύουμε ἀπὸ ἕνα βαθμὸ δόξας σὲ ἄλλο ἀνώτερο βαθμό, ὅπως εἶναι ἑπόμενο νὰ προοδεύει ὁ ἄνθρωπος ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο εἶναι ὁ Κύριος» :Β΄ Κορ. 3, 18]. Καὶ αἰσθητὰ παριστάνουμε παντοῦ τὸν χαρακτῆρα Του, ἐννοῶ τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου, καὶ ἁγιάζουμε τὴν πρώτη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις (γιατί πρώτη αἴσθηση εἶναι ἡ ὅραση), ὅπως καὶ μὲ τοὺς λόγους τὴν ἀκοή· γιατί ἡ εἰκόνα εἶναι ὑπόμνημα. Καὶ ὅ,τι ἀκριβῶς εἶναι τὸ βιβλίο γιὰ ὅσους ξέρουν γράμματα, τὸ ἴδιο εἶναι γιὰ τοὺς ἀγράμματους ἡ εἰκόνα· καὶ ὅ,τι εἶναι γιὰ τὴν ἀκοὴ ὁ λόγος, τὸ ἴδιο εἶναι γιὰ τὴν ὅραση ἡ εἰκόνα, ἀλλὰ μὲ νοητὸ τρόπο ἑνωνόμαστε μὲ Αὐτόν.

Γι’ αὐτὸ πρόσταξε ὁ Θεὸς νὰ κατασκευασθεῖ κιβωτὸς ἀπὸ ξύλα ἄσηπτα καὶ νὰ τὴ χρυσώσουν ὁλόκληρη μέσα καὶ ἔξω καὶ νὰ τοποθετήσουν σὲ αὐτὴ τὶς πλάκες, τὴ ράβδο, τὴ χρυσὴ στάμνα μὲ τὸ μάννα, γιὰ νὰ θυμίζει αὐτὰ ποὺ ἔγιναν καὶ νὰ προτυπώνει ὅσα θὰ γίνουν. Καὶ ποιὸς δὲν θὰ τὶς ὀνομάσει αὐτὲς τὶς εἰκόνες καὶ ὁλοφάνερους κήρυκες; Καὶ αὐτὰ δὲν βρίσκονταν στὰ πλάγια τῆς σκηνῆς, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ ὅλο τὸν λαό, καὶ βλέποντάς τα, πρόσφερναν τὴν προσ­κύνηση καὶ τὴ λατρεία στὸν Θεὸ ποὺ ἐνήργησε μέσῳ αὐτῶν. Εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν λάτρευαν αὐτά, ἀλλὰ μέσῳ αὐτῶν ὁδηγοῦνταν στὴν ἀνάμνηση τῶν θαυμάτων καὶ ἀπέδιδαν τὴν προσκύνηση στὸν θαυματουργὸ Θεό. Γιατί ἦταν εἰκόνες ποὺ ὑπῆρχαν γιὰ ὑπόμνηση, τιμώμενες ὄχι ὡς θεοί, ἀλλὰ ὡς μέσα ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἀνάμνηση τῶν θείων ἐνεργειῶν.

  1. Καὶ δώδεκα λίθους πρόσταξε ὁ Θεὸς νὰ πάρουν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη καὶ λέει καὶ γιὰ ποιὸν λόγο. Γιατί λέει: «Διάταξέ τους ὡς ἑξῆς: “Βγάλετε ἀπὸ τὸ μέσο τῆς κοίτης τοῦ Ἰορδάνη, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ στέκονταν οἱ ἱερεῖς μὲ τὴν Κιβωτό, δώδεκα στερεοὺς καὶ ὁμαλοὺς λίθους καὶ μεταφέρετέ τους μαζί σας ἔξω ἀπὸ τὸν ποταμὸ καὶ τοποθετήσετέ τους στὸ στρατόπεδό σας, ἐκεῖ ὅπου θὰ κατασκηνώσετε τὴ νύκτα”. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ἀφοῦ κάλεσε δώδεκα ἄντρες ἀπὸ τοὺς ἐπισήμους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἕνα ἀπὸ κάθε φυλή, εἶπε πρὸς αὐτούς: “Περᾶστε-προχω­ρῆστε-ἀπὸ ἐμπρός μου καὶ ἐμπρὸς ἀπὸ τὴν Κιβωτὸ τοῦ Κυρίου καὶ πηγαίνετε στὸ μέσο τῆς κοίτης τοῦ Ἰορδάνη, καὶ πάρετε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ καθένας σας ἀπὸ μία πέτρα στοὺς ὤμους του, κατὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ὑπάρχουν οἱ δώδεκα αὐτὲς πέτρες ὡς παντοτινὸ ἀναμνηστικὸ μνημεῖο, ὥστε, ὅταν θὰ σᾶς ρωτοῦν ἀργότερα τὰ τέκνα σας: Ἐσεῖς θὰ ἀπαντᾶτε στὰ παιδιά σας μὲ τὴν ἀκόλουθη ἀπάντηση: “Οἱ δώδεκα αὐτοὶ λίθοι δηλώνουν καὶ μαρτυροῦν ὅτι ὁ ποταμὸς Ἰορδάνης σταμάτησε νὰ τρέχει καὶ ξεράθηκε, ὅταν βρέθηκε ἐμπρὸς στὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης τοῦ Κυρίου ὅλης τῆς γῆς, ὅταν ἡ Κιβωτὸς περνοῦσε τὸν ποταμό. Καὶ οἱ δώδεκα αὐτοὶ λίθοι θὰ εἶναι παντοτινὸ ἀναμνηστικὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες”. Καὶ οἱ Ἰσραηλίτες ἔκαναν ἔτσι, ὅπως διέταξε ὁ Κύριος, τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ. Ἀφοῦ δηλαδὴ πῆραν δώδεκα λίθους ἀπὸ τὸ μέσο τῆς κοίτης τοῦ Ἰορδάνη, ὅπως διέταξε ὁ Κύριος τὸν Ἰησοῦ μετὰ τὴ διάβαση τῶν Ἰσραηλιτῶν ἀπὸ τὸν ποταμό, τοὺς μετέφεραν μαζί τους στὸ στρατόπεδο καὶ τοὺς ἔθεσαν ἐκεῖ» [Ἰησ. Ναυῆ 4, 3-8].

Πῶς λοιπὸν ἐμεῖς νὰ μὴ εἰκονογραφήσουμε τὰ σωτήρια πάθη καὶ τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ μας, ὥστε, ὅταν μὲ ρωτάει ὁ γιός μου, τί εἶναι αὐτό, νὰ τοῦ λέω ὅτι ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε ἄνθρωπος καὶ μέσῳ Αὐτοῦ δὲν πέρασε μόνο ὁ Ἰσραὴλ τὸν Ἰορδάνη, ἀλλὰ ὁλόκληρη ἡ φύση ἐπανῆλθε στὴν ἀρχαία μακαριότητα, καὶ μὲ Αὐτὸν ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπὸ τὰ πιὸ χαμηλὰ τῆς γῆς ἀνέβηκε πιὸ πάνω ἀπὸ κάθε ἐξουσία καὶ κάθισε στὸν ἴδιο τὸν πατρικὸ θρόνο.

  1. «Ναί, ἐντάξει», λέει ἴσως κάποιος, «κάνε τὸ εἰκόνισμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀρκέσου σὲ αὐτό, ἢ καὶ τὸ εἰκόνισμα τῆς μητέρας Του, τῆς Θεοτόκου». Πόσο μεγάλη ἀτοπία! Ἀπερίφραστα ὁμολόγησες τὸν ἑαυτό σου ἐχθρὸ τῶν ἁγίων γιατί, ἂν κάνεις εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, κατὰ κανένα τρόπο ὅμως τῶν ἁγίων, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἀπαγορεύεις τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ τὴν τιμὴ τῶν ἁγίων, πρᾶγμα ποὺ κανεὶς στοὺς αἰῶνες δὲν τόλμησε νὰ κάνει ἢ δὲν προσπάθησε νὰ κάνει παρόμοιο ἐγχείρημα.

Γιατί κάνεις τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶναι δοξασμένος, ἀπορρίπτεις ὅμως μὲ βδελυ­γμία τὴν ἐξεικόνιση τῶν ἁγίων, ἐπειδὴ εἶναι ἀδόξαστοι, καὶ ἐπιχειρεῖς νὰ ἀποδείξεις ψεύτικη τὴν ἀλήθεια. Γιατί λέει ὁ Κύριος: «Αὐτοὺς ποὺ μὲ τιμοῦν καὶ δοξάζουν, θὰ τοὺς δοξάσω καὶ Ἐγώ· ἐκεῖνον ὅμως ποὺ μὲ περιφρονεῖ, θὰ τὸν ἀφήσω νὰ περιφρονηθεῖ καὶ νὰ ἀτιμαστεῖ» [Α΄ Βασ. 2, 30], καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος: «ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦ­λος, ἀλλ’ υἱός· εἰ δὲ υἱός, καὶ κληρονόμος Θεοῦ διὰ Χριστοῦ (: Ἄρα λοιπόν, σύμφωνα μὲ ὅλα αὐτά, ἐσὺ ποὺ πίστεψες στὸ Χριστὸ δὲν εἶσαι πλέον δοῦλος, ἀλλὰ εἶσαι κατὰ χάριν υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν λοιπὸν εἶσαι υἱός, εἶσαι συγχρόνως καὶ κληρονόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ γίνεσαι κληρονόμος διαμέσου τοῦ Χριστοῦ)» [Γαλ. 4, 7] καὶ ἀφοῦ συμμετέχουμε στὰ πάθη, καὶ θὰ δοξασθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ [Ρωμ. 8, 17: «Ἀφοῦ λοιπὸν εἴμαστε παιδιά, εἶναι φυσικὸ νὰ εἴμαστε καὶ κληρονόμοι· κληρονόμοι τοῦ Θεοῦ ὡς πατέρα μας, καὶ συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ ὡς ἀδελφοῦ μας. Καὶ γινόμαστε συγκληρονόμοι τοῦ Χριστοῦ, ἂν βεβαίως πάσχουμε μαζὶ μ’ αὐτόν, ἔτσι ὥστε καὶ νὰ δοξαστοῦμε μαζί του».

Δὲν ξεσήκωσες τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἐναντίον τῶν ἁγίων. Λέγει λοιπὸν ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος καὶ ἐπιστήθιος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὅτι θὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ Αὐτόν: «Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι (:Ἀγαπητοί μου, τώρα εἴμαστε παιδιὰ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔχει φανερωθεῖ ἀκόμη τί πρόκειται νὰ γίνουμε στὸ μέλλον. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι, ὅταν φανερωθεῖ ὁ Χριστὸς στὴ δευτέρα Του παρουσία, θὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ Αὐτὸν στὴ δόξα, διότι θὰ Τὸν δοῦμε ὅπως εἶναι, στὴν κατάσταση τῆς θείας Του δόξας, ἡ ὁποία θὰ καθρεπτισθεῖ καὶ θὰ λάμψει καὶ σὲ μᾶς σὰν νὰ εἴμαστε πνευματικοὶ καθρέπτες)» [Α΄ Ἰω. 3, 2]. Γιατί, ὅπως ὅταν ἑνώνεται τὸ σίδερο μὲ τὴ φωτιά, δὲν γίνεται φωτιὰ ὡς πρὸς τὴ φύση του, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴν ἕνωση καὶ τὴν πυράκτωση καὶ τὴ μέθεξη, ἔτσι καὶ αὐτὸ ποὺ θεοῦ­ται δὲν γίνεται Θεὸς ὡς πρὸς τὴ φύση, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὴ μέθεξη.

Δὲν μιλῶ ὅμως γιὰ τὴ σάρκα τοῦ σαρκωθέντος Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ· γιατί ἐκείνη ἔγινε ἄτρεπτα Θεὸς μὲ τὴν ὑποστατικὴ ἕνωση καὶ μέθεξή της στὴ θεία φύση, χωρὶς νὰ χρισθεῖ μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ μὲ τὴν παρουσία ὅλου ἐκείνου ποὺ τὸν ἔχρισε. Ὅτι ὅμως μὲ τὴ θέωση καὶ οἱ ἅγιοι γίνονται θεοί, μᾶς τὸ λέει ὁ ψαλμῳδός: «Ὁ Θεὸς ἔστη ἐν συναγωγῇ θεῶν, ἐν μέσῳ δὲ θεοὺς διακρινεῖ (: Ὁ Θεὸς στάθηκε στὸ μέσο συνάξεως κριτῶν καὶ ἀρχόντων, τοὺς ὁποίους ὡς ἀντιπροσώπους του ἐγκατέστησε καὶ μὲ θεῖο κῦρος περιέβαλε, στὴν ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐν μέσῳ δὲ αὐτῶν ἀφοῦ κατέλαβε τὴν πρέπουσα σὲ Αὐτὸν θέση, θὰ κρίνει αὐτοὺς ποὺ ἔχουν περιβληθεῖ τὴ θεία δόξα καὶ τὴ διαχειρίζονται)» [Ψαλμ. 81, 1], ὅταν δηλαδὴ ὁ Θεὸς στέκεται ἀνάμεσα σὲ θεούς, κατανέμει τὶς ἀξίες, ὅπως λέει, ἑρμηνεύοντας αὐτό, ὁ Γρηγόριος Θεολόγος [Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος 40, P.G. 365Β].

Ἐπιμέλεια κειμένου: Ἑλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ