Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ
Ὅταν ὁ Χριστός μας «παρέδωκε τό πνεῦμα» (Ἰω. 19, 30) ἐπάνω στόν Σταυρό δέν εἶχαν ὅλοι τίς ἴδιες ἀντιδράσεις. Πολλοί «ἐκόπτωντο» καί χτυποῦσαν τό στῆθος τους μπροστά σέ αὐτό τό θέαμα καί στά σημεῖα πού τό συνόδευαν, ὅπως τό σκοτάδι πού ἁπλώθηκε παντοῦ (ἐνῷ ἦταν μεσημέρι), οἱ πέτρες πού ἔσπασαν, τό καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ πού κόπηκε στά δύο καί ὁ σεισμός. Κι ἐδῶ φανερώνεται γιά ἄλλη μιά φορά ἡ ὠμότητα τῶν Ἰουδαίων σταυρωτῶν, οἱ ὁποῖοι «ἐφ’ οἶς ἐθρήνουν ἔτεροι, ἐπί τούτοις ἐκόμπαζον οὖτοι» καί οὔτε κάμφθηκαν ἀπό ἔλεος γιά τούς θρηνοῦντες, οὔτε φοβήθηκαν, ἔστω καί λίγο, ἀπό τά φοβερά σημεῖα[1]. Οἱ σταυρωτές τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο δέν συγκινήθηκαν ἀπό τά γεγονότα, ὄχι μόνο δέν μετενόησαν, ἔστω τήν ὕστατη στιγμή, ἀλλά ἔσπερναν παντοῦ τόν τρόμο καί γι’ αὐτό οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἶχαν κρυφτεῖ.
τήν ἄλλη ὅμως, οἱ ἀγίες Μυροφόρες γυναῖκες δέν ἄφησαν τόν Χριστό καμία στιγμή, ἀλλά «ἠκολούθουν» Αὐτόν καί τόν ὑπηρετοῦσαν καί δέν ἔφυγαν ἀπό κοντά Του σέ κανέναν κίνδυνο. Μεταξύ αὐτῶν, μᾶς εἶναι γνωστές μέ τό ὄνομά τους ἡ «Μαρία ἡ Μαγδαληνή, Μαρία τοῦ Ἰακώβου καί Ἰωσῆ μήτηρ, ἥτις καί Μαρία τοῦ Κλωπᾶ λέγεται, Ἰωάννα γυνή Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρώδου τοῦ Ἀντίπα, Σαλώμη ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, καί Σωσάννα»[2]. Στά πρόσωπα τῶν ἁγίων Μυροφόρων ἀξιώνεται τό γένος τῶν γυναικῶν, «τό μάλιστα κατακριθέν», χάρη στήν «ἀνδρείαν» πού ἐπέδειξε, νά δεῖ πρῶτο τόν ἀναστάντα Χριστό[3]. Δέν πρόκειται ἁπλῶς περί αὐτοθυσίας ἀπό πλευρᾶς τῶν Ἁγίων γυναικῶν. Ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Διδάσκαλος μας π. Βασίλειος Βολουδάκης, οἱ Μυροφόρες εἶχαν ἐπιλέξει νά ἀκολουθοῦν παντοῦ τήν Παναγία. Τήν ἐμπιστεύονταν ἀπόλυτα, ἀκόμη καί μετά τήν Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ καί ἦταν βέβαιες ὅτι ἀκολουθῶντας τήν Παναγία δέν μποροῦν νά σφάλλουν[4]. Τό ἴδιο ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἅγιος Μόδεστος χαρακτηριστικά:
«Ὥσπερ τῷ Δεσπότῃ τῶν μαθητῶν ἠκολούθει ὁ χορός˙ οὕτῳ τῇ Δεσποίνῃ καί Μητρί τοῦ Κυρίου, τῶν μαθητευομένων γυναικῶν ὁ χορός»[5].
Αὐτό σήμερα μᾶς φαίνεται αὐτονόητο. Τί πιό λογικό ἀπό τό νά ἀκολουθεῖ κανείς τήν Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν; Ὅμως, ἐκείνη τήν ἐποχή ἡ Παναγία βρισκόταν στήν ἀφάνεια γιατί αὐτήν ἐπέλεγε πάντοτε καί ἀντί νά κάνει τόν δάσκαλο σέ ὅλους, οὖσα μητέρα τοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνη πάντοτε «ὀλίγα καί ἀναγκαῖα λαλοῦσα»[6]. Γι’ αὐτό οἱ Μυροφόρες ἦταν ὄχι μόνο ἀνδρεῖες γυναῖκες, ἀλλά καί ἔξυπνες, ἀφοῦ εἶχαν ἀνοικτά τά μάτια τους καί εἶχαν καταλάβει ὅτι ἡ Παναγία δέν ἦταν μιά τυχαία γυναῖκα. Ἄραγε, ἐμεῖς θά παίρναμε εἴδηση τό ποιά εἶναι ἡ Παναγία; Μᾶλλον ὄχι. Ἀπόδειξη αὐτοῦ εἶναι ὅτι ὁ περισσότερος κόσμος δέν πῆρε εἴδηση τοῦ ποιοί ἦταν πραγματικά οἱ τελευταῖοι Ἅγιοι καί Ὅσιοι πού ἔζησαν καί εἶχαν φανερό ἔργο στήν ἐποχή μας, ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Ὁ καθένας κράτησε κάποια θαύματα ἤ ὁρισμένα σοφά τους λόγια, ἀλλά πόσοι τούς κατέστησαν οδηγούς τους σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς του; Ὅταν, λοιπόν, μᾶς διαφεύγουν τά τρανταχτά παραδείγματα ἁγιότητας, πῶς θά ἀναγνωρίσουμε τούς Ἁγίους ἐκείνους πού δέν προβάλλονται;
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς μέσα ἀπό μία ὁμιλία του ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Παναγία μας ἦταν Ἐκείνη πού εἶδε πρώτη τόν Χριστό ἀναστάντα. Οἱ ἅγιοι Εὐαγγελιστές ἀναφέρουν τήν Παναγία μέ συσκιασμένο τρόπο, ὡς Μαρία τοῦ Ἰωσῆ, Μαρία τοῦ Ἰακώβου ἤ «ἡ ἄλλη Μαρία». Σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Γρηγόριο αὐτό συμβαίνει διότι δέν θέλουν νά δώσουν ἀφορμή στούς ἀπίστους νά ποῦν ὅτι ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἔγκυρη μάρτυρας. Ἐπιπλέον ἀναφέρει ὁ Ἅγιος, πώς τό μόνο «δίκαιον» καί «προσῆκον» νά συμβεῖ, ἦταν τό νά δεῖ τόν Χριστό πρώτη ἡ Μητέρα Του καί κατόπιν οἱ ἄλλες Μυροφόρες[7]. Μάλιστα, ὁ π. Βασίλειος συχνά μᾶς ἑρμήνευε τό γιατί ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος γράφει ὅτι ὁ Χριστός «ἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ» (Μαρκ. 16, 9): διότι ἡ Παναγία εἶναι ἐκτός συναγωνισμοῦ καί ὁποιασδήποτε ἀριθμητικῆς προτεραιότητας. Ἄρα ἡ ἁγία Μαρία ἦταν ἡ πρώτη ἐκ τῶν ὑπολοίπων. Τό ἴδιο συμβαίνει καί ὅταν ἀποκαλεῖται ὁ τίμιος Πρόδρομος «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν». Ἡ Παναγία καί πάλι εἶναι ἐκτός συναγωνισμοῦ γιατί Ἐκείνη εἶναι τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ! Μάλιστα, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀναφέρει ὅτι καί ὁ τάφος τοῦ Χριστοῦ ἄνοιξε γιά χάρη Της, ἀφοῦ «δι’ αὐτήν γάρ πρώτην καί δι’ αὐτῆς πάντα ἡμῖν ἀνέωκται, ὅσα ἐπί τοῦ οὐρανοῦ ἄνω καί ὅσα ἐπί τῆς γῆς κάτω»[8].
Σέ μιά ἐποχή, ὅπως ἡ δική μας, κατά τήν ὁποία ἐπιχειρεῖται, περισσότερο ἴσως ἀπό ποτέ, ἡ παρουσίαση τῆς Ἀλήθειας ὡς ψεύδους καί τοῦ δαιμονικοῦ ὡς ἀληθινοῦ, μακάρι νά μοιάσουμε στά κριτήρια μας στίς ἀγίες Μυροφόρες. Μακάρι νά ἐπιλέγουμε καί νά ἀκολουθοῦμε παντοῦ καί πάντοτε τήν Παναγία μας, διότι μόνο μέσα ἀπό Ἐκείνη ἔχουμε ἐλπίδα νά γνωρίσουμε τόν Χριστό καί νά ζήσουμε κοντά Του πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας καί τῆς αἰωνιότητός μας!
π. Γεράσιμος Βουρνᾶς
Πρεσβύτερος
29/04/2025
[1] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς τό κατά Ματθαῖον, PG 58, 777-778.
[2] Ἀρχιμ. Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου, Περίοδος Πεντηκοσταρίου, Ἀθήνα, 1994, σελ. 33.
[3] Ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ὅ. π., PG 58, 777.
[4] Πρωτ. π. Βασιλείου Ε. Βολουδάκη, Ὑπάρχει ἀνδρική καί γυναικεία ἀγάπη;, Διαδικτυακή ὁμιλία, 12/05/2019, στό: https://youtu.be/mC3u3kAdVeQ, ἀντλήθηκε στίς 28/4/2025.
[5] Ἁγ. Μοδέστου Ἰεροσολύμων, Εἰς τάς Μυροφόρους, PG 86ΙΙ, 3276Β.
[6] Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Κῆπος Χαρίτων, ἐκδ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη, 1979, σελ. 203-204.
[7] Ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Τῇ Κυριακῇ τῶν Μυροφόρων, Ἐν ᾗ καί ὅτι, πρώτη τόν Κύριον ἡ Θεοτόκος εἶδεν ἐκ νεκρῶν άναστάντα, Ὁμιλία ΙΗ΄, ΕΠΕ, τόμος 9, εκδ. «Γρηγόριος ὁ Παλαμάς», Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 522.
[8] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὅ. π., σελ. 528.




