Ἡ «βοή» τῆς ἀδικίας κατά τοῦ Μητρ. Τυχικοῦ ἀπό τούς ἀδελφούς ἠχεῖ εἰς τά ὦτα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ!
«ΜΗΔΕΝΑ ΔΙΚΑΖΕΙΝ ΑΝΑΠΟΛΟΓΗΤΟΝ»
Αἱ ἐμπάθειαι καί ἀθλιότητες τοῦ Ἀρχ. Κύπρου καί τῶν συνοδικῶν Ἐπισκόπων μαρτυροῦν ὅτι εἶναι ξένοι τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους.
Τοῦ κ. Γεωργιου Τραμπούλη, θεολόγου
Μέ τήν ἐπιστολή τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Τυχικοῦ, μέ τήν ὁποία ἐξηγεῖ τούς λόγους γιά τούς ὁποίους ἀπέρριψε τήν πρόσκληση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου Γεώργιου νά συμμετάσχη στήν συνεδρίαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 14ης Ὀκτωβρίου, φανερώνεται τό ἦθος τῆς σημερινῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου. Ἐπακόλουθο λοιπόν εἶναι νά τεθοῦν τά ἐρωτήματα: Ποία σχέση ἔχει τό σημερινό ἦθος τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου μέ ἐκεῖνο τῆς Ὀρθοδοξίας; Ἀλήθεια οἱ περιφερόμενοι αὐτοκρατορίσκοι, οἱ ὁποῖοι λιτανεύουν τήν εὐμάρεια καί τήν ἔπαρση, ποία ὀργανική καί ἐκκλησιολογική σύνδεση ἔχουν μέ τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας; Ἡ ἐπισκοπική ὁμήγυρις τῶν νομέων τῆς δεσποτικῆς ἐξουσίας, ποία ἐξάρτηση ἔχουν ἀπό τούς προηγούμενους κρίκους, ὅπως ἐκείνου τοῦ ταπεινοῦ καί πράου ἁγίου Σπυρίδωνος, πού συνδέουν τήν σύγχρονη εὐχαριστιακή κοινότητα μέ τήν ἀποστολική ἁγιοπνευματική Παράδοση; Τό ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν ἐπισκόπων καταπατοῦν μέ τέτοια εὐκολία εὐαγγελικούς νόμους καί ἱερούς Κανόνες, δέν ἀποδεικνύεται ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τούς προκατόχους τους; Τό χάσμα πού χωρίζει τήν σύγχρονη γενιά τῶν ἐπισκόπων ἀπό τούς προηγούμενους, οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονταν γιά τήν σεμνότητα, τήν ἱεροπρέπεια, τήν αὐστηρή τήρηση τῆς πνευματικῆς παραδόσεως, δέν ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ἀγεφύρωτο;
Καταγγέλλει ὁ ταπεινός καί πρᾶος Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός τούς ἀδελφούς καί συν-επισκόπους του ὅτι:
«…ἀναφέρομαι ὡς “Μητροπολίτης πρώην Πάφου”, ἐνῶ εἰς τήν προσφάτως ἀποσταλεῖσαν πρός ἐμέ ἐπιστολήν Σας ἡμεροχρονολογίας 23.9.2026, χαρακτηρίζομαι, διά πρώτην φοράν, ὡς “πρώην Ἐπίσκοπος Πάφου”.
Ἡ διαφοροποίησις αὕτη, ἡ ὁποία δέν δύναται νά θεωρηθῆ ἄνευ σημασίας, προκαλεῖ εὐλόγως ἐρωτήματα ὡς πρός τήν κανονικήν καί ἐκκλησιαστικήν μου κατάστασιν, δεδομένου ὅτι οὐδεμία σχετική ἀπόφασις περί μεταβολῆς τοῦ μέχρι τοῦδε ἐπισήμως χρησιμοποιημένου τίτλου μου, μοῦ ἔχει γνωστοποιηθῆ.
Τό γεγονός τοῦτο, ἐν συνδυασμῷ μέ ὅσα διεδραματίσθησαν κατά τήν συνεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 22ας Μαΐου 2025, ἔχει προκαλέσει εἰς ἐμέ βαθύτατον προβληματισμόν καί ἔχει κλονίσει σοβαρῶς τήν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τόν τρόπον διεξαγωγῆς τῶν συνοδικῶν διαδικασιῶν πού ἀφοροῦν τό πρόσωπό μου.
Ὡς γνωρίζετε, κατά τήν ἀνωτέρω ἡμερομηνίαν εἶχον προσκληθῆ νά συμμετάσχω εἰς συνεδρίαν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μέ ἀντικείμενον τήν ἐξέτασιν καταγγελιῶν εἰς βάρος μου. Ἀντ’ αὐτοῦ, καί χωρίς προηγουμένην ἐνημέρωσίν μου, ἡ συνοδική συνεδρία μετετράπη αἰφνιδίως εἰς δικαστικήν διαδικασίαν, μέ συνέπειαν νά στερηθῶ μίας πραγματικῆς καί ἀποτελεσματικῆς δυνατότητος ἀσκήσεως τῶν ὑπερασπιστικῶν μου δικαιωμάτων, ὡς ταῦτα κατοχυροῦνται ὑπό τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου καί τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς δικαίας διαδικασίας, ἀντιμετωπιζόμενος κατά δυσμενῆ διάκρισιν ἐν σχέσει μέ ἑτέρους Ἀδελφούς.
Ἡ αἰφνιδία αὕτη μεταβολή τοῦ χαρακτῆρος τῆς συνεδρίας, παρόντων μάλιστα Συνοδικῶν Μελῶν πτυχιούχων νομικῆς, χωρίς νά μοῦ παρασχεθῆ ἡ δυνατότης καταλλήλου προετοιμασίας καί οὐσιαστικῆς ὑπερασπίσεως, συνιστᾷ, κατά τήν πεποίθησίν μου, γεγονός πρωτοφανές καί βαθύτατα λυπηρόν διά τήν συνοδικήν παράδοσιν καί τήν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, διαιωνιζόμενον ὡς ἄλυτον.
Ἐπιθυμῶ νά καταστήσω σαφές ὅτι ὁ κλονισμός οὗτος τῆς ἐμπιστοσύνης μου εἰς τήν τηρουμένην διαδικασίαν ὑπῆρξε καί ὁ μόνος λόγος, διά τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθην νά προσφύγω εἰς τα πολιτειακά δικαστήρια, οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρός τόν συνοδικόν θεσμόν, τόν ὁποῖον ἐξακολουθῶ νά τιμῶ, ἀλλά πρός προάσπισιν θεμελιωδῶν δικαιωμάτων μου, τῆς ἀρχιερατικῆς μου ἀξιοπρεπείας, τῆς κανονικῆς τάξεως καί τῆς ἀσφαλείας δικαίου.
Ἐπιτρέψατέ μου, ἐπίσης, νά καταθέσω μετά βαθύτατης θλίψεως ὅτι ἡ πίεσις, τήν ὁποίαν ὑπέστην κατά τήν τελευταίαν παρουσίαν μου ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπῆρξεν ἀφόρητος. Ἡ δέ συμπεριφορά, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη πρός τό πρόσωπόν μου, ἐβιώθη ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἐξευτελιστική, ἐνίοτε δέ καί διακωμωδητική, ἀπέναντι εἰς ἕνα Ἀρχιερέα, ὁ ὁποῖος, μολονότι διατελοῦσε ἐπί μόλις διετίαν Μητροπολίτης Πάφου, ἐδικαιοῦτο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς δικαίας καί ἀμερολήπτου ἀντιμετωπίσεως.
Τά γεγονότα ταῦτα εἶχον βαρυτάτας συνεπείας ἐπί τῆς σωματικῆς καί ψυχικῆς μου ὑγείας, ὁδηγήσαντα εἰς σοβαράν κατάρρευσιν τῶν δυνάμεών μου, ἀποκτώντας σοβαρώτατα καρδιολογικά νοσήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι καί σήμερον προσπαθῶ νά ἀντιμετωπίσω.
Διά τούς ἀνωτέρω λόγους, παρακαλῶ βαθυσεβάστως ὅπως, πρό πάσης νέας παρουσίας μου ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, μοῦ γνωστοποιηθοῦν ἐγγράφως, μέ σαφήνειαν καί πληρότητα, τά συγκεκριμένα θέματα, διά τά ὁποῖα καλοῦμαι νά παραστῶ.
Εἰδικώτερον, παρακαλῶ, ὅπως διευκρινισθῆ, ἐάν καλοῦμαι πάλιν ὑπό τήν ἰδιότητα τοῦ κατηγορουμένου, καί, εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ποία ἡ «κατηγορία», ἐπί τίνων πραγματικῶν περιστατικῶν στηρίζεται καί ποία διαδικασία πρόκειται νά τηρηθῇ.
Ἐάν, ἀντιθέτως, ἡ πρόσκλησις ἀφορᾷ εἰς τήν διευθέτησιν διοικητικῶν ἢ ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν θεμάτων, παρακαλῶ ὅπως προσδιορισθοῦν ἐπακριβῶς τά θέματα ταῦτα, ὥστε νά δυνηθῶ νά λάβω γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου τῆς προσκλήσεως καί νά ἀπαντήσω ἐγγράφως καί ὑπευθύνως.
Ἡ παράκλησις μου αὕτη δέν ἀποτελεῖ ἄρνησιν σεβασμοῦ πρός τήν Ἱεράν Σύνοδον, ἀλλά στοιχειώδη προϋπόθεσιν διά τήν ὕπαρξιν κλίματος ἐμπιστοσύνης καί τήν διασφάλισιν τῆς κανονικῆς καί δικαίας διαδικασίας. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι καί ἡ ἐπιβολή τῆς ἀργίας ἐγένετο ἐρήμην μου, μέ προειλημμένην τὴν ἀπόφασίν Σας, καθώς ὁ Μακαριώτατος τήν εἶχε ἀνακοινώσει σέ Ἱερές Μονές τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (ὡς ἐν Αἰγίνῃ) καί στά ΜΜΕ, πρίν τήν ἐπιβάλλει ἡ Ἱερά Σύνοδος.
Τέλος, ἐπιτρέψατέ μοι νά καταθέσω εἰς τήν ἀγάπην ὅλων Σας, μέ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν καί ταπείνωσιν, ὅτι τό μόνον τό ὁποῖον ἐπιθυμῶ καί αἰτοῦμαι εἶναι νά μοῦ παρασχεθῆ ἡ ἄδεια καί εὐλογία τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, ὥστε, διαμένοντας φιλοξενούμενος εἰς παραχωρηθεῖσαν μοι οἰκίαν ἐν Πάφῳ, νά δύναμαι νά ἱερουργῶ ἀσκώντας τὰ ἀρχιερατικά μου λατρευτικά καθήκοντα εἰς ὅποιον τόπον ἡ Ἱερά Σύνοδος ἤθελε ἐπιτρέψει, πάντοτε ἐντός τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς τάξεως καί, προκειμένου περί ἐκκλησιαστικῶν δικαιοδοσιῶν ἐκτός Κύπρου, μετά τῆς ἀπαιτουμένης ἀδείας καί εὐλογίας τῶν οἰκείων ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν. Εὔχομαι τέλος ταπεινῶς, ὅπως μοῦ ἐπιτραπῇ ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα ἱερουργῶ ἐνίοτε καί εἰς τήν Γενέτειρά μου, καί τελῶ τά μνημόσυνα τῶν συγγενῶν μου….».
Ἔτσι τίθεται ἐπιτακτικά τό ἐρώτημα πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπο Γεώργιο καί τούς συνοδικούς, πού ἔδωσαν θετική ψῆφο γιά τήν ἔκπτωση τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ ἀπό τήν Μητρόπολή του: Γιατί αὐτόν τόν κατά πάντα κανονικό Μητροπολίτη τόν καταδικάσατε χωρίς νά τηρήσετε καί τήν ἐλάχιστη ἔστω ἀπό τήν προβλεπομένη ἀπό τούς ἱερούς Κανόνες γιά τούς ἐπισκόπους διαδικασία; Δηλαδή, τήν ποινή τῆς ἐκπτώσεως χωρίς πραγματική δίκη, χωρίς ἀπαγγελία κατ’ αὐτοῦ ὁποιασδήποτε κατηγορίας, χωρίς ἀνακρίσεις, χωρίς μάρτυρες, χωρίς τό στοιχειῶδες δικαίωμα τῆς ἀπολογίας;
Στά ἐρωτήματα αὐτά οἱ δράστες τῆς πνευματικῆς δολοφονίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος δηλαδή καί οἱ συνοδικοί, ἀποφεύγουν νά ἀπαντήσουν καί σιγοῦν. Ἡ σιγή αὐτή ὅμως μᾶς ὑπενθυμίζει τήν “βοή” τοῦ αἵματος τοῦ Ἄβελ κατά τοῦ ἀδελφοκτόνου Κάϊν πρός Κύριον τόν Θεόν. Παραπέμπει στίς κραυγές τῶν ἀδικουμένων ἐργατῶν, πού στερήθηκαν τούς μισθούς τους, γιά τίς ὁποῖες ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος γράφει στήν ἐπιστολή του, “οἱ βοαί τῶν θερισάντων εἰς τά ὦτα Κυρίου Σαβαώθ εἰσεληλύθησαν” καί ἀπευθυνόμενος πρός τούς ἀδικήσαντες αὐτούς πλουσίους τούς προειδοποιεῖ “ἐτρυφήσατε ἐπί τῆς γῆς καί ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τάς ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς, καταδικάσατε, ἐφονεύσατε τόν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν”.
Στήν τελευταία αὐτή φράση ἀσφαλῶς εἰκονίζεται ὁ πρᾶος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ Μητροπολίτης Πάφου Τυχικός. Ὅμως ὅλα δείχνουν ὅτι οἱ τρομερές προειδοποιήσεις τοῦ Ἀδελφοθέου Ἰακώβου δέν ἀγγίζουν τούς δράστες τῆς πνευματικῆς δολοφονίας, ἀφοῦ συνεχίζουν ἀπροκάλυπτα νά προκαλοῦν τόν ἀδελφό τους, σέ σημεῖο πού μετέβαλαν τόν τίτλο του ἀπό “Μητροπολίτης πρώην Πάφου”, σέ “πρώην Ἐπίσκοπο Πάφου”.
Εἶναι καταφανές ὅτι, ἐάν γιά τούς ἀδίκως συσσωρευμένους προσκαίρους καί φθαρτούς θησαυρούς ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος προειδοποιεῖ τούς πλουσίους ὅτι ἐπιφυλάσσεται ἡ ἡμέρα τῆς κρίσεως σάν ἄλλη ἡμέρα σφαγῆς καί καταστροφῆς, πόσο μᾶλλον φοβερότερες θά εἶναι οἱ συνέπειες γιά αὐτούς πού ἀδικοῦν σέ πνευματικό ἐπίπεδο, ὅπως κάνουν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί οἱ συνοδικοί τόν ἀδελφό τους Τυχικό;
Πρέπει νά τονισθῆ ὅτι γιά τήν ἐπιβολή τῆς ποινῆς τῆς ἐκπτώσεως σέ ἐπίσκοπο πρέπει προηγουμένως νά τηρηθοῦν κατά τήν δίκη καί συμφώνως πρός τούς ἱερούς κανόνας μέ σχολαστικότητα οἱ προβλεπόμενες καί προδιαγραφόμενες ἀπό αὐτούς διαδικασίες, παρουσίᾳ τοῦ κατηγορουμένου, ἀπαγγελία κατ’ αὐτοῦ συγκεκριμένης κατηγορίας, ἀνακρίσεις, ἐξέταση τῶν μαρτύρων, ἀπολογία κατηγορουμένου κ.λπ. καί στό τέλος ἡ ἔκδοση τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, διαδικασίες οἱ ὁποῖες στήν ὑπόθεση τοῦ Μητροπολίτου Τυχικοῦ δέν τηρήθηκαν, ὅπως αὐτός κατ’ ἐπανάληψη ἔχει δηλώσει. Μάλιστα, ὁ μακαριστός Καθηγητής τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Κωνσταντῖνος Μουρατίδης ἔχει τονίσει μέ ἀφορμή τήν ἔκπτωση τῶν δώδεκα Μητροπολιτῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπί Ἀρχιεπισκόπου Σεραφείμ ὅτι ἀκόμα καί ἐάν ἐπιβληθῆ πρωτοδίκως ἡ ποινή τῆς ἐκπτώσεως, ὁ ἐπίσκοπος δέν ἐκβάλλεται μέχρις ὅτου ἡ ἀπόφαση καταστῆ τελεσίδικος.
Ἐπίσης, ἐκτός τῆς κλήτευσης καί παρουσίας τοῦ κατηγορουμένου ἐπισκόπου στήν δίκη, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ἀπαγγελία κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας γιά παράβαση συγκεκριμένων ἱερῶν Κανόνων, τηρουμένης τῆς προδιαγεγραμμένης ὑπό τῶν ἱερῶν Κανόνων ἀποδεικτικῆς διαδικασίας, τονίζει ὁ ἀείμνηστος Καθηγητής, κάτι τό ὁποῖο δέν τηρήθηκε στήν ὑπόθεση τοῦ Μητροπολίτη Τυχικοῦ.
Σέ ἀνάλογη περίπτωση, ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Ἀττικῆς Νικόδημος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπό τούς δώδεκα πού εἶχαν ἐκδιωχθῆ ἀδίκως ἀπό τόν Ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ τό 1974, σέ ὁδηγητικό κείμενό του, βασιζόμενος σέ ἀπόφαση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, καταδεικνύει ὅτι ἡ ἔκπτωση ἐπισκόπου χωρίς νά τηρηθοῦν οἱ ἀνάλογες διαδικασίες πού προβλέπουν οἱ ἱεροί Κανόνες εἶναι ἀντικανονική. Γράφει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης:
«Φέρνω μπροστά σας καί μπροστά στά μάτια τοῦ πληρώματος τῆς ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας τήν συζήτησι καί τήν δεσμευτική πρᾶξι τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τήν ἀπόφασι πού ἀποτελεῖ πιλότο γιά ὁλόκληρη τῆς Ἐκκλησία καί πού δέν ἔχει κανένας δικαίωμα νά τήν παραβιάση. Ἀφορμή ἦταν ἡ ἔγκλησι πού ἔκανε στήν ἁγία Οἰκουμενική Σύνοδο ὁ Μητροπολίτης Τύρου Φώτιος. Ὁ ἐπίσκοπος Βηρυτοῦ Εὐστάθιος αὐτοανακηρύχθηκε Μητροπολίτης καί προσάρτησε στήν νέα Μητρόπολί του ἐπαρχίες πού ἀνῆκαν στήν δικαιοδοσία τοῦ Φωτίου. Ὁ Φώτιος ἀντέδρασε. Καί συνέχισε νά ἀσκῆ ἀνενόχλητα τά καθήκοντά του. Ἴσαμε τήν στιγμή πού ὁ Κωνσταντινουπόλεως Ἀνατόλιος μέ μία ἐνδημοῦσα Σύνοδο καί χωρίς νά καλέση τόν Φώτιο νά παραστῆ καί νά ἀπολογηθῆ, τόν τιμώρησε μέ ἀργία καί καθήρεσε τούς ἐπισκόπους πού στό μεταξύ εἶχε χειροτονήσει.
Τό θέμα ἔφτασε στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο. Ὁ Ἀνατόλιος προσπάθησε νά καλύψη τήν ἀντικανονική πρᾶξι του μέ μία ἀόριστη δικαιολογία: “Ἀνακόλουθά τινα ἔπραξε καί ἀγανακτήσασα ἡ σύνοδος ἐνταῦθα, κατά κανόνας κινηθεῖσα, ἀκοινωνησίαν αὐτῷ ἔπεμψεν”. Τότε, οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ αὐτοκράτορα ἔθεσαν ἐπίσημα στήν Σύνοδο τό ἐρώτημα: “λεγέτω ἡ ἁγία σύνοδος, εἰ ἐξῆν τῷ ἁγιωτάτῳ ἀρχιεπισκόπῳ Ἀνατολίῳ, ἀπόντι τῷ Φωτίῳ τῷ εὐλαβεστάτῳ ἐπισκόπῳ ἀκοινωνησίαν καταπέμψαι, καί προστάττειν ἀφαιρεθῆναι αὐτοῦ φανεράς κατά τήν ἐπαρχίαν ἐκκλησίας· καί εἰ σύνοδον χρή καλεῖν, τῶν ἐπιδημούντων τῇ βασιλίδι πόλει τήν συνέλευσιν”.
Στά ἐρωτήματα αὐτά ἀπάντησαν μέ σαφήνεια οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου. Καί διαμορφώθηκε ὁριστικά ἡ ἀπόφασι πού καταγράφηκε στά Πρακτικά καί ἀποτέλεσε Κανόνα Δικαίου γιά τήν Ἐκκλησία. Ὁ ἐπίσκοπος Χίου Τρύφων διατύπωσε τήν γνώμη καί ἔγινε δεκτή ὅτι καί ἡ Συνέλευσι τῶν ἐνδημούντων ἀρχιερέων εἶναι Σύνοδος καί μπορεῖ νά ἀντιμετωπίση τά ἐπείγοντα ἐκκλησιαστικά προβλήματα.
“Ἀττικός ὁ εὐλαβέστατος ἐπίσκοπος Ζήλων εἶπεν· ἀλλ’ ἀπόντι οὐδείς κατακρίνει, πάντες οἱ εὐλαβέστατοι ἐπίσκοποι ἐβόησαν· ἀπόντα οὐδείς κατακρίνει…”. Καί τότε ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι μέ μία φωνή προσυπέγραψαν τήν δήλωσι τοῦ ἐπισκόπου Ἀττικοῦ. Εὐνόμιος ὁ εὐλαβέστατος ἐπίσκοπος Νικομηδείας ἀνέπτυξε εὐρύτερα τό θέμα μέ βάσι τήν Ρωμαϊκή δικονομία καί τήν ἀρχή, πού διατυπώνεται στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων. Ἡ μεγαλοπρέπειά σας, εἶπε στούς ἐκπροσώπους τῆς πολιτείας, μᾶς ρώτησε, ἄν ἐπιτρέπεται νά καταδικάζεται κάποιος πού δέν εἶναι παρών. Καί ἐγώ σᾶς ἀπαντῶ ὅτι στίς θεῖες Γραφές καί εἰδικά στό βιβλίο τῶν Πράξεων, καταχωρεῖται ἡ ρωμαϊκή πρακτική. Συγκεκριμένα λέγεται ὅτι δέν εἶναι συνήθεια στούς Ρωμαίους νά καταδικάζουν κάποιον ἄνθρωπο καί νά τόν παραδίδουν σέ θάνατο πρίν νά ρθῆ ὁ κατηγορούμενος σέ ἀντιπαράθεση μέ τούς κατηγόρους του καί πρίν νά τοῦ δοθῆ ἡ εὐκαιρία νά ἀπολογηθῆ γιά τό ἔγκλημά του.
Μετά ἀπό αὐτή τήν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῶν Συνοδικῶν Συνέδρων, ὁ Τύρου ἔκανε τήν παρακάτω δήλωση: “Οὐδέν ἕτερον ἀξιῶ, καί δέομαι τῆς ὑμετέρας δικαιοκρισίας, ἤ τούς κανόνας στῆσαι, καί τούς παρ’ ἐμοῦ μέν χειροτονηθέντας ἐνθέσμως, ἐκβληθέντας δέ, καί γενομένους πρεσβυτέρους, ἀποκαταστῆσαι, καί λαβεῖν τάς ἐκκλησίας”. Ἡ Σύνοδος ἀποδέχθηκε ὅλα τά αἰτήματα τοῦ Φωτίου..». Καί συνεχίζει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νικόδημος «Αὐτή ἡ ὁμόφωνη ἀπόφασι τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου δημιουργεῖ δέσμευσι στήν δικονομία τῆς Ἐκκλησίας. Καί μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ νά παραβιασθῆ. Ἑπομένως ἀγαπητοί συνεπίσκοποι, ὅλες οἱ καταδικαστικές ἀποφάσεις πού τίς πήρατε κυριολεκτικά στό πόδι καί μέσα σέ μία ἀτμόσφαιρα ἐξάψεως καί ἐκβιασμῶν, εἶναι πέρα γιά πέρα ἄκυρες. Κολυμπᾶτε στίς κατάφωρες παραβιάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων καί τῶν θεσμίων…», ἔγραφε ὁ Μητροπολίτης Νικόδημος πρός τούς συνεπισκόπους του.
Αὐτήν τήν ὁμόφωνη ἀπόφαση τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργήσει δέσμευση στήν δικονομία τῆς Ἐκκλησίας καί μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ νά παραβιασθῆ, ὀφείλει νά σεβασθῆ καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί νά ἀποκαταστήση στήν Μητρόπολη Πάφου τόν κανονικό Μητροπολίτη της Τυχικό. Διότι ἡ καταδικαστική ἀπόφαση πού πῆραν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καί οἱ συνοδικοί εἶναι κυριολεκτικά στό πόδι καί μέσα σέ μία ἀτμόσφαιρα ἐξάψεως καί ἐκβιασμῶν καί εἶναι πέρα γιά πέρα ἄκυρη, ἀφοῦ παραβιάζει τούς Ἱερούς Κανόνες καί τά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς τονίζει ἡ Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδος.
Καί καταλήγει ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Νικόδημος στό κείμενό του «Θά συνεχίσετε νά πατᾶτε ἐπάνω στίς ἀκυρότητες; Θά συνεχίσετε νά χορεύετε ἐκδηλώνοντας τήν χαρά σας γιά τόν θάνατο τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Λαρίσης Θεολόγου καί τῶν ἄλλων ἀγαπητῶν καί σεβαστῶν ἀδελφῶν; (Θά συνεχίζετε νά παρεκτρέπεσθε, θά μπορούσαμε νά λέγαμε γιά τήν περίπτωση Τυχικοῦ, σέ σημεῖο πού νά χαρακτηρίζετε τόν Μητροπολίτη Τυχικό ἀπό “Μητροπολίτη πρώην Πάφου” σέ “πρώην Ἐπίσκοπος Πάφου”). Ὁ χορός σας (ὁ χαρακτηρισμός “πρώην Ἐπίσκοπος Πάφου”) θά εἶναι πειστήριο τῆς ἐκτροπῆς σας. Δεῖγμα ὅτι δέν ἔχετε συνειδητοποιήσει τό μέγεθος τοῦ ἀνοσιουργήματος. Διακήρυξι στό σημερινό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καί στίς γενιές πού θά ἀκολουθήσουν ὅτι δέν τηρεῖτε τούς Ἱερούς Κανόνες τῶν Πατέρων μας καί δέν ὑπολογίσατε τίς τελεσίδικες καί δεσμευτικές ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀλλά ἀνοίξατε στόν περίβολο τῆς Ἐκκλησίας τούς ἀσκούς τῆς ἐμπάθειας καί στρώσατε τίς βαθμίδες τοῦ Ἱεροῦ μέ ἀκρότητες καί ἀθλιότητες».
Αὐτές οἱ ἐμπάθειες καί ἀθλιότητες ἐπαναλαμβάνονται καί στίς ἡμέρες μας στήν μαρτυρική Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ἀπό ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυστυχῶς ξένοι τοῦ Ὀρθοδόξου ἤθους.




