Οι εκλογές στη Σερβία και οι γεωπολιτικές ισορροπίες

Share:

του Παντελή Σαββίδη

Η εκλογική αναμέτρηση στη Σερβία στις 25 Οκτωβρίου θέτει επί τάπητος ένα ερώτημα που υπερβαίνει την αλλαγή κυβέρνησης: μπορεί η χώρα να περάσει από την προσωποπαγή εξουσία σε ένα σύστημα πραγματικά ανεξάρτητων θεσμών;

Η απάντηση ενδιαφέρει και την Ελλάδα, καθώς το Βελιγράδι αποτελεί σημαντικό εταίρο σε μια περιοχή όπου οι εσωτερικές εξελίξεις συνδέονται στενά με τον διεθνή ανταγωνισμό. Αλλά και επειδή και στην Ελλάδα, με πολύ διαφορετική πορεία από τη σερβική, ισχύει το ίδιο ζητούμενο: πώς η λειτουργία των θεσμών μπορεί να εγγυηθεί τη λειτουργία του κράτους, χωρίς την καταλυτική παρουσία και επιρροή από πρόσωπα.

Απέναντι στον Αλεξάνταρ Βούτσιτς βρίσκεται μια κοινωνική κινητοποίηση με πρωταγωνιστές τους φοιτητές. Αφετηρία της υπήρξε η κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεμβρίου 2024, που κόστισε δεκαέξι ζωές. Η τραγωδία μετατράπηκε σε σύμβολο της αδιαφάνειας, της διαφθοράς και της αποτυχίας των κρατικών ελέγχων.

Οι φοιτητές διεκδίκησαν δημοσιοποίηση των εγγράφων της ανακατασκευής, απόδοση ευθυνών, προστασία των διαδηλωτών και ενίσχυση της πανεπιστημιακής χρηματοδότησης. Το βαθύτερο αίτημά τους, όμως, είναι ένα κράτος που λειτουργεί χωρίς να εξαρτάται από την προσωπική παρέμβαση του ηγέτη. Η συνύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών τάσεων διευρύνει την απήχηση του κινήματος, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτές διαφωνίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Ρωσία και το Κόσοβο.

Η δυναμική των διαδηλώσεων δεν προδικάζει το εκλογικό αποτέλεσμα. Ο Βούτσιτς διατηρεί σημαντικό έρεισμα, στηριζόμενος στις επενδύσεις, στις θέσεις εργασίας και στο αφήγημα της σταθερότητας. Παράλληλα, το κυβερνών κόμμα διαθέτει ισχυρά τοπικά δίκτυα και επιρροή στην ενημέρωση. Οι παρατηρητές του ΟΑΣΕ κατέγραψαν στις εκλογές του 2023 πιέσεις σε δημόσιους υπαλλήλους, χρήση κρατικών πόρων και μεροληπτική κάλυψη. Η υπαρκτή λαϊκή υποστήριξη συνυπάρχει με άνισους όρους πολιτικού ανταγωνισμού.

Η σημερινή κρίση συνδέεται με τις εκκρεμότητες της δημοκρατικής μετάβασης μετά την ανατροπή του Μιλόσεβιτς το 2000.

Οι κυβερνήσεις άλλαξαν, αλλά οι δεσμοί μεταξύ κρατικών μηχανισμών και οικονομικών συμφερόντων δεν εξαλείφθηκαν. Η δολοφονία του μεταρρυθμιστή πρωθυπουργού Ζόραν Τζίντζιτς το 2003 αποκάλυψε τη δύναμη αυτών των δικτύων.

Στο εξωτερικό, το Βελιγράδι επιδιώκει ευρωπαϊκή ένταξη, διατηρώντας συνεργασία με τη Ρωσία και την Κίνα. Υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, χωρίς να συμμετέχει στις δυτικές κυρώσεις κατά της Μόσχας. Το Κόσοβο παραμένει κεντρικό πολιτικό και συμβολικό ζήτημα, ενώ η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ενιαία θέση για τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας.

Για την Ελλάδα, η σχέση με τη Σερβία στηρίζεται στη μη αναγνώριση του Κοσόβου, στην υποστήριξη της ευρωπαϊκής προοπτικής και στις ενεργειακές διασυνδέσεις. Η ελληνική συνεργασία με το Ισραήλ προσθέτει περιφερειακό βάρος, χωρίς να συνεπάγεται αυτόματη ένταξη της Σερβίας σε κοινό άξονα. Την ίδια στιγμή, η Τουρκία καλλιεργεί σχέσεις με το Βελιγράδι, παρά τις στενές επαφές της με την Αλβανία και το Κόσοβο.

Η αναζήτηση ξένων επενδύσεων φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα των όρων τους. Η υπόθεση του σχεδίου Κούσνερ στον χώρο του πρώην Γενικού Επιτελείου ανέδειξε τη διασταύρωση κεφαλαίων, πολιτικής επιρροής και ιστορικής μνήμης. Το ζητούμενο είναι διαφανείς συμβάσεις και ανεξάρτητοι έλεγχοι, ώστε οι διεθνείς συνεργασίες να υπηρετούν την κοινωνία.

Τα Βαλκάνια δεν είναι καταδικασμένα σε νέους πολέμους, αλλά οι κίνδυνοι κλιμάκωσης στο Κόσοβο και στη Βοσνία παραμένουν.

Η εκλογική αναμέτρηση θα δοκιμάσει, τελικά, κάτι περισσότερο από την αντοχή μιας ηγεσίας: θα δοκιμάσει αν η εξουσία μπορεί να ελέγχεται και να εναλλάσσεται χωρίς η κοινωνία να χρειάζεται κάθε φορά να εξεγείρεται για να ακουστεί.

pontonews.gr

  Next Article

Πρόσκληση σέ ἡμερίδα: Πολλαπλή ἀποδόμηση τῆς παιδείας