1ον
Οἱ ἄνθρωποι εὔκολα συνηθίζουν τὸ φυσικὸ περιβάλλον, στὸ ὁποῖο ζοῦν, καὶ μένουν ἀναίσθητοι καὶ ἀδιάφοροι ἀπὸ τὶς εἰκόνες ποὺ παρουσιάζει. Δὲν δίνουν καμιὰ σημασία καὶ εἶναι αἰχμαλωτισμένοι ἀπὸ τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὸ φιλήδονη ἱκανοποίηση τῶν παθῶν τους. Δὲν σκέφτονται ὅτι ὅλα ὅσα βλέπουν, ἀκοῦν, γεύονται, ἀκουμποῦν καὶ ὀσφραίνονται εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ὁποῖα προσφέρονται στοὺς ἴδιους καὶ ἀποδεικνύουν τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία Του. Ὡστόσο, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀξιοποιοῦν τὴν ἱερὴ προσφορὰ καὶ δὲν ἀναφέρονται στὸν μεγάλο Εὐεργέτη τους, παρόλο ποὺ ὁ ψαλμωδὸς τονίζει ὅτι «οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»1. Ὁ Π.Ν. Τρεμπέλας ἑρμηνεύει τὸ στίχο: «Οἱ οὐρανοὶ διὰ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἁρμονίας καὶ τοῦ κάλλους των διηγοῦνται εἰς πάντα νοήμονα ἄνθρωπον τὴν ἔνδοξον σοφίαν καὶ δύναμιν τοῦ δημιουργήσαντος αὐτοὺς Θεοῦ. Τὴν ὑπερθαύμασταν δὲ κτίσιν, τὴν ὁποίαν ἐποίησαν οἱ χεῖρες του, ἐξαγγέλλει ὁ οὐρανός, ποὺ ὡς ἀπέραντος στερεωμένος θόλος ἐκτείνεται ὑπεράνω ἡμῶν».2
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει ὅτι ὁ οὐρανος μιλάει, ἂν καὶ εἶναι σιωπηλός: «Ὅταν δηλαδὴ δεῖς τὴν ὀμορφιά του, τὸ μέγεθος, τὴ θέση του, τὴν διάρκειά του, τὴν ἀκτινοβολία του, καὶ ὅταν ὅλα αὐτὰ τὰ συγκεντρώσεις μέσα σου καὶ τὸ σκεφτεῖς, δοξάσεις τὸν Δημιουργό, ἐγκωμιάσεις τὸν Πλάστη, τότε ὁ οὐρανὸς μιλάει, ἀφοῦ μὲ τὴ γλώσσα σου δοξολόγησες τὸν Θεό». Καὶ συνεχίζει: «Γι’ αὐτὸ ὁ προφήτης Δαβὶδ δὲν εἶπε ἁπλῶς ὅτι οἱ οὐρανοὶ μιλοῦν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ διηγοῦνται, διδάσκουν δηλαδὴ καὶ ἄλλους καὶ ἔχουν μαθητὲς ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, προβάλλουν στὴ μέση τοῦ σύμπαντος πολὺ μεγάλο σχολεῖο, καὶ ἀντὶ γιὰ βιβλία καὶ γράμματα, δίνουν στοὺς ἀγράμματους καὶ στοὺς σοφοὺς τὴν εὐκαιρία νὰ πλησιάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν ὀμορφιὰ τῆς φύσεώς τους καὶ τὴ διδασκαλία, ποὺ σὰν σὲ βιβλίο εἶναι ἔμφυτη σ’ αὐτοὺς καὶ μιλάει γιὰ τὴ σοφία καὶ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν βλέπει κανεὶς τὴν ὀμορφιὰ τοῦ οὐρανοῦ, δοξάζει τὸν Πλάστη».4
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στὴν ἀσέβεια τῶν εἰδωλολατρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ μποροῦσαν νὰ ἀποφύγουν τὴν τιμωρία, ἂν δέχονταν τὸν τρόπο γνώσης τοῦ Θεοῦ, σημειώνει στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του: «Τὴν αἰώνια δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ θεϊκή Του ἰδιότητα μποροῦσαν νὰ τὶς δοῦν μέσα στὴ δημιουργία, ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ὁ κόσμος. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ δικαιολογία. Γιατί, ἐνῶ γνώρισαν τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὴ δημιουργία, οὔτε τὸν δόξασαν οὔτε τὸν εὐχαρίστησαν ὡς Θεό. Ἀντίθετα, ἡ σκέψη τους ἀκολούθησε λαθεμένο δρόμο καὶ ἡ ἀσύνετη καρδιά τους βυθίστηκε στὸ σκοτάδι τῆς πλάνης. Ἔτσι, ἐνῶ θριαμβολογοῦσαν γιὰ τὴ σοφία τους, κατάντησαν ἀνόητοι, ὥς τὸ σημεῖο, ἀντὶ γιὰ τὸ δημιουργὸ ἀθάνατο Θεὸ νὰ προσκυνοῦν εἴδωλα ποὺ παρασταίνουν θνητοὺς ἀνθρώπους, πουλιά, τετράποδα ζῶα κι ἑρπετά».5
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης
Σημειώσεις:
1. Ψαλμ. 18, στίχ. 9. 2. Π.Ν. Τρεμπέλα, Τὸ ψαλτήριον μετὰ συντόμου ἑρμηνείας, Ἀθήνα 1955, σελ. 76. 3. Β. Δ. Χαρώνη, Παιδαγωγικὴ ἀνθρωπολογία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, τόμος Β΄, Ἀθήνα 1994, σελ. 33. 4. Ὅπ. παρ. σελ. 33-34. 5. α΄ 20-23.




