Δικαία και αληθινή η κρίσις του Θεού
Βλέπουμε στην Αποκάλυψη: «μεγάλα και θαυμαστά τα έργα σου, Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτωρ· δίκαιαι και αληθιναί οι οδοί σου, ο βασιλεύς των εθνών» (Αποκ. ιε΄, 3). Δηλαδή: Μεγάλα και θαυμαστά είναι τα έργα σου, Κύριε ο Θεός ο Παντοκράτωρ, δίκαια και σοφά και επί της αληθείας στηριγμένα είναι τα κυβερνητικά και παιδαγωγικά μέτρα, που μεταχειρίζεσαι συ, που είσαι ο βασιλεύς των εθνών.
Πολλοί διαμαρτυρόμεθα και νομίζουμε ότι όλες οι θλίψεις μας και τα δεινά, που μας βρίσκουν στην ζωή μας είναι άδικα. Έτσι είναι όμως; Το κριτήριο του Θεού είναι αιώνιο και δίκαιο και πάντα ενεργεί από αγάπη προς τον άνθρωπο.
Διαβάζουμε στον Ευεργετινό:
«ΠΟΛΛΟΙ εκ των Χριστιανών της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας επιζητούντες, εκ θείου ζήλου, να εφαρμόσουν εις την ζωή των τα έθιμα της Αποστολικής εποχής (1), επώλουν την περιουσίαν των και παρέδιδον τα χρήματα εις τας χείρας του Αγίου Ιωάννου (του Ελεήμονος) με την παράκλησιν να τα μοιράση εις τους πτωχούς.
Μεταξύ των Χριστιανών, που προσήρχοντο εις τον Άγιον προσήλθε και κάποιος ο οποίος διέθεσε, δια το έργον της αγάπης, επτά και ημίσειαν λίτρας χρυσού, διαβεβαιών ότι τίποτε δεν εκράτησε δια τον εαυτόν του. Εζήτει δε από τον Άγιον Ιωάννην τον Ελεήμονα να παρακαλέση τον Θεόν να του κάμη δύο ευεργεσίας• η μία ήτο να σωθή το παιδί του από μίαν σοβαράν ασθένειαν· η δε άλλη, να επανέλθη το πλοίον του σώον από ταξίδιόν του εις την Αφρικήν.
Πράγματι εγένετο η προς τον Θεόν προσευχή. Τι συνέβη όμως; Μετά από τριάκοντα ημέρας αποθνήσκει ο υιός του• την τρίτην δε ημέραν από του θανάτου του υιού του, το πλοίον, επιστρέφον εκ του ταξιδίου του, μόλις έφθασεν απέναντι του Φάρου της Αλεξανδρείας, ηπειλήθη από σοβαρόν ναυάγιον, λόγω σφοδράς θαλασσοταραχής• μόλις δε και μετά βίας διεσώθη με τους επιβάτας του, ενώ το φορτίον άλλο κατεστάφη και άλλο ερρίφθη εις την θάλασσαν.
Αμέσως λοιπόν, μετά την είδησιν του θανάτου του τέκνου του, και ενώ ακόμη επεκράτει εις την ψυχήν του το πάθος του πένθους, έρχεται και η πληροφορία δια την εκ της θαλασσοταραχής ζημίαν του πλοίου· κατόπιν της διπλής αυτής θλιβεράς ειδήσεως ο ελεήμων εκείνος Χριστιανός κατελήφθη από άμετρον μελαγχολίαν και λύπην. Αλλά και ο Πατριάρχης, όταν επληροφορήθη τας δυσαρέστους αυτάς ειδήσεις, δεν ελυπήθη ολιγώτερον του δυστυχούς πατρός και ατυχούς πλοιοκτήτου· παρεκάλει δε τον Θεόν να θωπεύση με στοργήν, δια της αοράτου χειρός Του, την ψυχήν του θλιβομένου και πονεμένου Χριστιανού, να επιτιμήση την τρικυμίαν της ψυχής του και να φέρη την γαλήνην.
Την ιδίαν λοιπόν εκείνην νύκτα, εμφανίζεται εις το όνειρον του δοκιμασθέντος Χριστιανού ένας άνθρωπος, όμοιος με τον Πατριάρχην και με γλυκύτητα του λέγει:
– «Διατί είσαι τόσον πολύ μελαγχολικός και λυπημένος; Δεν με παρεκάλεσες να σωθή ο υιός σου; Ιδού λοιπόν, ότι ο υιός σου εσώθη, με την Χάριν του Θεού, από τα κακά του βίου, απελθών αβλαβής εκ του κόσμου αυτού· διότι, εάν έζη περισσότερον, δεν θα παρέμενεν αγαθός θα μετεβάλλετο και θα εγίνετο κακός, ανάξιος της αγάπης του Δημιουργού και του πατρός του.
Ως προς το πλοίον να μη είσαι καθόλου λυπημένος· εάν ο Θεός δεν είχε παρακληθή από την μετριότητά μου, θα εβυθίζετο αύτανδρον· ούτω εκτός από την απώλειαν του φορτίου θα είχες χάσει εις φοβερόν ναυάγιον και τον αδελφόν σου και το άλλο πλήρωμα. Δεν πρέπει λοιπόν να λυπήσαι και να μελαγχολής, αλλά να αντιμετωπίσης με υπομονήν τα συμβάντα, διότι ο Θεός δεν ενεργεί τίποτε, χωρίς αυστηράν και δικαίαν κρίσιν, έστω και εάν δεν κατορθώνωμεν να μάθωμεν τας βαθυτέρας αιτίας πολλών εκ των κριμάτων του Θεού».
Μόλις λοιπόν εξύπνησεν από το όνειρον ο άνθρωπος εκείνος ησθάνθη βαθυτάτην παρηγορίαν εις την καρδίαν του και αμέσως μετέβη εις τον Πατριάρχην· έπεσεν ευγνώμων εις τους πόδας του και τον ευχαριστούσε με όλην την θερμότητα της ψυχής του διηγούμενος το αποκαλυπτικόν όνειρον, που είδεν.
Ο Πατριάρχης ακούων με συγκίνησιν αυτήν την διήγησιν τον συνεβούλευσε:
– Πρέπει, τέκνον μου, εις τον Θεόν να αποδώσης την χάριν, που εξοικονομεί όλα προς το συμφέρον της ψυχής μας.
1. «Πάντες δε οι πιστεύοντες ήσαν επί το αυτό και είχον άπαντα κοινά, και τα κτήματα και τας υπάρξεις επίπρασκον και διεμέριζον αυτά πάσι καθότι αν τις χρείαν είχε» (Πραξ. β 44-45).




