Μνήμη κοιμηθέντων
Φοβερὸς ὁ θάνατος. Ἀδυσώπητος, χωρίζει γονεῖς ἀπὸ τέκνα, τοὺς συζύγους ἀπὸ τὶς συζύγους, συγγενεῖς ἀπὸ συγγενεῖς. Γιὰ μᾶς ὅμως ποὺ πιστεύουμε στὸν Χριστὸ δὲν ὑπάρχει θάνατος. Ἕνας ἁπλὸς προσωρινὸς χωρισμός. «Ἐγὼ εἰμι, λέγει, ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή· ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. ια΄, 25, 26). Γι’ αὐτὸ ἔδωσαν ἐντολὴ οἱ Ἅγιοι Πατέρες μας νὰ ἐπιτελοῦμε τὰ ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων μνημόσυνα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου πρὶν τὴν Πεντηκοστή. «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ Σαββάτῳ πρὸς τῆς Πεντηκοστῆς μνήμην ἐπιτελοῦμεν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου».
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος στὴν Θ΄ Ὁμιλία του «Εἰς τὴν πρὸς Θεσσαλονικεῖς» γεμᾶτος πίστη καὶ ἐλπίδα ἐπισημαίνει: «Μὴ ἀπελπισθῆς, ἐπειδὴ κινδυνεύεις. Ἔχεις ἀσφαλὲς στήριγμα. Δὲν θὰ ἔδινε τὸν Υἱό του, ἄν δὲν φλεγόταν ἀπὸ ὑπερβολικὴ ἀγάπη γιὰ μᾶς. Ὥστε κι ἄν ἀκόμη πεθάνης, θὰ ζήσης, γιατὶ κι Αὐτὸς πέθανε. Εἴτε λοιπὸν πεθάνουμε, εἴτε ζοῦμε, μαζὶ μ’ Αὐτὸν θὰ ζήσουμε. Εἶναι ἀδιάφορο αὐτό. Καθόλου δὲν μ’ ἐνδιαφέρει, εἴτε ζῶ, εἴτε πεθάνω, γιατὶ μαζὶ μ’ Ἐκεῖνον θὰ ζήσουμε».
• Μαζὶ μὲ τὸν Χριστό μας δὲν ὑπάρχει θάνατος. Ὑπάρχει μιὰ συνέχεια ζωῆς. Στὸ περιοδικὸ «Ὁ Παράκλητος» διαβάζουμε τὸ ἑξῆς γεγονὸς ἀπὸ ὁμιλία τοῦ Πανιερωτάτου Μητροπολίτου – Μόρφου κ.κ. Νεοφύτου.
«Τελευταῖα, κάποιος μοναχὸς μοῦ διηγήθηκε ἕνα περιστατικό, ποὺ ἀποδεικνύει αὐτὴν τὴν συνεχῆ κίνηση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὁ πατέρας ἑνὸς ἱερωμένου ποὺ ζεῖ στὴν Ἑλλάδα, ποὺ ἦταν μικρασιατικῆς καταγωγῆς, ἔκτισε ἕνα παρεκκλήσι πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου νεομάρτυρος Δήμου, ἴσως τὸ μοναδικὸ στὸν κόσμο παρεκκλήσι πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ. Ὁ νεομάρτυρας Δῆμος γιορτάζει στὶς 10 Ἀπριλίου καὶ σύμφωνα μὲ τὸν βίο του ἦταν μέθυσος, ἀλλὰ ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύδωρος ἀπὸ τὴν Λευκωσία, μαρτύρησε ὁμολογώντας τὴν πίστη του, πήγαινε κάθε μέρα στὴ συκαμινιὰ ποὺ κρέμασαν τὸν δικό μας Ἅγιο καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἀξίωσε κι ἐμένα νὰ μαρτυρήσω, ἅγιέ μου Πολύδωρε». Διότι αὐτὸς πάνω στὸ μεθύσι του, ἕνα βράδυ, ἀρνήθηκε τὴν πίστη του καὶ δὲν τὸ ἄντεχε. Πράγματι, τοῦ παρουσιάστηκε ὁ Ἅγιος Πολύδωρος καὶ τὸν ἐνεθάρρυνε νὰ πάει νὰ μαρτυρήσει, ὅπως καὶ ἔπραξε.
Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ πατέρας τοῦ ἱερωμένου ἐκοιμήθη πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες, σὲ ἡλικία 90 χρονῶν. Ὁ ἱερομόναχος, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε πολὺ τὸν πατέρα του, ὅπως ὅλοι τὸν δικό μας πατέρα, ἔκλαιε γοερῶς. Τοῦ ἔκαμε σαρανταλείτουργα, ἔδωσε τ’ ὄνομά του νὰ μνημονεύεται σὲ διάφορα μοναστήρια καὶ ὅταν πέρασαν οἱ σαράντα μέρες, ἐμφανίζεται σὲ αὐτὸν ὁ κεκοιμημένος πατέρας του καὶ τοῦ λέει: «Γιέ μου, γιατὶ ἔκλαιγες ἔτσι στὴν κηδεία, ἱερομόναχος ἄνθρωπος; Μὲ ρεζίλεψες στοὺς ἀγγέλους. Αὐτὴ εἶναι ἡ πίστη σου στὴν αἰώνια ζωή»; Τοῦ λέει ὁ ἱερωμένος: «Πατέρα, μὰ εἶσαι χαρούμενος, εἶσαι φωτεινός»· καὶ τοῦ ἀπαντᾶ ὁ πατέρας του: «Γιέ μου, σκέψου, σαράντα ἡμερῶν καὶ εἶμαι ἤδη στὴν δόξα τοῦ Θεοῦ». Ὁ ἱερωμένος ἐπιμένει καὶ τὸν ρωτᾶ: «Πατέρα εἶσαι στὸν Παράδεισο;»· καὶ παίρνει τὴν ἑξῆς ἐλπιδοφόρα ἀπάντηση: «Γιέ μου, δὲν ἀκοῦς, δὲν βλέπεις. Εἶμαι γεμάτος φῶς. Εἶναι δυνατὸν οἱ κολασμένοι ἄνθρωποι νὰ ἔχουν τόσο φῶς; Ἁπλῶς δὲν μοῦ ἄρεσε ποὺ ἔκλαιγες ἔτσι. Ξέρεις, γιέ μου, τώρα εἶμαι μαζὶ μὲ τὸν νεομάρτυρα Δῆμο. Τί κάναμε τοῦ ἁγίου ἀνθρώπου; Ἕνα παρεκκλήσι καὶ μερικὲς λειτουργίες καὶ φρόντισε νὰ εἶναι μαζί μου μόλις βγῆκε ἡ ψυχή μου. Τώρα, περιμένω νὰ γνωρίσω καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό, ποὺ εἶναι πιὸ ψηλὰ αὐτός». Μέσα ἀπὸ τὸν συγκεκριμένο διάλογο φανερώνεται αὐτὸ ποὺ ἡ πίστη μας ζεῖ καὶ βιώνει μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά, θὰ πρέπει ἐδῶ νὰ ποῦμε ὅτι τὴν αἰώνια ζωὴ τὴν προγευόμαστε ἀπὸ αὐτὴν τὴ ζωή. Σὲ κάθε θεία Λειτουργία γινόμαστε συμμέτοχοι τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Λειτουργία μᾶς φανερώνει τὴν Ἁγία Τριάδα ἤ ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος «τὴν ἁγίαν ἡμῖν ἀνακαλύπτει Τριάδα».
Πόσο ὠφελεῖ ἡ συμμετοχή μας καὶ ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων στὴν θεία Λειτουργία.
• Ὑπέρ ἀναπαύσεως τῶν κεκοιμημένων τελοῦνται κάθε χρόνο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ δύο γενικὰ Μνημόσυνα. Τὸ πρῶτο τελεῖται τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Κρίσεως (τῆς Ἀπόκρεω) καὶ τὸ δεύτερο τελεῖται τὸ Σάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς. Στὸ πρῶτο Ψυχοσάββατο τὸ Μνημόσυνο τελεῖται γι’ αὐτοὺς ποὺ πνίγηκαν στὴ θάλασσα, σκοτώθηκαν στὸν πόλεμο, χάθηκαν στὴ χιονοθύελλα, κάηκαν στὴ φωτιά, πέθαναν ἀπὸ θεομηνίες καὶ δὲν τοὺς ἔκανε κανεὶς Μνημόσυνο. Ἀλλὰ τελεῖται καὶ γιὰ ὅλους τοὺς «ἀπ’ αἰῶνος» κεκοιμημένους, τοὺς ὁποίους «ἐκάλυψε τάφος ἐν πάσῃ χώρᾳ».
Στὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο ἡ Ἐκκλησίας μνημονεύει «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου». Τελεῖ τὸ Μνημόσυνο γιὰ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς, ποὺ κοιμήθηκαν ἀπὸ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο τῆς γῆς, τὸν Ἀδάμ, μέχρι σήμερα.




