ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Πενῆντα ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δηλ. τὴν ἵδρυση (φανέρωση) τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς Ἀποστόλους ὅτι θὰ τοὺς ἀποστείλη τὸ Πανάγιον Πνεῦμα (Ἰωάν. ιε΄ 26).
• Στὶς Πράξεις β΄ 1-4 ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μαρτυρεῖ: «Καὶ ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό. καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν οἶκον οὗ ἦσαν καθήμενοι· καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».
«Καί ὅταν ἀπό τήν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς της ἤρχισεν ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ἐπρόκειτο αὕτη νά συμπληρωθῇ, ἦσαν ὅλοι οἱ πιστοί μέ μιά καρδιά συναγμένοι εἰς τό αὐτό μέρος. Καί ἔξαφνα χωρίς νά τό περιμένῃ κανείς, ἦλθε βοή ἀπό τόν οὐρανόν σάν βοή σφοδροῦ ἀνέμου, ὁ ὁποῖος κινεῖται μέ ὁρμήν καί βιαιότητα. Καί ἡ βοή αὐτή ἐγέμισεν ὅλο τό σπίτι, ὅπου ἐκάθηντο οἱ ἀπόστολοι καί ὅλοι οἱ μαθηταί. Καί εἶδαν μέ τά μάτια των νά διαμοιράζωνται εἰς αὐτούς γλῶσσαι παρόμοιαι πρός τάς φλόγας τοῦ πυρός καί εἰς τόν καθένα ἀπό αὐτούς ἐκάθησεν ἀπό μία γλῶσσα».
Καὶ ἐγέμισε τὸ ἐσωτερικὸν ὅλων μὲ Πνεῦμα Ἅγιον, καὶ ἤρχισαν νὰ ὁμιλοῦν ξένας γλώσσας, ὅπως τὸ Πνεῦμα, ποὺ τοὺς ἐνέπνεεν, ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ λέγουν θείους καὶ οὐρανίους λόγους καὶ διδασκαλίας ὑψηλὰς καὶ θεοπνεύστους» (Μετάφραση Π. Τρεμπέλα).
Μάλιστα μὲ τὸν ἦχο αὐτὸ συγκεντρώθηκε μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων στὸ σπίτι αὐτὸ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχαν ἔλθει γιὰ τὴν ἑορτὴ ἀπὸ διάφορα μέρη καὶ ἄκουγαν τὶς ὁμιλίες τῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου ὁ καθένας στὴν γλώσσα του καὶ ἀποροῦσαν καὶ ἔλεγαν, πῶς αὐτοὶ ἐνῶ δὲν γνώριζαν τὴν γλώσσα μας τώρα τὴν ὁμιλοῦν.
• Ἡ ἵδρυση τῆς Ἐκκλησίας μας στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅπως ἀναφέρεται στὴν Συναξαριστὴ Πεντηκοσταρίου, συμβολίζεται μὲ τὸ περιστατικὸ τῆς θυσίας τοῦ Προφήτη Ἠλία πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ἄν ἀνοίξουμε τὸ βιβλίο τῆς Γ΄ Βασιλειῶν (ιη΄, 30-39), θὰ δοῦμε ὅτι οἱ πεπλανημένοι ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ ἐκείνου προσκυνοῦσαν ἕνα μεγάλο εἴδωλο τοῦ Βάαλ. Ἐπειδὴ ὁ προφήτης Ἠλίας δὲν μποροῦσε νὰ ἀντέξη τὴν ἀπιστία τους, ἔλεγξε τὸν Βασιλιά τους Ἀχαὰβ καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ συγκεντρώση τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ μαζὶ μὲ τοὺς τετρακοσίους πενῆντα ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης καθὼς καὶ τοὺς τετρακοσίους ἱερεῖς τῶν δασῶν τῆς Ἀστάρτης, οἱ ὁποῖοι ἔτρωγαν στὴν τράπεζα τῆς βασίλισσας Ἰεζάβελ, στὸ Καρμήλιο ὄρος.
Τότε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀφοῦ τοὺς ἔλεγξε δριμύτατα, ζήτησε νὰ φέρουν δύο μόσχους, τὸ ἕνα νὰ θυσιάσουν αὐτοὶ καὶ τὸν ἄλλο ὁ προφήτης Ἠλίας.
Κατόπιν τοὺς διέταξε ὁ Προφήτης νὰ προσευχηθοῦν αὐτοὶ ξεχωριστά, ὥστε νὰ παρακαλέσουν τὸν Θεό τους νὰ στείλη φωτιὰ καὶ νὰ γίνη ἡ θυσία. Πράγματι προσευχόντουσαν οἱ ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης καὶ τῶν δασῶν ὅλη τὴν ἡμέρα στὸν Βάαλ, γιὰ νὰ στείλη φωτιὰ γιὰ τὴν θυσία· μάλιστα, ἀναφέρεται ὅτι ἔκοβαν ἀκόμη καὶ τὶς φλέβες τους, ἀλλὰ οὐδεμία ἀπάντηση.
Τότε τοὺς εἶπε ὁ προφήτης Ἠλίας νὰ φύγουν ἀπὸ μπροστά του, γιὰ νὰ ἑτοιμάση ὁ ἴδιος τὸ δικό του θυσιαστήριο.
Τί ἔκανε ὁ Προφήτης;
Πῆρε δώδεκα λίθους ἰσάριθμους τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἔκτισε τὸ θυσιαστήριο ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Κυρίου. Ἔκανε γύρω ἀπὸ τὸ θυσιαστήριο αὐλάκι μεγάλο ποὺ χώραγε εἴκοσι πέντε κιλὰ νερό. Τοποθέτησε τὰ ξύλα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἔβαλε τὰ τεμάχια τοῦ μόσχου ἐπάνω.
Μετὰ τοὺς εἶπε νὰ πάρουν τέσσερες στάμνες γεμᾶτες νερὸ καὶ νὰ χύσουν νερὸ πάνω στὸ μόσχο, ποὺ εὑρίσκετο πάνω ἀπὸ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ τὸ ἔκαμαν αὐτό, τοὺς εἶπε νὰ τὸ ἐπαναλάβουν καὶ δεύτερη φορά. Κατόπιν τοὺς εἶπε, χύσατε νερὸ καὶ τρίτη φορά. Ἀφοῦ τὸ ἔκαναν καὶ τρίτη φορά, γέμισε τὸ αὐλάκι νερό.
Τότε ὁ Προφήτης Ἠλίας προσευχήθηκε καὶ εἶπε: «Κύριε ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ, ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου σήμερα καὶ στεῖλε πῦρ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τούτου, διὰ νὰ μάθη ὅλος ὁ Ἰσραηλιτικὸς αὐτὸς λαός, ὅτι σὺ εἶσαι ὁ πραγματικὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ δοῦλος σου καὶ ὅτι κατόπιν ἐντολῆς Σου ἔκαμα τὰ ἔργα αὐτά. Ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου καὶ στεῖλε πῦρ ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, διὰ νὰ μάθη ὅλος αὐτὸς ὁ λαός, ὅτι Σὺ εἶσαι ὁ πραγματικὸς Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δύνασαι νὰ στρέψης τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ τούτου καὶ πάλιν, νὰ Σὲ ἀκολουθῆ».
Τότε ἔπεσε πῦρ παρὰ Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέφαγε τὰ τεμάχια τοῦ πρὸς ὁλοκαύτωση ζώου, καθὼς καὶ τὰ ξύλα καὶ αὐτὸ τὸ νερό, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο στὸ μεγάλο αὐλάκι. Ἀκόμη καὶ τοὺς λίθους κατέφαγε ἡ φωτιά, ἔγλειψε δὲ καὶ αὐτὸ τὸ χῶμα! Τότε ὅλος ὁ ἐκεῖ εὑρισκόμενος λαὸς ἔπεσε καὶ προσκύνησαν μέχρι κάτω τὸ ἔδαφος καὶ εἶπε· «Ἀληθῶς Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς ὁ Θεός» (Γ΄ Βασ. η΄ 39).
Τί συμβολίζουν ὅλα αὐτά; Ἔλαβα, λέγει ὁ οὐράνιος οἰκοδόμος (ὁ Χριστός), δώδεκα λίθους, δηλαδὴ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους καὶ νὰ ποὺ οἰκοδομῶ μὲ αὐτοὺς ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τὸ θυσιαστήριο, δηλαδὴ τὴν Ἁγία μου Ἐκκλησία· καὶ κατασκευάζω γύρω της τὴν θάλασσα, τὴν κολυμβήθρα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καὶ χύνω τὴν οὐράνιον δρόσον τοῦ Παναγίου Πνεύματος στὶς φλογισμένες ψυχές τους, τὶς τέσσερες στάμνες τοῦ σωτηρίου ὕδατος, οἱ ὁποῖες τρέχουν ἀπὸ τὶς τέσσερες πηγὲς τῶν Εὐαγγελιστῶν μου. Πρώτη δρόσος, οὐράνια καὶ θεία, εἶναι τὸ νὰ πιστεύετε σὲ μία θεότητα, τὸν Ἄναρχο Πατέρα, τὴν ἀρχὴ τῶν πάντων. Δευτέρα δρόσος τῶν σωτηρίων σταμνῶν, εἶναι τὸ νὰ πιστεύετε σὲ ἐμένα τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων. Τρίτη δρόσος εἶναι τὸ νὰ πιστεύετε καὶ σὲ ἕνα Πνεῦμα Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον. Αὐτὲς εἶναι οἱ τρεῖς δρόσοι οἱ οὐράνιες τῶν τριῶν ἐκχύσεων ἀπὸ τὶς ὑδρίες (στάμνες) τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν, μὲ τὶς ὁποῖες ἐπότισε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς τὶς καταφλογισμένες ἀπὸ τὴν ἀθεΐα ψυχές μας.
Τέλος παρεκάλεσε τὸν Θεόν Πατέρα: «Πάτερ Οὐράνιε, ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ νέου Ἰσραὴλ τούτου ἐπάκουσόν μου σήμερον, ἐν πυρὶ ἐπάκουσόν μου καὶ ἐξαπόστειλον τὴν Χάριν τοῦ Παν­αγίου Σου Πνεύματος, τὴν φλογίζουσαν τὰς τῶν ἀνθρώπων ἁμαρτίας καὶ φωτίζουσαν καὶ ἁγιάζουσαν τὰς ψυχάς των εἰς θεογνωσίαν καὶ γνώτωσαν πᾶς ὁ λαὸς οὗτος, ὅτι σὺ εἶ Κύριος» (Γ΄ Βασ. ιη΄ 39). «Αὕτη ἐστὶν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν» (Ἰωάν. ιζ΄ 3).

Previous Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Next Article

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ