ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Share:

«Εἶμαι ὁ γιός σου» (Ἀλύτρωτες Πατρίδες)

«διωκόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ’ οὐκ ἀπολλύμενοι,» (Β΄ Κορ. δ΄ 9). (:Μᾶς καταδιώκουν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ ὁ Θεός. Φαίνεται ὅτι μᾶς κατανικοῦν καί μᾶς ρίχνουν κάτω στή γῆ σάν τούς παλαιστές, ἀλλά δέν χανόμαστε).

  • Τί λέγει ὁ ἱ. Χρυσόστομος γιά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς;

«Ὅταν ὁ Θεός κάνει ἕνα νεῦμα, τά πάντα ὑποχωροῦν κι ἐξαφανίζονται καί τά δύσκολα γίνονται εὔκολα καί τά ἀδύνατα δυνατά, μόνο ἐάν ἐμεῖς ἔχουμε σταθερή πίστη σ΄ Αὐτόν κι ἄν γινόμαστε ἀνώτεροι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων βασιζόμενοι στήν παντοδυναμία Του. Γιατί Αὐτός, πού ὑποσχέθηκε τά μέλλοντα ἀγαθά κι ἐκεῖνα τά ἀνέκφραστα σ’ αὐτούς πού ζοῦν ἐνάρετη ζωή, δέν θά μᾶς δώση πολύ περισσότερο καί τά ἐπίγεια ἀγαθά καί μάλιστα, ἄν ἐμεῖς περιφρονοῦμε τά παρόντα κι ἐπιθυμοῦμε τά οὐράνια».

  • Στο Γεροντικό ἀναφέρεται. Τό δέντρο πού δέν σείεται ἀπό τόν ἄνεμο οὔτε ρίζες γερές κάνει οὔτε μεγαλώνει ὅπως πρέπει, ἔλεγε κάποιος Γέροντας, καί ὁ ἄνθρωπος πού δέν σαλεύεται ἀπό τούς πειρασμούς, δέν ἀποκτᾶ δυνατή πίστη. 

  Ἕνα συγκλονιστικό γεγονός ἀναφέρεται γιά τίς ἀλύτρωτες πατρίδες, πῶς ὁ Θεός τά ἀδύνατα τά κάνει δυνατά.

   «Μία γυναίκα ἀπό τή Ριζοῦντα τοῦ Πόντου, πού οἱ Τοῦρκοι σκότωσαν τόν ἄνδρα της, ἐγκαταστάθηκε σέ προσφυγικό καταυλισμό τῆς Δράμας. Εἶχε τρία παιδιά – δύο ἀγόρια κι ἕνα κορίτσι. Τό κορίτσι ἦταν μαζί της στή Δράμα, τά ἀγόρια ὅμως δέν ἤξερε τί εἶχαν ἀπογίνει. Πέρασαν ἀρκετά χρόνια καί στή Δράμα, ὅπου εἶχε ἐγκατασταθῆ, δέν εἶχε τά ἀπαραίτητα, γιά νά ζήση καί γι’ αὐτό ἀποφάσισε νά ἐπιστρέψη στόν τόπο της, μήπως κατορθώσει καί πάρει μαζί της ἕνα δοχεῖο χρυσές λίρες κι ἄλλα κοσμήματα πού εἶχε κρύψει ὁ ἄντρας της, στό φοῦρνο τοῦ σπιτιοῦ τους. Πραγματικά μία μέρα ἔφτασε στή Ριζοῦντα. Στάθηκε στή γνώριμη βρύση. Ἀπέναντι ἦταν τό σπίτι της! Ρώτησε μία Τουρκάλα ποιός ἦταν ὁ καινούργιος σπιτονοικοκύρης. Ἦταν ἕνας συνταγματάρχης τοῦ τουρκικοῦ στρατοῦ. Ἡ γυναίκα εἶδε ὅτι ὁ φοῦρνος δέν εἶχε γκρεμισθῆ, ὅμως δίσταζε νά πλησιάση τό παλιό της σπίτι, ἐπειδή ὁ ἔνοικος ἦταν τόσο ἰσχυρός. Ὅταν ἡ Τουρκάλα ἔμαθε ὅτι τό σπίτι ἦταν δικό της, δέν τήν ἄφησε νά φύγη, ἀλλά τήν προέτρεψε ἔντονα νά πάει ἐκεῖ. Πραγματικά ἡ γυναίκα κτύπησε τήν πόρτα καί τῆς ἄνοιξε ἡ σύζυγος τοῦ συνταγματάρχη. Τῆς εἶπε τότε ὅτι τό σπίτι ἦταν τό πατρικό της. Ἡ γυναίκα τήν παρακάλεσε νά παραμείνη μέχρι νά ἐπιστρέψη ὁ ἄντρας της. Ἔτσι ἔγινε καί τό μεσημέρι, ὅταν φάνηκε ὁ Τοῦρκος συνταγματάρχης, τοῦ διηγήθηκε ἡ Ἑλληνίδα τήν ἱστορία της. Ὁ Τοῦρκος συνταγματάρχης τήν προσκάλεσε νά παραμείνη μαζί τους ὅσο καιρό ἐπιθυμοῦσε, ἐφόσον τό σπίτι ἦταν δικό της! Ἡ πτωχή γυναίκα κάθισε στό σπιτικό της μία βδομάδα. Σ’ αὐτό τό διάστημα διαπίστωσε ὅτι ὁ συνταγματάρχης ἦταν καλός ἄνθρωπος. Ἔτσι σκέφτηκε νά τοῦ ζητήση νά ἐρευνήση γιά τά δύο ἀγνοούμενα παιδιά της….

  Ὁ συνταγματάρχης, χάρη στή θέση του, κατόρθωσε νά ἀνακαλύψη ὅτι τό ἕνα της παιδί εἶχε σκοτωθῆ, ἐνῶ τό ἄλλο συνέχιζε νά ἀγνοῆται. Τότε ἡ γυναίκα, ἀναλογιζόμενη τή πτώχεια της, ἀποφάσισε νά τοῦ πῆ γιά τίς κρυμμένες χρυσές λίρες, ἀφοῦ ἔτσι κι ἀλλιῶς ἦταν χαμένες. Τοῦ ἐξήγησε μάλιστα ὅτι εἶχε μία κόρη νά παντρέψη καί τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι τά μισά θά ἦταν δικά του. Ψάξανε λοιπόν καί οἱ δύο στό φοῦρνο καί βρήκανε ὅλα τά πολύτιμα ἀντικείμενα πού ἦταν κρυμμένα. Ἔγινε ἡ μοιρασιά, καί τό μόνο πρόβλημα ἦταν ὁ τρόπος, μέ τόν ὁποῖο ἡ γυναίκα θά ἔβγαινε ἀπό τά σύνορα. Ὁ συνταγματάρχης τήν καθησύχασε, ὑποσχόμενος ὅτι θά τή συνόδευε ἐκεῖνος. Τήν ἡμέρα πού θά ἔφευγε, εἶδε ἕνα φορτηγό γεμᾶτο 10 μπαοῦλα. Ἡ γυναίκα ἀπόρησε, ὁ Τοῦρκος ὅμως τῆς ἀπάντησε: «Αὐτό τό σπίτι ἦταν δικό σου καί ἐγώ τώρα μέ αὐτά ξεχρέωσα». Ἔφτασε ἡ γυναίκα στή Δράμα, ἀφηγήθηκε τί τῆς συνέβη, μά ἡ γειτονιά δέν πίστευε αὐτά πού ἄκουγε! Γέμισε το σπίτι μέ κόσμο, πού μαζεύτηκε νά δῆ τήν προίκα τῆς κόρης. Ἄνοιγαν τά μπαοῦλα καί ξαφνικά, σέ ἕνα ἀπό αὐτά, βρῆκαν τή φωτογραφία τοῦ συνταγματάρχη καί τῆς γυναίκας του! Τήν ρώτησαν, ἄν αὐτός ἦταν ὁ Τοῦρκος πού εἶχε γνωρίσει. Πραγματικά ἦταν ὁ ἴδιος!

  Γύρισαν τή φωτογραφία, ἡ ὁποία ἔγραφε ἀπό πίσω:

  “Ἀγαπητή μου μητέρα, ἐγώ εἶμαι ὁ γιός σου, ὁ ὁποῖος σώθηκα, ἀλλά δέν μποροῦσα νά σοῦ τό πῶ! Ὅ,τι θέλεις ἐσύ κι ἡ ἀδελφή μου, εἶμαι στή διάθεσή σου. Εἶμαι κοντά σας!»…

  Next Article

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ