Γράφει ο κ. Γεώργιος Τραμπούλης, θεολόγος
Την 19ην Ιανουαρίου 2018 ο Ορθόδοξος Τύπος είχε κυκλοφορηθή με πρωτοσέλιδον άρθρον με τίτλον «Προσοχή εις την περίπτωσιν εγγραφής του Αρχιμ. Φιλοθέου Δέδε». Με το άρθρον αυτό η εφημερίς παρακαλούσε την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος «να εξαιρέση τον συγκεκριμένον Αρχιμανδρίτην από τον κατάλογον των προς αρχιερατείαν εκλογίμων, έως ότου τελεσιδικήσουν αι εκκρεμότητές του με την δικαιοσύνην», καθώς για τον Αρχιμ. Φιλόθεον Δέδεν, πρώην πρωτοσύγκελλον της Ι. Μ. Ιωαννίνων, κατ’ εκείνην την περίοδον εκκρεμούσε κατηγορητήριον για «συκοφαντική δυσφήμηση και ηθική αυτουργία σε συκοφαντική δυσφήμηση κατά συρροή». Κατηγορία η οποία εκκρεμούσε εις την Εισαγγελίαν Πρωτοδικών Ιωαννίνων και αφορούσε πέντε κατηγορουμένους με πρώτον εξ αυτών τον εν λόγω Αρχιμανδρίτην. Να υπενθυμίσωμεν ότι λόγω αυτής της κατηγορίας δεν είχε επικυρωθή υπό της Ιεραρχίας η εγγραφή του π. Φιλοθέου Δέδε εις τον κατάλογον προς αρχιερατείαν.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Ορθοδόξου Τύπου, διεπιστώθη ότι η παρούσα υπόθεσις, η οποία είχε ορισθή να εκδικασθή τον Φεβρουάριον του 2018, ετέθη εις το αρχείον. Επίσης, οι πληροφορίες έφεραν εις φως επιστολήν του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ. Ιερωνύμου Β , με ημερομηνίαν 20ην Ιουνίου 2017, προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων. Αιτία του να τεθή η υπόθεσις εις το αρχείον ήτο η εν λόγω επιστολή του Μακαριωτάτου, η οποία συνηγορούσε υπέρ του κατηγορουμένου Αρχιμανδρίτου, με εγκωμιαστικούς ,μάλιστα, λόγους.
Η επιστολή αυτή έχει ως εξής:
Αριθμ. Πρωτ. ΕΞ 5307/2017
Εν Αθήναις, τη 20η Ιουνίου 2017
Προς Τον Εντιμότατο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ιωαννίνων
Δικαστικό Μέγαρο Ιωάννινα 45221
Εντιμότατε κ. Εισαγγελεύ,
Εν πρώτοις, επιτρέψατέ μου να εκφράσω ως Αρχιεπίσκοπος την θλίψη μου, διότι μετά την πάροδο τριών ετών από της κοιμήσεως του μακαριστού Μητροπολίτου κυρού Θεοκλήτου απασχολείται η ελληνική Δικαιοσύνη με λυπηρές διενέξεις εντός της τοπικής Εκκλησίας των Ιωαννίνων, οι οποίες είχαν στεναχωρήσει προσωπικώς τον μακαριστό αδελφό επί χρόνια έως και την εις Κύριον εκδημία του.
Τον Μάρτιο 2014 απεστάλη στην Ιερά Σύνοδο η από 1.3.2014 επιστολή – προσφυγή πέντε κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι διαμαρτύρονταν ενώπιον της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου σε βάρος του Μητροπολίτου Ιωαννίνων κυρού Θεοκλήτου σχετικώς προς την επιστολή του υπ’ αριθμ. πρωτ. 344/131/19.2.2014, την οποία τους είχε αποστείλει σε απάντηση προγενεστέρων αιτήσεών τους. Με τις αιτήσεις τους οι διαμαρτυρόμενοι αφ’ ενός επιχειρούσαν να ελέγξουν τον Μητροπολίτη Ιωαννίνων, αλλά κατ’ ουσίαν και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, για ποιό λόγο ο Αρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος Δέδες υπηρετεί ως Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων και ταυτοχρόνως ως Διευθυντής της Υπηρεσίας Δομήσεως (πρώην Ναοδομίας) της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αφ’ ετέρου ρωτούσαν την Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, κατά τρόπο ανοίκειο, εάν ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Θεόκλητος ασκεί τα μητροπολιτικά του καθήκοντα και ποιοί τον αναπληρώνουν. Οι διαμαρτυρόμενοι κοινοποίησαν μάλιστα στην Ιερά Σύνοδο την ανωτέρω απαντητική προς αυτούς επιστολή του μακαριστού Θεοκλήτου, την οποίαν θεωρούσαν προσβλητική, διότι επέπληττε τους ίδιους και τον πνευματικό τους πατέρα Αρχιμανδρίτη π. Σεραφείμ Καχριμάνη για την αντιεκκλησιαστική συμπεριφορά τους.
Με τον μακαριστό αδελφό Θεόκλητο επικοινωνούσα στο προσωπικό του τηλέφωνο μέχρι και λίγες μέρες πριν την εκδημία του και γνωρίζω ότι παρέμενε σε πλήρη διαύγεια πνεύματος, παρά τα προβλήματα υγείας του σώματός του. Γνώση της από 19.2.2014 επιστολής του μακαριστού Θεοκλήτου έλαβα, επειδή οι ανωτέρω κληρικοί και λαϊκοί κοινοποίησαν την εν λόγω επιστολή στην Ιερά Συνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ένα αυστηρό κείμενο, στο οποίο τόνιζε και τις ευθύνες του πνευματικού τους για την μη ορθή καθοδήγησή τους, αλλά στιβαρός και ακέραιος Ιεράρχης ήταν και παρέμεινε μέχει τέλους ο Θεόκλητος. Το διαβεβαιώ από την προσωπική γνωριμία, την συνεργασία μας στα όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος και την συμπόρευση επί σαράντα και πλέον έτη μαζί του σε καλές και σε δύσκολες μέρες. Ήταν άνθρωπος που, εάν είχε να διαλέξει, προτιμούσε πρώτα να είναι ειλικρινής και μετά ευγενής.
Οφείλω επίσης να προσθέσω ότι κατά την Συνεδρία της 9ης Απριλίου 2014 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος απέρριψε την ανωτέρω από 1.3.2014 προσφυγή των κληρικών και λαϊκών κατά της από 19.2.2014 απαντήσεως του Μητροπολίτου Ιωαννίνων, χαρακτηρίζοντας τις μέχρι τότε αιτήσεις τους προς τον Μητροπολίτη Θεόκλητο ως στερούμενες εκκλησιαστικού ήθους. Η απάντηση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου στην από 1.3.2014 προσφυγή εστάλη με φαξ στην Ιερά Μητρόπολη, όταν πλέον νοσηλευόταν ο Θεόκλητος, συνεπώς ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως ο Φιλόθεος Δέδες ήταν σε γνώση της απαντήσεως, ενώ κατά την ημέρα της εξοδίου ακολουθίας του προσκομίσθηκε στην Ιερά Μητρόπολη το πρωτότυπο κείμενο της απαντήσεως της Ιεράς Συνόδου. Δυστυχώς ο μακαριστός Θεόκλητος δεν πρόλαβε να διαβάσει την απάντηση της Ιεράς Συνόδου, που απέρριπτε τις εναντίον του αιτιάσεις. Προς τιμήν του ο π. Φιλόθεος Δέδες δεν κοινολόγησε ούτε την από 19.2.2014 επιστολή του μηνυτή κληρικού, ούτε την ανωτέρω απόφαση της Ιεράς Συνόδου, ενόσω εκκρεμούσε η διαδικασία διαδοχής στην Ιερά Μητρόπολη Ιωαννίνων, ώστε να μην εκτεθεί κανένας κληρικός.
Τον π. Φιλόθεο Δέδε τον γνωρίζω από νεαρό παιδί, καθώς κατάγεται από την Βοιωτία και εγώ τον έφερα υπό την πνευματική καθοδήγηση του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεοκλήτου, ο οποίος τον χειροτόνησε κληρικό. Μπορώ να πω ότι είναι πνευματικό ανάστημα και δικό μου και όχι μόνο του μακαριστού Θεοκλήτου. Ήταν για δεκαετίες το δεξί χέρι του Μητροπολίτη στην Μητρόπολη Ιωαννίνων, και πλέον είναι προσωπικός μου συνεργάτης ως Διευθυντής της Υπηρεσίας Δομήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σε όλες τις παραπάνω θέσεις απέδειξε τις υψηλές ικανότητές του, το εκκλησιαστικό ήθος και φρόνημά του. Την θέση που κατέχει σήμερα, την κατέχει επαξίως με ομόφωνη απόφαση της Ιεράς Συνόδου, καθώς αυτός κατ’ εντολήν της Ιεράς Συνόδου διαπραγματεύθηκε με το Υπουργείο Περιβάλλοντος το νομοθετικό πλαίσιο για την επανίδρυση της Υπηρεσίας Δομήσεως στην Εκκλησία της Ελλάδος και έθεσε νέες βάσεις για την επαναλειτουργία της υπηρεσίας. Επιπλέον για την θέση αυτή επιλέχθηκε και λόγω της επιτυχούς θητείας και εμπειρίας του, ως Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, στην οργάνωση του Εκκλησιαστικού Σκευοφυλακίου στη Μονή Ελεούσης, στις αναστηλώσεις της Μονής Τσούκας και στο νησί των Ιωαννίνων. Η Ιερά Σύνοδος εκτίμησε αυτήν την εργασία του για τη διάσωση του πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομίας.
Δεν είναι αληθές ότι έπαυσα τον π. Φιλόθεο Δέδε από την θέση του Πρωτοσυγκέλλου η τον π. Εφραίμ Ντέτσικα από Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων, όταν ανέλαβα Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων, διότι δεν υφίσταται καμία τέτοια απόφασή μου περί παύσεως των ανωτέρω κληρικών από τα καθήκοντά τους. Ο π. Φιλόθεος και ο π. Εφραίμ επέμεναν να παραιτηθούν, αλλά απέρριψα το αίτημά τους, και εν όψει της δεδηλωμένης παράκλησής τους να μη συνεχίσουν να ασκούν καθήκοντα, δεν τους έπαυσα, αλλά ως Τοποτηρητής Μητροπολίτης εξουσιοδότησα κληρικό της Ιεράς Μητροπόλεως, τον πρωτοπρεσβύτερο π. Λάμπρο Τσιάρα, με το δικαίωμα υπογραφής (τη εντολή μου). Από την ανάγνωση της εγκλήσεως απορεί κανείς από που αντλεί το δικαίωμα ο μηνυτής κληρικός να ερμηνεύει αυθεντικώς τις προθέσεις και κινήσεις του Αρχιεπισκόπου – μάλιστα ερήμην του.
Επιπλέον κατά την εξόδιο ακολουθία του μακαριστού Θεοκλήτου, προσφέρθηκε να μη συμμετέχει ο π. Φιλόθεος Δέδες προκειμένου να μην εκθέσει τους ανωτέρω κληρικούς και τον πνευματικό τους και ήδη μηνυτή κληρικό, για τους οποίους ο μακαριστός Θεόκλητος κατέλειπε εντολή στην από 19.2.2014 επιστολή του να μη συμμετέχουν στην εξόδιο ακολουθία του. Η στάση του π. Φιλοθέου δηλώνει εκκλησιαστικό φρόνημα και μέριμνα να διαφυλαχθεί το κύρος της Ιεράς Μητροπόλεως. Φυσικά και οι κληρικοί, που κατονόμαζε ο μακαριστός Μητροπολίτης σεβάσθηκαν την επιθυμία της από 19.2.2014 επιστολής του, για την οποία σήμερον ο εξ αυτών μηνυτής προβάλλει ότι είναι πλαστή. Την ημέρα εκείνη εδέχθην όλους τους κληρικούς εντός του Ιερού του Μητροπολιτικού Ναού με την ελπίδα καταλλαγής και ειρηνεύσεως ενώπιον του Ιερού Θυσιαστηρίου και του σκηνώματος του πνευματικού τους πατέρα.
Εντιμότατε κ. εισαγγελεύ,
Η έγκληση ασκήθηκε κατά μήνα Δεκέμβριο 2016, τρία και πλέον έτη μετά τα παραπάνω γεγονότα, και ολίγον πριν η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Ιανουαρίου 2017) δημοσιεύει τον «προκαταρκτικό πίνακα» εκλογίμων κληρικών προς Αρχιερατείαν, στον οποίο περιέλαβε τον μηνυόμενο π. Φιλόθεο Δέδε, ώστε να περιληφθεί στον «Κατάλογον προς Αρχιερατείαν εκλογίμων» της Εκκλησίας της Ελλάδος, που είναι προϋπόθεση, για να εκλεγεί ως Αρχιερεύς (Επίσκοπος η Μητροπολίτης), η δε εγγραφή του εκκρεμεί προς οριστικοποίηση κατά την τακτική συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας τον Οκτώβριο του ενεστώτος έτους. Συνεπώς, ο π. Φιλόθεος Δέδες καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μία έγκληση εις βάρος του, πριν την επικείμενη ψηφοφορία της Ιεραρχίας για την εγγραφή του στον Κατάλογο των εκλογίμων προς Αρχιερατείαν.
Οι θλιβερές αυτές συμπτώσεις εμποιούν ωρισμένες γενικότερες σκέψεις και πνευματικούς προβληματισμούς, που κινούνται πέραν της δικανικής κρίσεως και δεν δεσμεύουν φυσικά τον δικαστή, και παραπέμπουν στην ανάλυση του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης περί του φθόνου ως καταστάσεως ψυχικού πάθους, κατά την οποία για τον πάσχοντα «ατύχημα δεν θεωρείται το δικό του κακό, αλλά η επιτυχία του άλλου, και, αντιθέτως, ως κατόρθωμα δεν βιώνεται το δικό του καλό, αλλά η δυστυχία του άλλου» («ω ατύχημα μεν εστίν ου το ίδιον κακόν, αλλά το αλλότριον αγαθόν, κατόρθωμα δε πάλι εκ του εναντίου ου το οικείον καλόν, αλλά το του πέλας κακόν», Περί του βίου Μωυσέως του Νομοθέτου, PG 44, 2.258, σελ. 421).
† Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
Αθηνών Ιερώνυμος B Με αφορμήν την παρούσαν επιστολήν θα ηθέλαμε να σημειώσωμε τα ακόλουθα:
Ενώ η Πατρίδα μας και η Εκκλησία της Ελλάδος αντιμετωπίζουν σωρείαν δυσκόλων και δυσεπιλύτων προβλημάτων, ο Μακαριώτατος με την επιστολήν αυτήν, κατά την ταπεινήν μας γνώμην, προσέθεσε και νέον πρόβλημα εις τον εαυτόν του. Ο Ορθόδοξος Τύπος, επειδή σέβεται τόσον την Εκκλησίαν όσον και τον Μακαριώτατον και επειδή δεν θέλει να εκτίθεται το κύρος του και μάλιστα εις μίαν περίοδον τόσον κρίσιμον δια την Εκκλησίαν, τον ερωτούμε ευθέως.
Πως είναι δυνατόν να εξακολουθή ο Μακαριώτατος να θεωρή τον Αρχιμ. Φιλόθεον Δέδεν «πνευματικό ανάστημα και δικό του» και «στενόν του συνεργάτην» ακόμη και σήμερα και να ισχυρίζεται ότι «η στάση του π. Φιλοθέου δηλώνει εκκλησιαστικό φρόνημα και μέριμνα να διαφυλαχθεί το κύρος της Ιεράς Μητροπόλεως», όταν εκκρεμή απαγγελία κατηγορητηρίου εναντίον του, εφ’ όσον ήδη του ανεκοινώθη ότι υπάρχουν «επαρκείς ενδείξεις» δια κακουργηματικάς πράξεις, δια τας οποίας και του απηγορεύθη η έξοδος από την Χώραν;
Βεβαίως, η μεσολαβητική επιστολή του Μακαριωτάτου έχει ημερομηνίαν προγενεστέραν των νομικών εξελίξεων, που ενεφάνισαν νέες αξιόποινες πράξεις του εν λόγω Αρχιμανδρίτου, θεμελιωμένες με επαρκείς ενδείξεις και, μάλιστα, τέτοιου μεγέθους ώστε να του απαγορευθή η έξοδος από την Χώραν. Ωστόσον η αναφορά του Μακαριωτάτου εις την ενασχόλησιν του π. Φιλοθέου με αντικείμενα αρχαιολογικής αξίας και εκκλησιαστικής σημασίας, θα μπορούσε να δημιουργήση την υπόνοιαν εις καλοθελητάς ότι ετέλει εν γνώσει του ότι υπήρχον ισχυραί ενδείξεις δια νέον κύμα παραβατικών πράξεων του Αρχιμανδρίτου, αι οποίαι επισύρουν βαρυτάτας ποινάς, και ηθέλησε να προκαταλάβη την Δικαιοσύνην και δια τας μελλοντικάς κατηγορίας.
Ενώ ο Μακαριώτατος διακρίνεται δια την σύνεσιν και την περίσκεψίν του και μάλιστα εις δυσκόλους καταστάσεις, γράφει, αναφερόμενος εις τον Εισαγγελέα, καυστικόν σχόλιον ότι «απασχολείται η Ελληνική Δικαιοσύνη με λυπηρές διενέξεις εντός της τοπικής Εκκλησίας των Ιωαννίνων, οι οποίες είχαν στεναχωρήσει προσωπικώς τον μακαριστό αδελφό επί χρόνια έως και την εις Κύριον εκδημία του», σχόλιον, το οποίον συνιστά όχι μόνον ευθείαν παρέμβασιν εις το έργον της Δικαιοσύνης, αλλά και επιτίμησιν της Εισαγγελικής Αρχής εκ μέρους ενός ανωτάτου εκκλησιαστικού λειτουργού, διότι επιτελεί μετά πολλής επιμελείας και περισκέψεως το έργον της!
Πιστεύομε ότι ο Μακαριώτατος, αναλογιζόμενος τας ευθύνας του, θα λάβη υπ’ όψιν του τας παρατηρήσεις μας και θα αποστασιοποιηθή από την περαιτέρω προάσπισιν του ως άνω βαρυνομένου Αρχιμανδρίτου, αναμένων την ολοκλήρωσιν του έργου της Ελληνικής Δικαιοσύνης και εφ’ όσον το πόρισμα είναι απολύτως αθωωτικόν, και όχι λόγω αμφιβολιών, να εισηγηθή εις την Ιεραρχίαν ο,τι νομίζει δια την προαγωγήν του κληρικού αυτού.




