Χάρης Λεοντάρης
Με μία επίσκεψη στο Πωγώνι ή στην Κόνιτσα νιώθεις αμέσως την απέραντη ερήμωση, αφού σε χωριό δύσκολα βλέπεις παιδί και σπάνια ακούς ανθρώπινη φωνή. Άδειασαν τα χωριά στην ακριτική μας περιοχή και κανείς δε νοιάζεται να σταματήσει το κακό. Και μάλιστα πρόκειται για δύο περιοχές με ιδιαίτερη εθνική σημασία, αφού οι λιγοστοί κάτοικοι απόμειναν μόνοι τους να φυλάγουν Θερμοπύλες.
Βέβαια η ερήμωση δεν ήρθε στις μέρες μας, αλλά ξεκίνησε από τα πέτρινα χρόνια του εμφυλίου πολέμου και από τις δυσκολίες της φτώχειας ύστερα από τον πόλεμο. Ήταν η εποχή της αστικοποίησης, την οποία δεν εμπόδισε το κράτος, αλλά στήριξε και έφερε τον κόσμο στις πόλεις. Έτσι σιγά – σιγά φεύγουν οι οικογένειες από τα χωριά και ειδικά οι νέοι σαγηνεύονται από τις προκλήσεις των αστικών κέντρων. Και με το πέρασμα των χρόνων οι νεότερες γενιές έχουν ξεκόψει παντελώς από τα χωριά τους, αφού δεν υπάρχει σχέση βιωματική και ούτε κίνητρο για οικογενειακό συναπάντημα.
Αφορμή για τις σημερινές μου σκέψεις πήρα από την αντίδραση του φίλου μου Δημάρχου Πωγωνίου Κώστα Καψάλη, σε συνεδρίαση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδος (ΚΕΔΕ). Ο Δήμαρχος άσκησε κριτική προς την κυβέρνηση γιατί δεν έχει εντάξει ακόμη το Πωγώνι, την Κόνιτσα και τους Φιλιάτες στο πρόγραμμα «Μεταγκατάσταση». Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που ενισχύει οικονομικά με 10.000 ευρώ οικογένειες που εγκαθίστανται μόνιμα σε ακριτικές περιοχές.
Πράγματι είναι να απορεί κανείς, όταν βλέπει την Πολιτεία να αδιαφορεί για το μεγάλο πρόβλημα της ερήμωσης της υπαίθρου. Την ίδια πολιτική ακολουθούν για χρόνια πολλά οι κυβερνήσεις, γιατί έτσι βολεύονται και μπορούν ευκολότερα να ελέγχουν κομματικά τον κόσμο, όταν είναι συγκεντρωμένοι στα μαντριά των πόλεων και αναγκάζονται να υποκλίνονται στους εθνοπατέρες. Αντίθετα ο άνθρωπος της υπαίθρου, με τον ιδρώτα της δουλειάς του, γίνεται πιο αντιδραστικός και καλλιεργεί φρόνημα ανυπόταχτο.
Προφανώς σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι των πόλεων ταλαιπωρούνται και δοκιμάζονται από σοβαρά προβλήματα, αφού τα πάντα έχουν βάση οικονομική. Οι συνθήκες εργασίας, οι συγκοινωνίες, η ακρίβεια, η κοινωνική απομόνωση, η ανεργία και τόσα άλλα δημιουργούν ένα περιβάλλον καθόλου ελκυστικό. Όμως κανείς δεν αποφασίζει να φύγει προς την ύπαιθρο.
Και συμβαίνει αυτό, διότι τα χωριά μας, όχι μόνο στο Πωγώνι και στην Κόνιτσα, έχασαν την ταυτότητά τους και δεν συγκινούν κανέναν. Οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του κόσμου είναι σοβαρές και πολλές. Τίποτε σήμερα στο χωριό δεν θυμίζει παλιότερες εποχές. Τα σχολεία έκλεισαν, τα καφενεία μαντάλωσαν τις πόρτες, ταχυδρομεία δεν υπάρχουν, στρατόπεδα σκοτείνιασαν. Ακόμη και οι εκκλησίες χορτάριασαν, αφού ανοίγουν μια φορά τον μήνα και σίγησαν οι καμπάνες. Γενικά στο χωριό όταν κάποιος πεθαίνει, παίρνει και το κλειδί μαζί του στον άλλο κόσμο!
Οπωσδήποτε το πρόβλημα της ερήμωσης συνδέεται άμεσα και με το δημογραφικό, όταν για παράδειγμα ο πληθυσμός στο Πωγώνι μειώθηκε με την τελευταία απογραφή 23%!
Οι δύο ακριτικές μας περιοχές, το Πωγώνι και η Κόνιτσα, μπορούν να αναστηθούνε, γιατί υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες. Είναι τόποι με κάμπους, με νερά, με δάση, με πολιτισμικά και ιστορικά στοιχεία πλούσια. Και οι άνθρωποί τους είναι δραστήριοι, δημιουργικοί και αγαπάνε τον τόπο τους. Χρειάζονται όμως βοήθεια από την Πολιτεία και κίνητρα σοβαρά, ώστε και οι ίδιοι να παραμείνουν στα χωριά τους και οι ξενιτεμένοι να σκεφτούνε τον γυρισμό.
Ίσως το όραμα να φαντάζει ουτοπικό, όμως όταν υπάρχει σχέδιο και πολιτική βούληση μπορεί να ξανανθίσει ο τόπος. Διαφορετικά οι ακριτικές μας περιοχές σύντομα θα υπογράψουν τη ληξιαρχική τους πράξη, παρά τις αντιδράσεις των δημάρχων και των λιγοστών ακριτών μας.




