π. Β. Βολουδάκης, «ἡ τελευταία αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας»!*

Share:

Τοῦ π. Γερασίμου Βουρνᾶ, Πρεσβυτέρου καί ἀναξίου μαθητοῦ

  Στή μελέτη τῆς Ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας ἡ προσοχή ἑστιάζεται ὡς ἐπί τό πλεῖστον σέ βασιλεῖς, ἄρχοντες, στρατηλάτες, πολιτικούς, φιλοσόφους ἤ καλλιτέχνες καί στόν ἀντίκτυπο πού εἶχαν αὐτοί στήν ἑδραίωση αὐτοκρατοριῶν, στήν ἐπίτευξη σπουδαίων νικῶν σέ μεγάλους πολέμους, στίς οἰκονομικές, κοινωνικές καί πολιτισμικές ἐπιδράσεις πού ἄσκησαν στήν ἐποχή τους. Σπάνια ὅμως προσ­εγγίζονται ἐκεῖνοι πού στήν πραγματικότητα ὑπῆρξαν γιά τήν ἐποχή τους οἱ πλέον καταλυτικοί παράγοντες. Αὐτοί δέν εἶναι ἄλλοι ἀπό τούς Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, πού ἔδωσαν μάχες κατά τῆς ἐπικράτησης τοῦ κακοῦ σέ κάθε ἔκφανση τῆς ζωῆς μας, ἀλλά καί λειτούργησαν, γιά ὅποιον τούς πλησίαζε, ὡς πηγές ἀστείρευτης χαρᾶς καί διάθεσης γιά ζωή.

Σέ αὐτή τήν χορεία τῶν ἀνθρώπων ἀνήκει ὁ Πνευματικός Πατέρας καί Διδάσκαλός μας, π. Βασίλειος Βολουδάκης. Ἔδωσε μάχες γιά τήν ἐπικράτηση τοῦ καλοῦ σέ κάθε πτυχή τῆς ζωῆς μας. Ἀπό τήν Πνευματική ζωή, στήν Θεολογία, τήν Πολιτική, τήν Ἰατρική καί ὁ κατάλογος μπορεῖ νά συνεχίζεται γιά πολύ… Σέ κάθε τομέα ἀπετέλεσε τό μαχαίρι ἐκεῖνο τοῦ Χριστοῦ πού μέ αὐθεντία χώριζε τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψεῦδος. Δυσ­τυχῶς τό μέγεθος τῆς προσ­φορᾶς του στήν ἀνάσχεση τοῦ παγκοσμίου κακοῦ εἶναι ἀδύνατον νά μετρηθεῖ ἀπό ὅλους ἐμᾶς, πού ὁ καθένας ἔχει ἀφήσει στή ζωή του ἕνα μικρό ἤ μεγάλο ποσό ψεύδους νά εἰσέλθει καί νά ἀλλοιώσει τήν ὁρατότητά του.

Ὡστόσο, μᾶς εἶναι ἀδύνατον νά μή ὁμολογήσουμε αὐτό πού ζήσαμε στίς προσωπικές μας ζωές. Δέν ὑπῆρχε ἄλυτο πρόβλημα γιά ἐκεῖνον. Μᾶς ἔδιδε πάντοτε τήν λύση, μέ τήν ἀλάνθαστη κατά Θεόν διδασκαλία του καί τίς ἅγιες Προσευχές του. Ἀκόμη, κάθε καλός μας πόθος βλέπαμε νά ἐκπληρώνεται μέ τρόπο ἀπείρως καλύτερο ἀπό ὅ,τι θά μπορούσαμε ποτέ νά φανταστοῦμε.

  Κάτι ἀνάλογο συνέβη καί σέ μεγάλη κλίμακα κατ’ ἐπανάληψιν, ὅπως γιά παράδειγμα στήν περίοδο τοῦ COVID-19, κατά τήν ὁποία ἀγωνίστηκε ὑπέρ τῆς ἀληθείας καί στήριξε ἑκατομμύρια ἀνθρώπους σέ ὅλο τόν κόσμο, νά μή χάσουν τό μυαλό, τήν ψυχική καί σωματική ὑγεία τους.

  Ἔτσι, δύο χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ π. Βασιλείου, νιώθουμε κάπως πιό ἕτοιμοι, γιά νά καταγράψουμε κάποια ἀπό τά πολλά πού τοῦ ὀφείλουμε. Αὐτή ἡ καταγραφή ἀσφαλῶς καί δέν ἀποτελεῖ προσφορά σέ ἐκεῖνον. Ἀντιθέτως, ἐμεῖς, κατανοῶντας σταδιακά τό βάθος καί τό ὕψος αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἐπιδιώκουμε νά αὐξηθεῖ ἡ αἴσθηση τῆς εὐγνωμοσύνης πού τοῦ ὀφείλουμε, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καί προϋπόθεση, κατά τούς ἁγίους Πατέρες μας, γιά νά γίνουμε κοινωνοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῆς ζωῆς πού ἔζησε ὁ ἴδιος ἐν τῷ Χριστῷ Στόν ὁποῖο πάντοτε μᾶς κατεύθυνε.

  Κοντά του ἀντιληφθήκαμε ὅτι ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ ἀνθρώπου νά γνωρίσει καί νά ἀγαπήσει τόν Χριστό εἶναι διά τοῦ Πνευματικοῦ του Πατρός (ὅταν βέβαια ὁ Πνευματικός ἐργάζεται πρός δόξαν Θεοῦ καί ὄχι πρός δόξαν του). Αὐτή ἄλλωστε εἶναι ἡ τάξη τῆς Ἐκκλησίας. Πρῶτα ἔρχονται οἱ Ἀπόστολοι, ἔπειτα οἱ Προφῆτες καί τρίτοι οἱ Διδάσκαλοι καί Πατέρες μας πού μᾶς γέννησαν στήν (πνευματική)  ὄντως ζωή (Α΄ Κορ. 12, 28). Ὅποιος πέσει στήν παγίδα καί πεῖ ὅτι «ἐγώ τώρα τά ἔμαθα ὅλα καί δέν χρειάζομαι πιά τόν Πνευματικό μου Πατέρα γιά διδάσκαλο καί ὁδηγό», ἐπαναλαμβάνει τό προπατορικό ἁμάρτημα. Κάτι ἀνάλογο ἔκαναν οἱ πρωτόπλαστοι πού εἶχαν Πνευματικό Πατέρα καί Ὁδηγό τόν Θεό μας ἀπ’ εὐθείας. Ὅποιος δέ πεῖ ὅτι «τώρα πού πέθανε (ἤ ἔφυγε γιά κάποιον ἄλλο τόπο) ὁ Πνευματικός μου Πατέρας θά κάνω ὅ,τι νομίζω», ἀλλοιώνοντας μάλιστα ὅσα ἐκεῖνος παρέδωσε, αὐτό ἀποτελεῖ ἐφαρμοσμένη ἀθεΐα, ἀνακήρυξη τοῦ ἑαυτοῦ του ὡς αὐτοθεό καί κριτήριο τῆς ἀληθείας. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ στάση ὑποδηλώνει ὅτι ἡ πνευματική σχέση τελειώνει μέ τόν θάνατο κάποιου ἀπό τούς δύο, ἤ περιορίζεται ἀπό τήν ἀπόσταση καί τόν χῶρο. Ἀποστεροῦν ἑαυτούς ἀπό τόν σύνδεσμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διά τοῦ ὁποίου οἱ ἄνθρωποί Του παραμένουν συνδεδεμένοι ὅ,τι καί νά γίνει!

  «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;» (Ρωμ. 8, 35) ἀναφώνησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος τήν στιγμή πού ὁ Χριστός δέν εὑρίσκετο σωματικῶς στήν γῆ. Ἐμᾶς, ἀπό τούς Πατέρες καί Διδασκάλους μας, δηλαδή τόν Χριστό, δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει κανείς, ἐκτός ἀπό τήν κακή προαίρεση μας. Ἡ ἄρνηση τοῦ συνδέσμου αὐτοῦ δέν ἀποτελεῖ βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή τήν μόνη ἁμαρτία πού παραμένει ἀσυγχώρητη;

  Ὁ Θεός καί οἱ ἄνθρωποί Του, ὅμως, δέν βλέπουν την παροῦσα καί τήν μετά θάνατον ζωή ἀποκλεισμένες τήν μιά ἀπό τήν ἄλλη. Ἄν, ὅπως μᾶς δίδαξε μέ μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο ὁ π. Βασίλειος, τό Μυστήριο τοῦ Γάμου μας, ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι Μυστήριο, δέν λήγει μετά θάνατον, πῶς μπορεῖ νά λήξει ἡ σχέση μας μέ ἐκεῖνον, διά τοῦ ὁποίου δεχθήκαμε τά Ἅγια Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας, τό Ἅγιο Βάπτισμα, τό Μυστήριο τοῦ Γάμου, τήν Ἱερά Ἐξομολόγηση, τήν Θεία Εὐχαριστία, τίς ἅγιες Προσευχές του γιά ἐμᾶς, τήν Διδασκαλία καί τήν Νουθεσία μέ λόγια, ἔργα καί – κυρίως – μέ τήν παρουσία του; Πῶς μπορεῖ νά τελειώσει αὐτή ἡ σχέση; Ἤ μήπως θά κάνει ἕνα… διάλειμμα(!) καί θά συνεχιστεῖ, ὅταν θά φύγουμε κι ἐμεῖς ἀπό αὐτή τήν ζωή; Δέν μπορεῖ νά εἶναι ἔτσι. Δέν εἶναι «ὄχι μόνο θεολογικό, ἀλλά οὔτε κἄν λογικό αὐτό»!

  Εἶναι κάτι πού τό ποθοῦμε αὐτό, νά μή παύσει ποτέ ἡ σχέση μας μέ τόν Πατέρα καί Διδάσκαλό μας, ἀλλά νά ψηλώνει καί νά βαθαίνει κατά Θεόν ἀδιάκοπα, διότι τόν Πατέρα μας τόν εἴδαμε, μᾶς ἄγγιξε φέρνοντας στήν ζωή μας τήν Εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί κάθε καλό, στό πρόσωπό του εἴδαμε ὅ,τι κοντινότερο στόν Χριστό θά μποροῦσε νά ὑπάρξει στήν κακή καί ἄκαρδη ἐποχή μας. Ἐάν αὐτόν δέν τόν ἀγαπήσουμε, τότε τόν ἀόρατο καί ἀκατάληπτο Θεό μας, πῶς θά μπορέσουμε νά Τόν ἀγαπήσουμε;

  Θά τό λέμε διαρκῶς – ἀρκεῖ νά μή ἐπιτρέψει ὁ Θεός μας νά χάσουμε τά λογικά μας – καί μόνο ἡ παρουσία του σέ αὐτό τόν κόσμο ἀπετέλεσε ἀντίβαρο στήν παγκόσμια, ἐγχώρια, ἀλλά καί προσωπική κακία ὅλων μας. Μέ τήν μάχη του ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ἀλλά καί πού περπάτησε ἁπλῶς σέ αὐτόν τόν κόσμο, κράτησε πολλά. Ἀπόδειξη τούτου εἶναι ὅτι τά πράγματα, ἀπό τῆς κοιμήσεως του, βαίνουν ἀπό τό κακό στό χειρότερο σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί, κυρίως, παντοῦ ἐπικρατεῖ ἡ σύγχυση. Φαίνεται πώς κανείς δέν ἔχει τήν δύναμη νά ἀντισταθεῖ στό σκοτάδι. Ὅλοι μας ἐπιτρέπουμε σέ κάποια πτυχή τῆς ζωῆς καί τῆς κοσμοθεωρίας μας νά εἰσέλθουν στρεβλές ἰδέες, πρᾶγμα πού ὁ π. Βασίλειος μᾶς βοηθοῦσε νά ἀποτρέπουμε. Παράλληλα, ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν ψύχεται, κάτι πού κοντά στόν Πατέρα μας δέν μποροῦσε νά συμβεῖ ἤ τοὐλάχιστον ἀναχαιτιζόταν μέ τήν παρουσία του. Εἶχε τήν δυνατότητα νά βγάζει μέσα ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καί ἀπό τούς πιό κακούς, τόν καλύτερό τους ἑαυτό. Τώρα, μέ τήν σωματική ἀπουσία του, ἀποδεικνυόμαστε ὅλοι ἀδύναμοι νά σταθοῦμε σέ ὅσα μᾶς δίδαξε καί ἐπεδίωξε νά μᾶς παραδώσει. Τό χειρότερο εἶναι ὅτι δέν φαίνεται νά μᾶς ἀνησυχεῖ αὐτό. Κινούμαστε ὅλοι μέ μιά σιγουριά, ὅτι καταλάβαμε τό ποιός ἦταν ὁ π. Βασίλειος, ἐνῷ μέ μιά ἁπλῆ ἀντιπαραβολή τῆς ζωῆς μας καί τῶν ἰδεῶν μας μέ τήν διδασκαλία καί τήν ζωή του θά ἀρκοῦσε, γιά νά φανεῖ τό πόσο ἔχουμε ξεφύγει.

  Κοντά στόν Πατέρα μας νιώθαμε μιά μοναδική χαρά. Ἡ πνευματική ἀτμόσφαιρα ἄλλαζε γύρω μας, ἡ ψυχή μας ξεκουραζόταν. Σέ αὐτό τό στοιχεῖο δέν ἔχουμε δώσει τόση σημασία, γιατί οἱ περισσότεροι τόν ἀντιμετωπίζαμε σάν ἕνα ἄνθρωπο, ὄντως φωτισμένο, πού θά πλησιάζαμε γιά νά τοῦ ποῦμε ὁποιοδήποτε πρόβλημα (κυριολεκτικά ὁποιοδήποτε!) καί νά λάβουμε τίς ὁδηγίες γιά τήν ἄμεση λύση του μέ τρόπο θαυματουργικό. Τόν προσεγγίζαμε γιά νά λάβουμε λύσεις ὅταν «ὁ κόμπος ἔφτανε στό χτένι», ἀλλά δέν καθόμασταν νά μαθητεύσουμε οὐσιαστικά στή διδασκαλία του καί στό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μέ τό ὁποῖο ἔκανε τά πάντα. Τό χειρότερο δέ ἦταν ὅτι, ὅταν μᾶς ἔδινε τήν λύση πού ζητούσαμε, ἐμεῖς ἀμφιβάλλαμε καί πολλές φορές κάναμε τά ἀντίθετα, δηλαδή αὐτό πού εἴχαμε ἐξ ἀρχῆς στό μυαλό μας. Ὑπήρξαμε ἀνόητοι, γιατί μᾶς ἔδωσε αὐτός ὁ ἄνθρωπος τήν εὐκαιρία νά ζήσουμε ἕνα Παράδεισο ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως οἱ Προπάτορές μας, Ἀδάμ καί Εὔα ζοῦσαν μιά ἀμέριμνη καί ἄκοπη ζωή, ἔτσι θά μπορούσαμε νά ζοῦμε κι ἐμεῖς, ἄν ἐμπιστευόμασταν ὅλη τήν ζωή μας σέ ἐκεῖνον καί τίς ἅγιες Προσευχές του.

  Αὐτές τίς σκέψεις θά ἤθελα νά καταθέσω ἐνώπιον τοῦ Πνευματικοῦ μου Πατρός καί Διδασκάλου, τοῦ ὁποίου τίς πρεσβεῖες καί τήν καθοδήγηση ζητῶ, διότι στήν ἐποχή μας δέν γνώρισα ἄλλον νά ἐνσαρκώνει καλύτερα τήν Χαρά καί τήν Εὐλογία τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀληθεύει ὅτι τώρα πού ἔφυγε σωματικῶς εἶναι πιό εὔκολο νά τόν ἔχουμε κοντά μας καί ὁδηγό μας, ἐφόσον δέν τόν ἐμποδίζουν πιά τά στενά ὅρια τῆς πεπτωκυίας ἀνθρώπινης φύσης. Εἶναι κάτι πού πολύ εὔστοχα εἶχε ἐπισημάνει ὁ Ἀρχιμανδρίτης πατήρ Σάββας Ζέρβας ἤδη ἀπό τήν ἀγρυπνία τῆς Κηδείας τοῦ π. Βασιλείου. Ὡστόσο, ἄς μοῦ ἐπιτρέψει μέ τήν εὐχή του νά προσθέσω καί ἕνα φόβο: φοβᾶμαι, ἀλλά καί βλέπω ἤδη νά συμβαίνει, ὅτι τώρα πού δέν εἶναι σωματικῶς παρών, εἶναι πιό εὔκολο νά ἀρχίσει ὁ καθένας μας νά φαντάζεται, βάσει τῶν δικῶν του συμπλε­γμάτων, ἕνα δικό του πατέρα Βασίλειο. Αἰσθάνομαι ὅτι πρέπει ὅλοι νά συνέλθουμε, νά ποθήσουμε μιά ζωντανή σχέση μέ τόν Πατέρα μας, ἡ ὁποία μπορεῖ νά ἐπιτευχθεῖ μέ τήν βοήθεια τῆς «ὁρατῆς παρουσίας τοῦ Παππούλη στή γῆ», τήν Πρεσβυτέρα του Νινέττα Βολουδάκη, ἡ ὁποία γιά ἐμένα προσωπικά ὑπῆρξε μαζί μέ τόν π. Βασίλειο Δασκάλα μου στήν Πνευματική ζωή καί αὐτό εὔχομαι νά μή τελειώσει ποτέ! Τόν ἴδιο πόθο εὔχομαι καί γιά ὅλους ὅσοι διαβάζετε αὐτές τίς σκέψεις. Μόνο μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν Ἑνότητα θά ἐπιτύχουμε αὐτό πού εὐχόταν διαρκῶς ὁ π. Βασίλειος: «ὅπως εἴμαστε ὅλοι ἐδῶ σήμερα μαζεμένοι, ἔτσι νά εἴμαστε ὅλοι χωρίς νά ἀπουσιάζει κανείς καί στόν οὐρανό».

Ὑποσημείωση:

Ὅσα γράφω, τά γράφω διότι αἰσθάνομαι ὅτι εἶναι ἀλήθεια. Οἱ ἀπόψεις, πού ἐκφράζω στό ἄρθρο μου εἶναι ἀπολύτως προσωπικές καί, ἄν κάποιοι ἀπό τούς ἀνα­γνῶστες ἔχουν ἀπορίες ἤ καί ἐνστάσεις, θά χαρῶ πολύ νά ἐπικοινωνήσουν μαζί μου, γιά νά τίς συζητήσουμε. Ἐπίσης, ἴσως κάποιοι ἀποροῦν, γιατί τονίζω τόσο πολύ τήν ταυτότητα τοῦ π. Βασιλείου καί τῆς πρεσβυτέρας του καί ἐπιμένω ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι πνευματικό παιδί τοῦ π. Βασιλείου καί νά μή ἔχει καλή σχέση καί τό ἴδιο πνεῦμα μέ τήν πρεσβυτέρα του. Ἐξαιρῶντας ὅτι αὐτό εἶναι κοινή πεποίθηση καί δική μου καί τῆς πρεσβυτέρας μου, ἐπιμένω νά τονίζω αὐτή τήν πραγματικότητα ὕστερα ἀπό παράκληση κάποιων πνευματικῶν παιδιῶν τοῦ Παππούλη, οἱ ὁποῖοι δυσκολεύονται νά τό ἀποδεχτοῦν πλήρως καί πέφτουν στήν παγίδα νά ξεχωρίζουν αὐτούς, πού ὁ Θεός συνέζευξε…

* Ἀναδημοσίευσις ἀπό τό περιοδικόν “Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ”, Ἀριθ. Τεύχους 5, Φεβρουάριος – Μάρτιος 2026, ἐκδ. «ΥΠΑΚΟΗ», σελ. 10-13.

Previous Article

Ἡ μασκαρεμένη διάπραξις τῆς ἁμαρτίας

Next Article

Κυριακή της Τυρινής – Πρεσβ. Αθανασίου Μηνά