Παρετηρήσαμεν ὅτι ὡρισμένοι εἰδήμονες, ἐπὶ θεμάτων ὀρθοδοξίας καὶ πατριωτισμοῦ, μέσῳ γραπτῶν κειμένων τους εἰσηγοῦνται τὴν χρῆσιν τῶν ὅρων Ρωμαῖος καὶ Ρωμιοσύνη, ἀντὶ τῆς ὀνομασίας, ἡ ὁποία προσδιορίζει τὴν ἐθνικότητα τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθημεν ἡ προτίμησις τῶν ὅρων τούτων ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἀποφυγῆς τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, δεδομένου ὅτι μὲ τὸν ὅρον Ρωμαῖος ἐννοοῦνται πάντες οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί, ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητος.
Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐν λόγῳ κειμένων, ἤχθημεν εἰς τὴν σκέψιν νὰ ἐκφέρωμεν ὡρισμένας ἰδικάς μας ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Ἁγιογραφικῶς ὑπάρχει ἡ ἄποψις ὅτι τὰ ἔθνη εἶναι ἐκ Θεοῦ δεδομένα, ἀφοῦ συμφώνως πρὸς ἕν ἁγιογραφικὸν λόγιον, ὅτι ὁ Ὕψιστος διεμέριζεν ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱούς, Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια ἐθνῶν, κατ’ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ. Ἑπομένως, κατὰ τὴν ταπεινήν μας ἄποψιν, ἡ ἔννοια τῆς ἐθνικότητος δὲν πρέπει νὰ παραθεωρῆται. Ἡ ἰδιότης ἡμῶν ὡς χριστιανῶν ὀρθοδόξων, ὑπερβαίνει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐθνικότητος ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, μὲ ἀποτέλεσμα ὁ ἐθνοφυλετισμὸς νὰ μὴ ἔχη πλέον, ἀπὸ πλευρᾶς πίστεως καμμίαν σημασίαν. Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ εἶναι πάντες, οἱ ἔχοντες τὴν ὀρθὴν πίστιν, χωρὶς ἡ πίστις αὕτη νὰ ἐπηρεάζεται, νὰ αὐξάνεται ἢ νὰ μειώνεται ἀπὸ τὴν ἐθνικότητα ἑκάστου χριστιανοῦ ὀρθοδόξου, διότι ἂν συμβαίνη τὸ ἀντίθετον, τότε ὑπάρχει ἔλλειψις ὀρθῆς ἀντιλήψεως τοῦ Εὐαγγελικοῦ πνεύματος, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει ἀντιορθόδοξος συμπεριφορὰ καὶ ἄρα αἵρεσις. Ἡ ἔννοια τοῦ χριστιανοῦ ὀρθοδόξου, ἐπιφέρει τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητα τῶν ἐν ὀρθοδοξίᾳ ὁμοδόξων λαῶν.
Συνεπῶς ἡ ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς περιεχόμενον τῆς πίστεως τῶν χριστιανῶν, ἐξουδετερώνει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ, διότι, ὅπως ἐδίδαξεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ, πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Ἐξ ἄλλου ὁ ὅρος Ρωμαῖος προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀνομασίαν τῆς Πρωτευούσης τοῦ κράτους, ἡ ὁποία ὠνομάσθη Νέα Ρώμη λόγῳ μεταφορᾶς της, ἀπὸ τὸν τόπον τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης, εἰς νέαν θέσιν. Τὰ κράτη ὅμως, πλὴν ἴσως ἐλαχίστων περιπτώσεων, δὲν λαμβάνουν τὴν ὀνομασίαν των ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς πρωτευούσης των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομαζώμεθα Ἀθηναῖοι λόγῳ τῆς ὀνομασίας τῆς πρωτευούσης τοῦ κράτους μας, ποὺ εἶναι αἱ Ἀθῆναι.
Κατὰ τὴν ἄποψίν μας λοιπόν, δὲν βλάπτεται ἡ πίστις μας, ἐὰν παραλλήλως πρὸς τὴν ἰδιότητά μας ὡς χριστιανῶν ὀρθοδόξων προσθέσωμεν καὶ τὴν ἐθνικότητά μας ὡς Ἑλλήνων. Γνωστὸν εἶναι βεβαίως ὅτι κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, τὸ ὄνομα τοῦ Ἕλληνος, ἦτο συνώνυμον τῆς εἰδωλολατρίας, δεδομένου ὅτι οἱ προπάτορές μας, μὴ γνωρίζοντες τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ἦσαν εἰδωλολάτρες. Ἔγιναν ὅμως βραδύτερον χριστιανοί, ὅταν μέσῳ τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐγνώρισαν τὸν ἀληθινὸν Θεόν, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς ἐπίστευσαν καὶ τὴν πίστιν των ταύτην μετέδωσαν μετέπειτα καὶ εἰς ἄλλους λαούς, ὅπως εἶναι ἐπὶ παραδείγματι οἱ Σλάβοι. Καὶ εἶναι πρὸς ἔπαινον καὶ πρὸς τιμὴν τῶν Ἑλλήνων προγόνων μας ὅτι ἐδέχθησαν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν καὶ δὲν τὸν ἀπέρριψαν λόγῳ ἐγωϊσμοῦ, ἐπειδὴ ἦτο ἀλλοεθνὴς καὶ δὲν προήρχετο ἐκ τῆς φυλῆς των.
Οἱ Ἕλληνες λοιπόν, οἱ ὁποῖοι πρότερον ἦσαν εἰδωλολάτραι, ἐπίστευσαν εἰς Χριστὸν καὶ τώρα εἶναι χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι. Σημασίαν ἔχει ὄχι ἡ προτέρα εἰδωλολατρία των, ἀλλὰ ἡ σημερινὴ ὀρθοδοξία των. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως, ὅπως ἤδη ἐσημειώσαμεν, ἡ ἔννοια τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ἐξουδετερώνεται ἐκ τῆς ἰδιότητός μας ὡς χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καὶ ὁ ἐθνοφυλετισμὸς πλέον δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνον, διατὶ πρέπει νὰ ἀπεμπολήσωμεν τὸ ἀρχαῖον καὶ ἔνδοξον παρελθόν μας καὶ νὰ υἱοθετήσωμεν ὀνομασίαν, ἡ ὁποία παρακάμπτουσα τὴν Νέαν Ρώμην, ἡ ὁποία βραδύτερον ὠνομάσθη Κωνσταντινούπολις, μᾶς παραπέμπει εἰς τὴν ἀρχαίαν Ρώμην καὶ μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν κατάστασιν τῆς δουλείας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν ὑπὸ τὴν τότε Ρωμαϊκὴν κυριαρχίαν; Καὶ ἐφ’ ὅσον, καθ’ ἅ ἐξεθέσαμεν, ὁ ἐθνοφυλετισμὸς πρακτικῶς δὲν ὑφίσταται, γιατί πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἔνδοξον ἑλληνικόν μας ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἀρχαιόθεν μᾶς διακρίνει ἔναντι τῶν ἄλλων λαῶν καὶ νὰ προτιμήσωμεν ὀνομασίαν, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐκφράζει;
Γνωστὸν ἐπίσης ὅτι ὑπῆρχε καὶ μία ἀρχαιοτέρα ὀνομασία μας ὡς Γραικῶν ἔκ τινος Ἑλληνικῆς φυλῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς τὴν Δυτικὴν παραλιακὴν πλευρὰν τῆς Ἠπείρου. Ἡ ὀνομασία αὔτη τελικῶς ἐξέλιπε καὶ καθιερώθη ὁριστικῶς πλέον ἡ ὀνομασία μας ὡς Ἑλλήνων. Πρότερον μὲν Γραικοὶ νῦν δὲ Ἕλληνες ἔγραψεν ὁ Ἕλλην φιλόσοφος Ἀριστοτέλης.
Εἰς τὴν πάλαι ποτὲ Ρωμαϊκὴν αὐτοκρατορίαν, πλὴν τῶν Ἑλλήνων, περιελαμβάνοντο καὶ ἄλλοι λαοί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν αἴσθησιν τῆς Ρωμαϊκῆς των ἰδιότητος. Ἤδη ὅμως λόγῳ παρελεύσεως τοῦ χρόνου, οἱ λαοὶ οὗτοι ἀπώλεσαν τὴν αἴσθησιν ταύτην καὶ ἐξ αἰτίας ἰσχυρᾶς ἐπιδράσεως σκοτεινῶν καὶ ἰδίως σιωνιστικῶν κύκλων, ἀπέκτησαν ἐθνικὴν συνείδησιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν προτέραν ἀντίληψιν περὶ τῆς Ρωμαϊκῆς καταγωγῆς των. Διατὶ λοιπὸν πρέπει μόνον ἡμεῖς νὰ ἐμφανιζώμεθα ὡς Ρωμαΐζοντες; Καὶ ἡμεῖς λόγῳ παρελεύσεως τοῦ χρόνου καὶ λόγῳ πλήθους γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐμεσολάβησαν, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰτίας τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, ἀπεβάλαμεν πλέον τὴν Ρωμαϊκήν μας ἰδιότητα καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς μίαν παγίαν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς μας πραγματικότητος. Εἴμεθα Ἕλληνες λοιπὸν καὶ ἡ συνέχειά μας ὡς Ἑλλήνων νοηματικῶς οὐδέποτε διεκόπη.
Ἡ χώρα μας κατὰ καιροὺς κατεκτήθη ἀπὸ διαφόρους Βαρβάρους ἢ ἡμιβαρβάρους λαούς, μὲ μεγαλυτέραν διάρκειαν κατοχῆς τῆς Ρωμαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν Ὀθωμανικήν. Μετὰ τὸ πέρας τῆς αἰχμαλωσίας καὶ τῆς δουλείας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν, ἀνεδύθημεν καὶ πάλιν ἀλώβητοι ὅπως καὶ πρότερον. Οὐδέποτε ἀπωλέσαμεν τὴν αἴσθησιν ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες καὶ ὅτι ἀνήκομεν εἰς Ἔθνος ἀρχαῖον μὲ λαμπρὸν πολιτισμόν. Πάντοτε ἐνθυμούμεθα μὲ συγκίνησιν καὶ ὑπερηφάνειαν, τὴν ἀπέραντον αὐτοκρατορίαν, τὴν ὁποία ἐδημιούργησεν ὁ μέγιστος τῶν Ἑλλήνων στρατηλατῶν Ἀλέξανδρος ὁ Μέγας, καὶ οὐδέποτε ἐλησμονήσαμεν τὰ ὑπέροχα μεγαλουργήματα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας, οὔτε τὰ ἀνυπέρβλητα πνευματικὰ θεωρήματα, τὰ ὁποῖα ἐνεπνεύσθησαν καὶ ἀνέπτυξαν οἱ πρόγονοί μας Ἕλληνες φιλόσοφοι. Δὲν μᾶς διαφεύγει ἐπίσης ὅτι ἀπαύγασμα τοῦ μεγαλείου τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος ἀποτελεῖ, καὶ ὁ μετέπειτα, ὑπὸ χριστιανικὴν πλέον ἀπόχρωσιν ἑλληνικὸς βυζαντινὸς πολιτισμός, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀνταύγειαν καὶ τὴν πολιτισμικὴν μεγαλοπρέπειαν, τοῦ ἐπίσης ἑλληνικοῦ, κατ’ οὐσίαν, Ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους· πάντα ταῦτα, μᾶς ἐπιτρέπουν ἆραγε νὰ καθιερώσωμεν ἐθνικὸν ὄνομα, τὸ ὁποῖον μᾶς παραπέμπει εἰς παρελθοῦσαν ἀνεπιστρεπτί, δυσάρεστον ἱστορικὴν κατάστασιν; Ἐξαιρεῖται βεβαίως ἡ περίοδος τῆς ἱερότητος καὶ τῆς εὐσεβείας, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν Ἰσαπόστολον Μέγαν Κωνσταντῖνον καὶ εἰς τοὺς μετέπειτα χριστιανοὺς Βυζαντινοὺς αὐτοκράτορας.
Ὑπάρχει καὶ ἡ Ρωμαΐζουσα ἄποψις, ὅπως ἤδη ἀνεφέραμεν, κατὰ τὴν ὁποίαν, μὲ τοὺς ὅρους Ρωμαῖος καὶ Ρωμιοσύνη, ἀντιμετωπίζεται καὶ ὁ κακόβουλος ἰσχυρισμὸς τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι τὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ παρελθὸν κατέλαβον ἦσαν Ρωμαϊκὰ καὶ ὄχι Ἑλληνικά, καὶ ἄρα οἱ Ἕλληνες δὲν ἔχουν λόγον ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν. Καμμίαν σημασίαν δὲν πρέπει νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τὰ φληναφήματα τῶν Τούρκων. Οὐδείς δύναται νὰ ἀναμένη ἀπὸ τοὺς τουρκομογγόλους λογικὴν κρίσιν καὶ φυσιολογικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν πραγμάτων. Διαστρεβλώνουν τὴν πραγματικότητα καὶ τὴν ἐμφανίζουν καθ’ ὅν τρόπον ἐξυπηρετοῦνται τὰ ἐν πολλοῖς ἄνομα συμφέροντά των. Ὡς σύνολον ἀνθρώπων ἀποτελοῦν ἕνα συρφετόν, ἕνα ὄχλον, ὁ ὁποῖος ρέπει διαρκῶς πρὸς τὸ ψεῦδος τὴν διαστροφήν, τὴν μοχθηρίαν, τὴν ἁρπακτικότητα, τὴν ἀδηφαγίαν, τὴν ἀναίδειαν, τὴν ἀλαζονείαν καὶ τὴν κακοήθειαν. Οἱ Τοῦρκοι κανένα νόμιμον τίτλον κατοχῆς ἢ κυριότητος δὲν ἔχουν ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκατεστημένοι. Τὰ ἐδάφη ταῦτα κατέλαβον διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου. Αἱ κατακτήσεις των εἶναι ἀποτέλεσμα ἀπανθρώπου βίας καὶ κτηνώδους βαρβαρότητος. Ἡ κυριαρχία των ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν ἐπετεύχθη μέσῳ καταστροφῶν, βιασμῶν καὶ ἀνηλεοῦς ἀνθρωποσφαγῆς πληθυσμῶν. Τὰ ἐδάφη πρὸ τῆς κατακτήσεώς των ἦσαν ἑλληνικὰ καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν των ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν ἰδιοκτησίαν. Ἀναμένεται ἡ ἀπελευθέρωσις καὶ τῶν ὑπολοίπων.
Εἰς τοὺς Τούρκους, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν πρέπει νὰ ὑποδεικνύωμεν τὴν ὁδὸν τῆς ἐπιστροφῆς των, εἰς τὴν Μογγολίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξεδιώχθησαν καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν φυσικόν τους χῶρον. Πρὸ τῆς ἐμφανίσεώς των εἰς τὸ πεδίον τῆς καταστροφῆς, τῆς κτηνωδίας καὶ τῆς βαρβαρότητας, οὐδείς ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξίν των. Ἀντιθέτως ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, περὶ τῆς ἑλληνικότητος τοῦ χώρου, εἰς τὸν ὁποῖον εἴμεθα ἐγκατεστημένοι, ἔχομεν ἀψευδῆ μάρτυρα τὴν ἱστορίαν. Ὁ ἀρχαῖος κόσμος ἦτο διάσπαρτος ἀπὸ πολυαρίθμους καὶ πολυπληθεῖς ἑλληνικὰς ἀποικίας. Πανταχοῦ εἰς τὸν ἀρχαῖον κόσμον ἦτο ἔντονος ἡ ἑλληνικὴ παρουσία. Ἀπὸ τῆς ἀπωτάτης ἀρχαιότητος ὁ ἑλληνισμὸς ἔχει τὸν χαρακτῆρα τῆς παγκοσμιότητος. Εἰς τὴν χώραν τὴν ὁποίαν κατέχομεν ἐξ ἀρχῆς ὑπάρχομεν. Σχετικὴν πληροφορίαν λαμβάνομεν ἀπὸ τὸν πανηγυρικὸν λόγον, τοῦ ἀρχαίου Ἕλληνος Ρητοροδιδασκάλου Ἰσοκράτους. Λέγει λοιπὸν ὁ Ἰσοκράτης εἰς μίαν ἀποστροφὴν τοῦ Πανηγυρικοῦ λόγου του. «Ταύτην (τὴν χώραν) γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδὲ ἔρημον καταλαβόντες, οὐδὲ ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλὰ οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν, ὥστε ἐξ ὥσπερ ἔφυμεν ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν αὐτόχθονες ὄντες.
Δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας λοιπόν, ἡ ὀνομασία μας ὡς Ἑλλήνων, ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς, διότι εἰς τὸν εὐλογημένον τόπον μας ἀνεπτύχθησαν πνευματικαὶ ἀρεταί, αἱ ὁποῖαι διεμόρφωσαν εὐγενὲς ἦθος, ὑγιὲς φρόνημα καὶ πολιτισμόν, ὁ ὁποῖος ἐπηρέασεν ἅπασαν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἕλληνες λοιπὸν εἴμεθα καὶ Ἑλλὰς εἶναι τὸ ὄνομα τῆς Πατρίδος μας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τὸ διαφυλάξωμεν ὡς θησαυρὸν πολύτιμον, διότι ἐκφράζει τὴν διαχρονικότητά μας ὡς Ἑλλήνων. Οἱ ξένοι διὰ λόγους ὑποτιμητικοὺς καὶ περιφρονητικούς ἤ καὶ διὰ λόγους ἄλλης ποικίλης καὶ ὑπόπτου σκοπιμότητος, ὅταν μᾶς ὀνομάζουν χρησιμοποιοῦν ὄχι τὸ πραγματικὸν καὶ ἐπίσημον ὄνομα ἡμῶν, ἀλλὰ ὄνομα ἄλλο κακόηχον. Ἑπομένως γραπτὰ κείμενα, ἐπιστολὲς καὶ ἔγγραφα ποικίλου περιεχομένου, ποὺ λαμβάνομεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἄν δὲν μᾶς ἀπευθύνονται μὲ τὸ πραγματικόν μας ὄνομα, θὰ πρέπη χωρὶς δισταγμὸν νὰ τὰ ἐπιστρέφωμεν ὡς ἀπαράδεκτα ἤ ὡς ἀπευθυνόμενα εἰς ἄγνωστον παραλήπτην. Πρέπει νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν νὰ μᾶς ἀποκαλοῦν, ὄχι ὅπως αὐτοὶ κακοβούλως θέλουν, ἀλλὰ μὲ τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καθιερώσαμεν διὰ τὸν ἑαυτόν μας καὶ διὰ τὴν Πατρίδα μας. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ παύσωμεν νὰ δεχώμεθα προθύμως καὶ ἀναντιρρήτως, οἱανδήποτε ἠλιθιότητα μᾶς ἔρχεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς.




