«Σήμερον»…

Share:

Τοῦ Δρ. Δημητρίου Γ. Μεταλληνοῦ

  Ἀρχὴ νέας (πολιτικῆς) χρονιᾶς. Ἔτος 2026 μ.Χ. Μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀναγνώσεις τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου, ἀφοῦ ἀνάλογα μὲ τὴν κουλτούρα τὸν διαβάζουμε καὶ τὸν ἀριθμοῦμε διαφορετικὰ (π.χ. ἑβραϊκὴ χρονολόγηση, ἰσλαμική, κινεζική κ.ἄ.).

  Ἡ ρωμηοσύνη ὡς ὀρθόδοξη ἑλληνικὴ παράδοση χρησιμοποιεῖ ἕνα κομβικὸ ὅρο, ὁ ὁποῖος γεφυρώνει τὸ χάσμα μεταξὺ παρελθόντος καὶ μέλλοντος. Μεταξὺ οὐρανοῦ καὶ γῆς. Μεταξὺ ἱστορικότητας, μεταϊστορικότητας καὶ ὑπεριστορικότητας. Ὁ ὅρος αὐτός, ὁ ὁποῖος κατὰ κόρον χρησιμοποιήθηκε καὶ στὰ λειτουργικὰ κείμενα τοῦ πρόσ­φατου ἁγίου Δωδεκαημέρου τῶν Χριστουγέννων καὶ Θεοφανείων εἶναι ὁ ὅρος «σήμερον». Ὅρος ποὺ ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς χαρακτηριστικότερες λέξεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ λειτουργικῆς γλώσσας τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἂν καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως δηλώνει ἁπλῶς ἕνα χρονικὸ προσδιορισμό, στὴν ἱστορικὴ καὶ λατρευτική του χρήση ἀποκτᾶ ἰδιαίτερο βάθος καὶ λειτουργεῖ ὡς φορέας θεολογικοῦ νοήματος. Τὸ «σήμερον» δὲν ἀφορᾶ μόνο στὸ παρὸν τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας, ἀλλὰ ἐκφράζει τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία βιώνει καὶ νοηματοδοτεῖ τὸν ἱστορικὸ χρόνο.

  Ἡ λέξη «σήμερον» προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ ἀπαντᾶ ἤδη σὲ κείμενα τῆς κλασικῆς ἐποχῆς μὲ τὴ σημασία τοῦ «σήμερα». Στὸν ἀρχαῖο ἱστορικὸ καὶ ρητορικὸ λόγο λειτουργεῖ ὡς δείκτης χρονικῆς ἀμεσότητας ἢ ὡς ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο καὶ ἰδιαίτερα στὴν Κοινὴ Ἑλληνική, ἡ χρήση τῆς λέξης παραμένει κοινὴ καὶ κατανοητή, γεγονὸς ποὺ ἐξηγεῖ τὴν εὐρεῖα παρουσία της στὰ βιβλικὰ κείμενα. Ἡ ἀποφασιστικὴ στροφὴ στὴ σημασία τοῦ ὅρου συντελεῖται μὲ τὴν εἴσοδό του στὴ βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ γλώσσα, ὅπου τὸ «σήμερον» ἀρχίζει νὰ συνδέεται ὄχι ἁπλῶς μὲ τὸν χρόνο, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὸν ἱστορικὸ χρόνο.

  Στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἰδίως στὴν Καινὴ Διαθήκη, τὸ «σήμερον» ἐμφανίζεται σὲ καίρια σημεῖα τοῦ σωτηριολογικοῦ μηνύματος. Στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς ἀναγγέλλει στὴ συναγωγὴ τῆς Ναζαρέτ: «Σήμερον πεπλήρωται ἡ γραφὴ αὕτη ἐν τοῖς ὠσὶν ὑμῶν», δηλώνοντας ὅτι ἡ ἐκπλήρωση τῶν προφητειῶν δὲν ἀνήκει στὸ ἀπώτερο μέλλον, ἀλλὰ λαμβάνει χώρα στὸ παρόν. Ἀντίστοιχα, ἡ φράση «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» ἢ ἡ ὑπόσχεση πρὸς τὸν ληστὴ «Σήμερον μετ’ ἐμοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» ἀποδίδουν στὸ «σήμερον» χαρακτήρα ἀποφασιστικὸ καὶ σωτηριολογικό. Ἱστορικά, ἐδῶ παρατηρεῖται ἡ μετάβαση ἀπὸ τὸν ἁπλὸ χρονολογικὸ χρόνο στὸν «καιρό», δηλαδὴ στὸν εὐνοϊκὸ χρόνο τῆς θείας ἐνέργειας. Τὸ «σήμερον» γίνεται σημεῖο συνάντησης τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ τελειότερο δημιούργημά του, τὸν ἄνθρωπο.

  Κατὰ τὴν (πρώτη) περίοδο τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας (4ος–7ος αἰ.), τὸ «σήμερον» καθιερώνεται στὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο, ἰδίως στὶς ἑορταστικὲς ὁμιλίες. Πατέρες, ὅπως ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιοῦν συχνὰ τὴ λέξη, γιὰ νὰ ὑπογραμμίσουν ὅτι τὰ γεγονότα τῆς Θείας Οἰκονομίας δὲν ἀποτελοῦν ἁπλῶς ἀντικείμενο μνήμης, ἀλλὰ πραγματικότητα ποὺ ἀφορᾶ στὸ παρὸν τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας. Ἡ ἐν λόγῳ χρήση συνδέεται μὲ τὸν ζωντανό, προφορικὸ χαρακτήρα τῆς λατρείας καὶ τῆς κατήχησης. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀπευθύνεται ἁπλὰ σὲ ἀναγνῶστες, θεατὲς ἢ  ἀκροατές, ἀλλὰ πρωτίστως σὲ μετόχους ἢ πιστοὺς ποὺ ἀγωνίζονται νὰ καταστοῦν μέτοχοι τῶν Θείων Μυστηρίων, βιώνοντας τὰ γεγονότα τῆς πίστης ὡς παρόντα καὶ ἐνεργά.

  Ἡ πλήρης ἀνάπτυξη τῆς σημασίας τοῦ ὅρου πραγματοποιεῖται στὴν ἐκκλησιαστικὴ ὑμνογραφία τῆς μακραίωνης παράδοσης τῆς Ρωμανίας/Βυζαντίου. Στοὺς ὕμνους τῶν μεγάλων ἑορτῶν, τὸ «σήμερον» λειτουργεῖ ὡς βασικὸ ἐκφραστικὸ μοτίβο: «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου», «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου», «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονεν». Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι ἡ Γέννηση, ἡ Σταύρωση καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καθὼς καὶ ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, δὲν ἀνήκουν μόνο στὸ ἱστορικὸ παρελθόν, ἀλλὰ γίνονται παρόντα στὸ λειτουργικὸ «τώρα». Μὲ ἄλλα λόγια ὅπου ὑπάρχει Ἱστορία ἐνυπάρχει καὶ Θεολογία καὶ τὸ ἀντίστροφο. Διότι, τὰ πάντα στὴν παράδοσή μας εἶναι ἱστορία (χωροχρόνος), ἀλλὰ προσεγγίζονται (καὶ) θεολογικά, ἀφοῦ κύριος, ρυθμιστὴς καὶ κριτὴς τῆς ἱστορίας εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸ ὑποδηλώνεται, ἄλλωστε, μὲ τὴν προσθήκη «π.Χ.» ἢ «μ.Χ.».

  Τὸ «σήμερον» συνδέεται στενὰ μὲ τὴν ὀρθόδοξη ἔννοια τῆς ἀνάμνησης, ἡ ὁποία δὲν σημαίνει ἁπλὴ ἀνάκληση γεγονότων, ἀλλὰ μυστικὴ παρουσία καὶ συμμετοχή. Στὴ θεία λατρεία, ὁ χρόνος δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ μεταμορφώνεται: τὸ παρελθὸν τῆς σωτηρίας, τὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὸ μέλλον τῆς Βασιλείας συνυπάρχουν.

  Συμπερασματικὰ ὁ ὅρος «σήμερον» ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κατανοεῖ τὴν ἱστορία καὶ τὸν χρόνο. Ἀπὸ ἁπλὸς χρονικὸς δείκτης τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας, μετατρέπεται σὲ θεολογικὸ καὶ λειτουργικὸ ὅρο ποὺ ἐκφράζει τὴ ζωντανὴ ἐμπειρία τῆς σωτηρίας. Στὴν Ὀρθόδοξη λατρεία, τὸ «σήμερον» δηλώνει ὅτι ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ἐδῶ καὶ τώρα, καὶ καλεῖ τὸν πιστὸ ὄχι ἁπλῶς νὰ θυμηθεῖ, ἀλλὰ νὰ συμμετέχει στὸ μυστήριο τῆς θείας οἰκονομίας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καθίσταται τὸ «σήμερον» νοητὴ γέφυρα ἀνάμεσα στὴν ἱστορία καὶ τὴν αἰωνιότητα, ἀνάμεσα στὸ τότε καὶ στὸ πάντοτε τῆς Ἐκκλησίας.

Previous Article

Η αξία του εκκλησιασμού στους Έσχατους Καιρούς

Next Article

Ἡ καταπολέμησις τῶν παθῶν -1ον