Γράφει ἡ κα Λαμπρινὴ Ἰωάν. Μαστρογιάννη, θεολόγος, καθηγήτρια καὶ συγγραφεύς,
μεταπτυχιακὰ εἰς τὴν θρησκειολογίαν καὶ ἐπικοινωνιακὴν θεολογίαν
Ἡ Ἁγία Φιλοθέη ἦταν μία γνήσια καὶ φιλεύσπλαγχνη Ἑλληνίδα ποὺ δὲν δίστασε, τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς νὰ τὰ βάλλει, χωρὶς διακρίσεις καὶ κομπασμούς, μὲ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἔθνους μας.
Ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1522 γεννήθηκε τὸ πρωτότοκο τέκνο τῶν Μπενιζέλων, ἡ Ἀθήνα ἦταν ἀνάστατη. Γραικοὶ καὶ Τοῦρκοι Ἀρβανιτάδες, Ὀβριοὶ καὶ Τσιγγάνοι, τύραννοι καὶ δοῦλοι, ἄρχοντες καὶ λαὸς θερίζονταν ἀδιάκριτα ἀπὸ τὸ δρεπάνι τοῦ Χάροντα χωρὶς ἔλεος καὶ διάκριση καὶ χωρὶς σπλαχνισιά. Ξεκληρίζονταν ὁλόκληρες οἰκογένειες. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι εἶχε ἔρθει ἡ χολέρα στὴν Ἀθήνα γιὰ τρίτη φορά. Ξένα πλοῖα μετέφεραν στὸν Πειραιὰ τὸ «θανατικὸ τοῦ Μαντζάκη», τὸ ὁποῖο καὶ ὀνόμασαν ἔτσι ἀπὸ τὸν γνωστὸ Ἀθηναῖο τὸν Μαντζάκη. Ὅταν ἡ ἐπιδημία ἔκανε γιὰ πρώτη φορά τὴν ἐμφάνισή της τὸ 1480 ὀνομάστηκε «θανατικὸ τῆς Σπετζαρέας» καὶ τὴ δεύτερη τὸ 1497, «θανατικὸ τοῦ Τριαντάρη». Στὴν μεγαλύτερη ἔξαρσή της, ἡ ἐπιδημία τῆς χολέρας προκάλεσε τόσους θανάτους, ποὺ ἔριχναν τὰ πτώματα σὲ ὁμαδικοὺς τάφους (λάκκους) καθὼς δὲν προλάβαιναν νὰ θάψουν τοὺς πιότερους νεκροὺς καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν ἐπαρκοῦσαν, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύσουν. Εἶχαν μείνει λίγοι μόνο παπάδες καὶ δὲν προλάβαιναν νὰ ψάλλουν ὅλους τοὺς πεθαμένους. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Μητροπολίτης Ἰερεμίας ζήτησε βοήθεια ἀπὸ ἄλλους νομοὺς τῆς Ἀττικῆς.
Ἡ Ἁγία Φιλοθέη – κατὰ κόσμον Ρεβούλα – γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα ἀπὸ ἄρχοντες γονεῖς. Ἦταν τὸ μοναχοπαίδι τοῦ Ἄγγελου Μπενιζέλου καὶ τῆς Συρίγας. Ὁ Μπενιζέλος, γιὰ νὰ γλυτώσει τὴ φαμίλια του ἀπὸ τὸ θανατικό, πῆρε τὴν κυρὰ Συρίγα καὶ τὸ νεογέννητο παιδὶ καὶ πῆγαν στὸ πλούσιο καὶ ὀνομαστὸ μοναστήρι τῆς Κυριανῆς, ἀκριβὸ τέμενος τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ Ρεβούλα ὀνομάσθηκε Φιλοθέη ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔγινε καλόγρια. Γιὰ τὴν προέλευση τοῦ ὀνόματος «Ρεβούλα» θεωρεῖται ὅτι εἶναι παραφθορὰ τοῦ Ρεγούλα (ἀπὸ τὸ Ρηγούλα ἢ Ρηγίλλη) ἢ ἀκόμα ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ Παρασκευούλα.
Τὸ φῶς ἐκεῖνο δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη ψυχὴ τῆς κόρης. Ἡ Συρίγα γέννησε σὲ ἐννιὰ μῆνες. Τὸ φέρσιμο τῆς κόρης ποὺ γέννησε ἡ Συρίγα καὶ ἡ ὅλη της παρουσία καὶ τὰ αἰσθήματα ποὺ τὴν διακατεῖχαν ἔδειχναν τὴν προικισμένη κόρη, αὐτὴ τὴν Ἁγία μορφὴ ποὺ ἦταν στολισμένη μὲ ἀρετές. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ εὐλάβειά της ἦταν ἴδια μὲ αὐτὴ τῆς μητέρας της.
Μία νύκτα ποὺ πῆγε νὰ προσευχηθεῖ στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα εἶδε μία πάμπτωχη γερόντισσα σωριασμένη στὸ πρῶτο σκαλοπάτι τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ρεβούλα ἔτρεξε, γιὰ νὰ τὴν ζεστάνει μὲ τὰ χέρια της καὶ τῆς μιλοῦσε συνεχῶς, ρίχνοντας μάλιστα πάνω της τὸ πλούσιο πανωφόρι της, γιὰ νὰ τὴν ζεστάνει.
Ἡ Ρεβούλα πρόβαλε τὸ ἀνάστημά της στὸν Ἀγαρηνὸ κι ὅδευε ἀπὸ μικρὴ στὸ μαρτύριο ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ ζωή της. Δόθηκε ψυχὴ καὶ σῶμα, ἦταν ἀδίστακτη ἀπέναντι στὸν ἐχθρὸ χωρὶς μεμψιμοιρίες. Εἶχε τεράστια ἀγάπη χωρὶς φυλετικὲς διακρίσεις καὶ σκοπὸς καὶ ἰδανικό της ἦταν νὰ προσφέρει χωρὶς ὅριο.
Κάποια μέρα, ἐνῷ γύριζε ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Κυριανῆς, ἐνῷ ἦταν καταχείμωνο καὶ θέλανε νὰ βρεθοῦν στὰ κονάκια, αὐτὴ καὶ ἡ ἀκολουθία της, ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσαν, εἶδε κοντὰ στὴν Παναγιὰ τῆς Πέτρας στὸ γεφύρι τοῦ ἔρημου Ἰλισσοῦ, δύο Τούρκους. Εἶχαν ληστέψει καὶ βασανίσει ἕνα ξωτάρη, ποὺ ἦταν ἀργοπορημένος ὁ καημένος. Τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο καὶ μόλις ἀντιλήφθηκαν τοὺς Γραικοὺς ἔτρεξαν πρὸς τὴν πίσω μεριὰ τοῦ Ἀρδηττοῦ. Ἡ Ρεβούλα, χωρὶς νὰ φοβηθεῖ, ξεπέζεψε, πῆγε κοντὰ στὸ ληστεμένο ἄνδρα. καὶ ἔριξε πάνω του τὸ μάλλινο πλεκτὸ μποξά της. Ἡ Ρεβούλα σὲ ὅλη της τὴν ζωή προσφέρει, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς πάντα τὴν προστατεύει.
Ἡ Ἁγία Φιλοθέη – ἡ κυρὰ τῶν Ἀθηνῶν – κοιμήθηκε μετὰ ἀπὸ μαρτύριο στὶς 19 Φεβρουαρίου 1589 καὶ ἀνακηρύχθηκε Ἁγία, ὅταν Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἦταν ὁ Ματθαῖος Β΄ (1595-1600).




