Λίγες ἡμέρες πρίν τήν ἐκλογή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου (7/2/08) ἡ ἐφημερίδα Καθημερινή σέ δημοσίευμα τοῦ Κώστα Ἰορδανίδη (3/2/08),ἀναφερόμενη στήν «Ἐποχή τοῦ Χριστόδουλου», πού μόλις εἶχε κλείσει, κατέληγε «Διάδοχος θά ὑπάρξει τήν Πέμπτη· ὄχι ἄλλος Χριστόδουλος.». Καί πραγματικά δέν ὑπῆρξε ἄλλος Χριστόδουλος. Δέν γνωρίζουμε, ἐάν ὁ Ἱεράρχης εἶχε πληροφορίες, τίς ὁποῖες ἐμεῖς τότε δέν γνωρίζαμε, ὅμως ἐκτός τῶν ἰσχυρῶν παθῶν πού τόν τυράννησαν, ὑπῆρξε μία προσωπικότητα, ἡ ὁποία ἐργάσθηκε σέ μία ἐποχή πού τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἰδιοσυστασίας τοῦ ἔθνους καί οἱ παραδοσιακές δομές τῆς κοινωνίας εἶχαν ξεκινήσει νά ἀποδομοῦνται καί βλέποντας τήν ἀποδόμηση αὐτή προσπάθησε νά τήν ἀντιμετωπίση, ἐπειδή ὅμως ἦταν ἄνθρωπος, τά πάθη τόν ἐνίκησαν. Ὅμως τό πρόβλημα πού ἀντιμετώπιζε τότε ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό ἴδιο σήμερα, δηλαδή ἡ προσπάθεια τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως νά ἐπιβληθῆ στίς ἄλλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Οἱ σωστές ἀλλά καί οἱ ἐσφαλμένες κινήσεις, μέ τίς ὁποῖες προσπάθησε νά ἀντιμετωπίση τήν κατάσταση, πρέπει νά μᾶς προβληματίσουν, ὥστε τίς μέν νά κρατήσουμε, τίς δέ νά ἀποφύγουμε.
Αἱ Ἐκκλησίαι Ρωσίας καί Ἑλλάδος αἱ μόναι ἱκαναί νά ἀκυρώσουν τούς σχεδιασμούς τοῦ Φαναρίου
Ὀ καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Μακεδονίας Δημήτριος Σταματόπουλος, τοῦ τμήματος Βαλκανικῶν, Σλαβικῶν καί Ἀνατολικῶν Σπουδῶν σέ κείμενό του ἀναφέρει «Ὅταν πρίν μερικά χρόνια ἡ σύγκρουση τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Χριστοδούλου μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁδήγησε τόν πρῶτο σέ μία πολιτική ἀνοιγμάτων πρός τό Πατριαρχεῖο Μόσχας, φάνηκε μία ὁλόκληρη ἐποχή νά κλείνει. Γιά πρώτη φορά ἕνας ἡγέτης τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας ἔμοιαζε νά ξεχνᾶ τόν εἰδικό σκοπό, γιά τόν ὁποῖο αὐτή ἱδρύθηκε· τήν ἐξουδετέρωση τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς στά ἐσωτερικά ζητήματα τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου μέσῳ τῶν ἐκκλησιαστικῶν παρεμβάσεων. Ἐνῶ ἡ ἀνακήρυξη τοῦ ἑλλαδικοῦ αὐτοκεφάλου φαινόταν νά ἐπιδιώκει τήν ἀποκοπή ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί μέ τό Ὀθωμανικό πλαίσιο μέσα στό ὁποῖο αὐτό λειτούργησε, στήν πραγματικότητα ὁ ἀπώτερος σκοπός τοῦ Φαρμακίδη, ἀλλά καί τῶν ξένων πρεσβειῶν (ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς)», δηλαδή τῆς μασονίας, «ἦταν ἡ ἐξουδετέρωση τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς πού συχνά πυκνά ἀνέβαζε πατριάρχες στόν οἰκουμενικό θρόνο τῆς Κωνσταντινούπολης –τό 1833 δέ ἦταν μία χρονιά, πού λόγῳ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Χουνκιάρ Ἰσκελλεσί, θά ἐνίσχυε περαιτέρω αὐτή τήν τάση, ἀφοῦ ἐπαναθεμελίωνε τήν ὀθωμανορωσική φιλία καί ἔβαζε τέρμα στίς συγκρούσεις τῆς περασμένης δεκαετίας».
Τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἀλλά καί οἱ δυτικοί, πού στήν πραγματικότητα τό ἐλέγχουν σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά ὅτι οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ρωσίας καί τῆς Ἑλλάδος εἶναι οἱ μόνες οἱ ὁποῖες μποροῦν νά ἀκυρώσουν τά σχέδιά τους, νά ἐλέγχη δηλαδή ἡ Δύση –ὁ Πάπας καί οἱ Προτεστάντες- ὅλους τούς ὀρθοδόξους λαούς μέσα ἀπό ἕνα ἐλεγχόμενο Πατριαρχεῖο. Τήν προσέγγιση τῶν δύο αὐτῶν Ἐκκλησιῶν προσπάθησαν οἱ δυτικοί νά ἀποτρέψουν στήν ἐποχή τοῦ Χριστοδούλου μέ τά δημοσιεύματα στόν τύπο, ὅπου τόν κατηγοροῦσαν γιά μυστικό ἄξωνα Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί Πατριαρχείου Μόσχας. Ὁ Ἕλληνας Ἀρχιεπίσκοπος προσπαθοῦσε νά βρῆ στηρίγματα, γιά νά ἀποτινάξη τίς ἐπεμβάσεις τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στίς ἐσωτερικές ὑποθέσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, κάτι ἀνάλογο γίνεται σήμερα μέ τήν ἐπέμβαση τοῦ Φαναρίου στήν Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας. Χαρακτηριστικό ἦταν τό δημοσίευμα τῆς ἐφημερίδας τά Νέα στίς 20 Μαρτίου 2006, ὅπου ἔγραφε «Οἱ πληροφορίες, πού ἔχουν φτάσει στό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν ἀναφέρουν ὅτι τό ζήτημα ἔχει πολιτικές προεκτάσεις, ὑπό τό φῶς, μάλιστα, τῆς γνωστῆς ἀντιπαράθεσης Χριστοδούλου-Βαρθολομαίου μέ ἀφορμή τό διοικητικό καθεστώς τῶν μητροπόλεων στίς Νέες Χῶρες. Διπλωματικοί κύκλοι, μάλιστα, θεωροῦν ὅτι τό γεγονός πώς ὁ Χριστόδουλος προσεγγίζει τή ρωσική πλευρά ἐξηγεῖ καί τόν ἔντονο ἀντιαμερικανισμό, πού ἐκφράζει ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας».
Οἱ Ὀρθόδοξοι Προκαθήμενοι καταφεύγουν εἰς τούς κοσμικούς παντοκράτορας
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τόν Φεβρουάριο τοῦ 2007, μετά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἑλλάδα ἀλλά καί τοῦ ἰδίου στό Βατικανό, σέ ὁμιλία του στό Διορθόδοξο Κέντρο Πεντέλης μέ θέμα τήν συμπλήρωση 25 χρόνων ἀπό τήν ἔνταξη τῆς Ἑλλάδος στήν Εὐρωπαϊκή Ἕνωση, μεταξύ τῶν ἄλλων εἶχε πεῖ, «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἔχει τήν πεποίθησιν ὅτι ἡ διαχριστιανική Εὐρώπη θά ἑδραιώση ἐν τῇ πράξει τήν χριστιανικήν ἑνότητα. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εὐελπιστεῖ ὅτι ἡ συνεργασία μέ τάς ἄλλας Ἐκκλησίας τῆς Εὐρώπης, ἐπί συγκεκριμένων θεμάτων, εἶναι πλέον ἐκ τῶν πραγμάτων καί ἐφικτή καί ἐπιβεβλημένη. Βεβαίως ἡ συνεργασία αὕτη δέν θά ἀφορᾶ εἰς τήν θεολογικόν διάλογον, δεδομένου ὅτι δι’ αὐτόν τήν πρωτοβουλίαν καί τήν εὐθύνην, ἀπό πλευρᾶς Ὀρθοδοξίας, ἔχει τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, τό ὁποῖον εἶναι ἡ κορυφή τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εὐλαβῶς ἀκολουθεῖ».
Τό Γραφεῖο Τύπου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν στίς 21 Μαρτίου 2001, μέ ἀφορμή τήν ἐπικείμενη τότε ἐπίσκεψη τοῦ Πάπα στήν Ἀθήνα, μεταξύ τῶν πολλῶν διευκρινίσεων τόνιζε «…5) Ὑπάρχουν σοβαρές ἐνδείξεις μετανοίας τοῦ Πάπα, κάτι πού γιά πρώτη φορά συμβαίνει ὕστερα μετά ἀπό ἐμμονή αἰώνων ἀδιαλλαξίας…7) Ἡ Ἑλλάδα εἶναι μία χώρα, τῆς ὁποίας ὁ λαός διακρίνεται γιά τήν παραδοσιακή εὐγένεια…». Βέβαια, γιά τήν μετάνοια τοῦ Πάπα δέν ἔχουμε τίποτε νά προσθέσουμε, ὅσο γιά τήν εὐγένεια τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ λαός μας χαρακτηρίζεται τόσο γιά τήν εὐγένεια ὅσο καί γιά τήν ἀφέλειά του, ἀφοῦ ξεχνᾶ πολύ εὔκολα. Δυστυχῶς, διαχρονικά οἱ ὀρθόδξοι Προκαθήμενοι στήν προσπάθειά τους νά βροῦν στηρίγματα στίς ἐπεμβάσεις καί πιέσεις πού δέχονται καταφεύγουν στούς κοσμικούς παντοκράτορες τῆς γῆς εἴτε αὐτός λέγεται ἐπίσκοπο τῆς Ρώμης εἴτε ἀμερικανοί πολιτικοί, πού καί τῶν δύο μόνη «ἐπιθυμία καί πόθος εἶναι ἡ ἐξουσία καί ἡ ἡδονή». Ὅπως ὁ κυρός Χριστόδουλος κατέφυγε στόν Πάπα, γιά νά ἀντιμετωπίση τίς πιέσεις πού δεχόταν ἀπό τό Φανάρι, ἔτσι καί τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἔχει καταφύγει ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα στόν ἰσχυρό ἀμερικανικό παράγοντα, γιά νά ὑπερβῆ τόσο τίς πιέσεις πού δεχόταν ἀπό τό τουρκικό κράτος λόγω τῆς ὄξυνσης τότε τῶν ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων ὅσο καί γιά νά φέρη εἰς πέρας τήν ἐκκλησιαστική του πολιτική, πού τό θέλει νά διαδραματίζη τόν πρῶτο ρόλο στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Οἱ Ἕλληνες πολιτικοί ταυτίζονται μέ τούς σχεδιασμούς τοῦ Φαναρίου
Τέλος, δέν πρέπει νά μᾶς διαφεύγη ὅτι οἱ σχεδιασμοί τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν, μηδενός ἐξαιρουμένου, πάντοτε ταυτίζονται μέ τούς σχεδιασμούς τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ὡς ἐντολοδόχων τῶν δυτικῶν. Χαρακτηριστική ἦταν ἡ καταλυτική παρέμβαση τοῦ πρώην Ἕλληνα πρωθυπουργοῦ καί μασόνου Γεωργίου Ράλλη τόν Νοέμβριο τοῦ 2003 στήν Διαρκῆ Ἱερά Σύνοδο τῆς 11ης Νοεμβρίου, μέ τήν ὁποία ζητοῦσε ἀπό τούς Ἕλληνες Ἱεράρχες νά γίνη ἀποδεκτή ἡ Πράξη τοῦ 1928, ὅπερ καί ἐγένετο. Κατ’ ἀντίστοιχο τρόπο καί στίς ἡμέρες μας ἡ παρέμβαση τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως τόσο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὅσο καί στό Πατριαρχεῖο Ἀλεξανδρείας ὑπῆρξαν ἀποφασιστικές, ὥστε νά εὐοδωθοῦν οἱ ἐνέργειες τοῦ Πατριάρχη Βαρθολομαίου, νά ἀναγνωρισθοῦν δηλαδή οἱ σχισματικοί καί οἱ ἀχειροτόνητοι. Καί μάλιστα ἡ παρέβαση ἔγινε μέ τήν παρουσία στήν Ἀθήνα τοῦ ἀμερικανοῦ ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν κ. Πομπέο λίγες ἡμέρες πρίν τήν ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας γιά τό οὐκρανικό.
Αἱ κολακεῖαι πρός τό Φανάρι ἀποτελοῦν πρᾶξιν ἀσύνετον
Ἡ μεγάλη ἐκκλησιαστική κρίση πού ἔχει ξεσπάσει στίς ἡμέρες μας μέ ἀφορμή τό οὐκρανικό ζήτημα σίγουρα εἶναι συνέχεια ἐκείνης τῆς κρίσεως πού ἐκδηλώθηκε στήν Ἀθήνα τὴν ἐποχὴ τοῦ μακαριστοῦ Χριστοδούλου. Στό φύλλο τοῦ Ο.Τ. τῆς 10 Ἰανουαρίου στό ἐμπερίστατο ἄρθρο τοῦ κ. Παναγιώτη Κατραμάδου τονίζεται ὅτι οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχες μέ τό πόρισμα γιά τό οὐκρανικό πού ἐνέκριναν καί μάλιστα χωρίς νά τό διαβάσουν, παραδίδουν κυριαρχικά δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο καί ἔμμεσα καταργεῖται τό αὐτοκέφαλο. Νά μή παραθεωροῦμε ὅτι στήν σύνοδο τῆς Κρήτης ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὅταν τέθηκε τό πρόβλημα τῶν Μητροπόλεων τῆς βορείου Ἑλλάδος, προφορικά καί ὄχι γραπτά εἶχε βεβαιώσει ὅτι τό καθεστώς σέ αὐτές δέν θά θιγῆ καί μάλιστα εἶχε τονίσει ὅτι θά συνεχίζη νά δρᾶ ὡς οἱ Μητροπόλεις αὐτές νά τοῦ ἀνήκουν. Ἄρα τό «ἄχρι καιροῦ» τῶν Μητροπόλεων τῆς βορείου Ἑλλάδος ἐναπόκειται στόν χρόνο καί στόν Πατριάρχη γιά τό πότε θά ἐκδηλωθῆ. Γιά τόν λόγο αὐτό ἡ ἐκκλησιαστική κρίση ἐπί Χριστοδούλου μᾶς βοηθᾶ, γιά νά κατανοήσουμε ὅτι:
• ἡ προσέγγιση μέ τήν Ρωσική Ἐκκλησία εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀφοῦ τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως στόχο ἔχει καί τήν Ρωσική Ἐκκλησία νά ταπεινώση, ἐπιβάλλοντας σχισματικές Ἐκκλησίες τύπου Οὐκρανίας, ἀλλά καί τό αὐτοκέφαλο τῆς Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος νά καταργήση, προσαρτώντας τίς Μητροπόλεις τῆς βορείου Ἑλλάδος.
• τόσο ὁ πολιτικός κόσμος τῆς Ἑλλάδος ἀλλά καί οἱ κοσμικοί παντοκράτορες στίς ὅποιες ἐκκλησιαστικές κρίσεις θά συμπαρατάσσωνται μέ τά συμφέροντα τοῦ Φαναρίου.
• τέλος, οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχες πρέπει νά ἀντιληφθοῦν ὅτι χαρίζοντας στό Φανάρι τήν ἐξουσία νά χορηγῆ αὐτοκεφαλίες, πρωτοκαθεδρίες, ψευδεῖς τίτλους τιμεῖς, κενά περιεχομένου πρωτεῖα τιμῆς, περγαμηνές σεπτῆς κορυφῆς καί πολλές ἄλλες φανταστικές ἐξουσίες διαπράττουν βαρύτατο ἔγκλημα κατά τῆς κανονικότητας τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι στά θέματα τῆς ἀληθείας δέν χωροῦν οὔτε τά μισόλογα οὔτε ἡ μισή ἀλήθεια. Τό ἀληθινό εἶναι πάντα ἀκέραιο. Οἱ κολακεῖες πρός τό Φανάρι ἀποτελοῦν ἀσύνετη πράξη, στήν ὁποία εἶχε περιπέσει καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, καί ἀποδυναμώνει τόν ἀγώνα γιά τήν ἐπιβολή τῆς κανονικότητας στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως δέν εἶναι ἡ κορυφή τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ὅπως καί κάθε ἄλλη Ἐκκλησία δέν «ἀκολουθεῖ αὐτό εὐλαβῶς». Κορυφή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός καί αὐτόν «ἀκολουθοῦν εὐλαβῶς» ὅλες οἱ Ἐκκλησίες. Ἐάν οἱ Ἕλληνες Ἱεράρχες δέν ἀναθεωρήσουν τήν στάση τους, θά εἶναι «ἀνυπολόγιστες οἱ συνέπειες τόσο κατά τῆς ΕΛΛΑΔΟΣ ΟΣΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ».
Τοῦ κ. Γεωργίου Τραμπούλη




