Γράφει ὁ π. Γεράσιμος Βουρνᾶς
Στήν Ἐκκλησία – θά ἔπρεπε νά – πηγαίνουμε γιά νά βροῦμε τό φῶς μας, τήν χαμένη ὅρασή μας. Ἀδυνατοῦμε νά δοῦμε καθαρά, ὄχι μόνο τά Οὐράνια, ἀλλά καί αὐτά ἀκόμη τά ἐπίγεια. Ἡ ἔλλειψη ὁρατότητας εἶναι ἡ ἀσθένεια τῆς ἐποχῆς μας. Εἴτε πρόκειται γιά θέματα πού ἀφοροῦν στήν προσωπική ζωή τῶν ἀνθρώπων, εἴτε στήν ζωή τοῦ κράτους, ἡ μιά ἐπιλογή πού κάνουμε εἶναι χειρότερη ἀπό τήν ἄλλη. Φθάνει μόνο νά δεῖ κανείς τί ψηφίζουν στὶς ἐκλογές οἱ θρησκευόμενοι στήν χώρα μας, τίς τελευταῖες δεκαετίες.
Ἔτσι, ἐνῷ θά περίμενε κανείς οἱ ἐκκλησιαζόμενοι νά ἔχουν μιά πιό διευρυμένη ὀπτική, πού νά θυμίζει σέ κάτι τήν ὀπτική τοῦ Χριστοῦ μας, δυστυχῶς, οἱ πολλοί πηγαίνουν στήν Ἐκκλησία, ὄχι γιά νά βροῦν τό φῶς τους, ἀλλά ὡς αὐτόκλητοι φωστῆρες τῆς οἰκουμένης, γιά νά ἀναλάβουν τόν ρόλο τῆς διαφωτίσεως τῶν ἄλλων.
Ἡ Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς μέτρο, γιά νά δοῦμε ποῦ βρίσκεται ἡ ὁρατότητά μας. Μέσα ἀπό τήν διήγηση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τῆς ἡμέρας βλέπουμε νά περνοῦν ἀπό μπροστά μας ἄνθρωποι ὅλων τῶν βαθμῶν ὁρατότητας κι ἐμεῖς αὐτό πού ἔχουμε νά κάνουμε εἶναι νά συνειδητοποιήσουμε ποῦ βρισκόμαστε, τί πρέπει νά ἀποφύγουμε, ἀλλά καί ποῦ μποροῦμε νά φτάσουμε, ἄν θελήσουμε οἱ ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς μας νά γίνουν ὑγιεῖς.
Ὅπως καί σέ κάθε ἄλλη περίπτωση, ἔτσι καί ἐδῶ, μέτρον πάντων εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός[1]. Μέτρον τῆς ὁρατότητάς μας εἶναι ὁ Χριστός καί οἱ Θεανθρώπινες ἐνέργειές Του. Ὁ Χριστός μέ τό θαῦμα Του στόν ἐκ γενετῆς τυφλό, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ προαιώνιος Θεός Λόγος, διά τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη τό πᾶν. Ἄν δημιούργησε ἀπό τό τίποτα τό «μέρος» τοῦ ἀνθρωπίνου σώματος ἐκεῖνο «τό κάλλιστον», τό μάτι δηλαδή, ἀναμφίβολα τότε Αὐτός εἶναι καί ὁ δημιουργός τοῦ ὅλου σώματος τοῦ ἀνθρώπου καί ποιητής τῶν ἁπάντων[2]. Ὅταν ὁ Χριστός ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ κατάσταση τοῦ Τυφλοῦ δέν ὀφειλόταν οὔτε στίς προσωπικές του ἁμαρτίες ἤ σέ αὐτές τῶν γονέων του, ἀλλά «ἵνα φανερωθῇ τά ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ», αὐτό πού λέει κατ’ οὐσίαν εἶναι «ἵνα γνωρισθῶ δι’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ εἰμί λιτός ἄνθρωπος, ἀλλά Θεός κραταιός»[3].
Φανερώνει ὁ Χριστός τήν Θεότητά Του λοιπόν καί ἐνώπιον αὐτῆς τῆς φανέρωσης ἀξιολογεῖται ἡ ὁρατότητα τοῦ καθενός μας. Ἄραγε, ἀνήκουμε στούς ὄχλους πού συζητοῦσαν περί τοῦ θαύματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως πολλοί σήμερα, πού βλέπουν περίεργα καί ἐντυπωσιακά πράγματα, ἰδίως στό διαδίκτυο, χωρίς ὅμως νά τούς ἀγγίζουν βαθύτερα αὐτά πού εἶδαν; Ἤ μήπως μοιάζουμε στούς ἐπίσημους Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, αὐτούς πού εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχήν «ἀνόητοι» καί «τυφλοί» ἄνθρωποι τότε καί σέ κάθε ἐποχή;[4]. Γιατί εἶναι λίγοι οἱ ἐπίσημοι ἐκεῖνοι πού μοιάζουν στόν εὐσχήμονα ἅγιο Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος δέν δίστασε νά φανερώσει ὅτι εἶναι μαθητής τοῦ Χριστοῦ, μέ τό νά ζητήσει τό σῶμα τοῦ Δασκάλου του ἀπό τόν Πιλᾶτο, θέτοντας σέ κίνδυνο ὄχι μόνο τό ἀξίωμά του, ἀλλά καί τήν ἴδια του τήν ζωή[5]. Οἱ ἐπίσημοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλά καί τῆς δικῆς μας ἐποχῆς, δέν βάζουν τίποτε πάνω ἀπό τό ἀξίωμά τους, τήν θεσούλα τους. Δέν νοιάζονται γιά τήν ἀλήθεια. Γι’ αὐτούς ἀλήθεια εἶναι ὅ,τι τούς ἐξασφαλίζει τήν μάταιη δόξα τῶν ἀνθρώπων. «Ἀνόητοι καί παχυκάρδιοι», ἀναφωνεῖ ὁ ἅγιος Ἀστέριος Ἀμασείας, «ποῦ ξαναείδατε τέτοιο πρᾶγμα; Τυφλός ἐκ γενετῆς νά ἀποκτᾶ ὀφθαλμούς καί τό φῶς του;»[6]. Ἐπιχειροῦν μέ κάθε τρόπο νά ἀνατρέψουν τήν ἀλήθεια αὐτοῦ πού συνέβη. Δέν ἔχουν ἀμφιβολίες γι’ αὐτό πού ἔγινε, ἀφοῦ ἔγινε ἐνώπιον ὅλων. Βλέπουν τό θαῦμα, ἀλλά προσπαθοῦν νά ὑποβαθμίσουν στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων Ἐκεῖνον πού τό ἐποίησε. Αὐτό κάνουν ἀνά τούς αἰῶνες οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ, ἐπιχειροῦν νά σπείρουν τόν τρόμο, ἀπομονώνοντας κάθε ἕνα ξεχωριστά καί κάνοντάς του συνεχῶς τίς ἴδιες ἐρωτήσεις μέχρι νά λάβουν τήν ἀπάντηση πού θέλουν[7]. Γνωρίζουν ὅτι οἱ πιό πολλοί ἐξ αἰτίας τῆς ἀδυναμίας τους, νιώθουν δέος γιά τίς “ἀρχές καί τίς ἐξουσίες” τοῦ κόσμου μας, ἔστω καί ἄν αὐτός πού φέρει τό ἀξίωμα εἶναι κούφιος, ἤ ἀκόμα χειρότερα κλέπτης καί ληστής, κάπηλος τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά χωρίς ἴχνος ἀπό τό ἦθος Του. Ἔτσι, οἱ Ἰουδαῖοι πρῶτα πιάνουν τόν Τυφλό καί τόν ἀρχίζουν στίς ἐρωτήσεις, ὕστερα, ἐπειδή δέν παίρνουν τήν ἀπάντηση πού θέλουν, πιάνουν ξεχωριστά τούς γονεῖς του, μήπως καί τούς “πάρουν λόγια” κι ἐκεῖνοι, διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων, «ἵνα μή ἀποσυνάγωγοι γένωνται» ἀποφεύγουν νά μιλήσουν μέ παρρησία γιά τό ἴδιο τους τό παιδί καί διαχωρίζουν τήν θέση τους ἀπό ἐκεῖνο. Ἀπαντοῦν: «ἡλικίαν ἔχει, αὐτόν ἐρωτήσατε», δηλαδή σάν νά λένε «μή μᾶς ἀνακατεύετε ἐμᾶς». Μάλιστα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, αὐτή τήν ἀποστασιοποίηση τῶν γονέων, τήν περιγράφει ὡς ἄρνηση τοῦ υἱοῦ τους, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ὅτι «οὗτος (ἐνν. ὁ Τυφλός) μέν τῶν γονέων διεπτύσθη»[8]. Αὐτό εἶναι τό ἦθος τῶν Ἁγίων μας, θέλουν ἀπό ἐμᾶς νά μή βάζουμε ὑπεράνω τῆς Ἀληθείας καμία ἀρχή καί καμιά ἐξουσία ἐπίγειο.
Ὁ Τυφλός, ὁδηγεῖται μετά τό θαῦμα τοῦ Χριστοῦ βῆμα-βῆμα πρός τό νά Τόν γνωρίσει. Μέσα ἀπό τό θαῦμα πού τοῦ ἔγινε προσπαθεῖ καί τελικά γνωρίζει περισσότερο τόν Χριστό, ὅτι εἶναι, ὄχι ἁπλῶς ἕνας Προφήτης, ἀλλά ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Δέν βάζει κανένα πάνω ἀπό τήν ἀλήθεια καί καμιά σκοπιμότητα. Ὁ Τυφλός τελικά γίνεται «τῶν βλεπόντων ὁδηγός»[9]. Ἀπαντᾶ μέ σεβασμό, ἀλλά καί μέ σταθερότητα, λογική καί παρρησία στίς ἔντεχνες ἐρωτήσεις τῶν Ἰουδαίων, πού προσπαθοῦν νά τόν παγιδεύσουν ἀπειλῶντας τον ἔμμεσα καί ἐκεῖνον ὅτι θά τόν κάνουν ἀποσυνάγωγο. Τούς ἀπαντᾶ ὅτι ὑποστηρίζουν πώς ἐκεῖνοι εἶναι μαθητές τοῦ Μωϋσῆ, στήν πραγματικότητα ὅμως δέν ποιοῦν τίποτα πού νά ὑποδεικνύει ὅτι τοῦ μοιάζουν, γιατί, ἄν ἦταν μαθητές του, θά ἔπρεπε νά τελοῦν καί ἔργα δυνάμεως, ὅπως ὁ δάσκαλός τους καί ὅπως ἀκριβῶς οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἐποίησαν καί ποιοῦν μέχρι σήμερα, τά ἴδια καί ἀκόμα μεγαλύτερα σημεῖα μέ Ἐκεῖνον[10]. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἀποδίδοντας ἑρμηνευτικά τά λόγια καί τήν στάση τοῦ Τυφλοῦ, βάζει στό στόμα του τά ἑξῆς: Λέτε ὅτι δέν ξέρετε ποιός εἶναι ὁ Χριστός. «Οὐκ οἴδατε, ἐπειδή πρός φόνον αὐτόν ζητεῖτε. Οἴδατε δέ καί τίς ἐστι καί πόθεν ἐστίν. Ὅτε γάρ παρά Ἡρώδου ἠρωτᾶσθε, ποῦ ὁ Χριστός γεννᾶται, εὐθυβόλως καί τόν τόπον καί τόν τρόπον ἀνηγγείλατε λέγοντες, ὅτι ἐν Βηθλεέμ γεννᾶται. Ὅτε πρός φονοκτονίαν ἐπιζητεῖται, γνωρίζετε· ὅτε δέ πρός θαυματουργίαν ἐνδείκνυται, οὐ γνωρίζετε»[11]. Μέ ἄλλα λόγια, μή λέτε ὅτι δέν ξέρετε ποιός εἶναι ὁ Χριστός. Ξέρετε πολύ καλά, ἀλλά φθονεῖτε, θέλετε νά τόν βγάλετε ἀπό τήν μέση. Ξέρετε καί Ποιός εἶναι καί ἀπό ποῦ ἔρχεται, γιατί ὅταν σᾶς ρωτοῦσε ὁ Ἡρώδης ποῦ ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός, γιά νά Τόν σκοτώσει, τότε, ἑρμηνεύοντας τίς Γραφές, τοῦ τά εἴπατε ὅλα “χαρτί καί καλαμάρι”, ἐνῶ τώρα πού διατρανώνεται μάλιστα μέ θαῦμα πρωτάκουστο ἡ θεότητά Του, λέτε ὅτι δέν γνωρίζετε;
Δυστυχῶς μοιάζουμε σέ πολλά μέ τούς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι κι ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, ὅταν ἀναλαμβάνει μιά θέση εὐθύνης προσπαθεῖ νά βγάλει ἀπό τήν μέση ὅποιον διαφωνεῖ μαζί του, ἀλλά, ὅταν πρόκειται νά ὑπερασπιστοῦμε τό δίκαιο καί τήν ἀλήθεια ὑπολογίζουμε τό… κόστος. Μήπως λοιπόν δέν θά πράτταμε κι ἐμεῖς τά ἀνάλογα στόν Χριστό, ἐάν ζούσαμε τήν ἐποχή ἐκείνη;
Πολλοί ἀποροῦν μέ τόν Τυφλό, ποῦ βρῆκε τό σθένος νά ἀντιταχθεῖ στίς ἀνοησίες τῆς δῆθεν πνευματικῆς ἐλίτ τῶν Ἰουδαίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀπαντᾶ: «Τί λέγεις, ὦ φίλε; Σίδηρος πυρί προσομιλήσας πυρακτοῦται, καί στομωθείς ὀξύτατα τέμνει· καί οὗτος τῶν Δεσποτικῶν χειρῶν ἀξιωθείς, καί τοῦ θεϊκοῦ ἐμπτύσματος, οὐκ εἶχεν ἀσυλλόγιστα κατά τῶν παρανόμων ρητόρων σοφιστεύειν;»[12].
Ὁ Τυφλός ἔλαβε τό ἄγγιγμα τοῦ Δεσπότου τῶν ὅλων Χριστοῦ, εἶναι δυνατόν νά μή ξέρει, χωρίς δεύτερη σκέψη, τό πῶς νά σταθεῖ καί νά μιλήσει ὑπέρ τῆς Ἀληθείας ἀπέναντι στόν ὁποιονδήποτε, πού νομίζει ὅτι ἐπειδή ἔλαβε κάποιο ἀξίωμα ἔχει καί ἀξία;[13]. Ἐμεῖς πού λαμβάνουμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, πῶς δέν μοιάζουμε στόν τυφλό; Τί ἔχουμε πάθει; Γιατί δέν πυρακτώνεται ἡ καρδιά μας ἀπό Θεῖο ἔρωτα; Γιατί ἐπιμένουμε νά εἴμαστε τυφλοί ἐξ ἐπιλογῆς;
Σημειώσεις:
[1] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος, Μελετήματα Ὀρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Παπαδημητρίου, Ἀθῆναι, 1987, σελ. 146. [2] Ἁγ. Ἀστερίου Ἀμασείας, Εἰς τόν ἐκ κοιλίας τυφλόν, PG 40, 253C. [3] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, Ὁμιλία εἰς τόν ἐκ γενετῆς τυφλόν, PG 28, 1008Α. [4] Ἁγ. Ἀστερίου Ἀμασείας, ὅ. π., PG 40, 252B. [5] Πρωτ. Βασιλείου Ἐ. Βολουδάκη, Ἡ τόλμη τοῦ Ἁγίου Ἰωσήφ καί ἡ ταφή τῆς Ἀλήθειας!, στό youtu.be, ἀντλήθηκε στίς 16/5/2025. [6] Ἁγ. Ἀστερίου Ἀμασείας, ὅ. π., PG 40, 257C. [7] Πρωτ. Βασιλείου Ἐ. Βολουδάκη, Διαδικτυακή Ὁμιλία μέ τίτλο: ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΙ, Ή ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ ΤΥΦΛΟΙ;, στό youtu.be, ἀντλήθηκε στίς 16/5/2025. [8] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅ.π., PG 28, 1005ΑB. [9] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅ.π., PG 28, 1008C. [10] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅ.π., PG 28, 1020A. [11] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅ. π., PG 28, 1020C. [12] Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου, ὅ.π., PG 28, 1020CD. [13] Συχνὰ ὁ Πνευματικός Πατέρας καὶ Διδάσκαλός μας, π. Βασίλειος Βολουδάκης, ἐτόνιζε αὐτή τήν διάκριση, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἀγνοεῖται, ὅτι δηλαδή, ἀντί νά γίνουμε ἄνθρωποι μέ ἀξία, ἐπιδιώκουμε τά ἀξιώματα. Βλ. Πρωτ. Βασιλείου Ἐ. Βολουδάκη, ἐκπομπή στό Ραδιόφωνο τῆς“Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας”, μὲ τίτλο: Ο ΙΩΣΗΦ ΦΑΝΕΡΩΝΕΙ ΟΤΙ Η ΑΞΙΑ ΚΑΤΑΞΙΩΝΕΙ ΤΟ ΑΞΙΩΜΑ, στό youtu.be, ἀντλήθηκε στίς 17/5/2025.




