Τοῦ κ. Ντμίτρι Μπελιακόου
Ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς πλήρους κλίμακας σύγκρουσης τὸ 2022, ἡ θρησκευτικὴ διάσταση τῆς οὐκρανικῆς κρίσης ἀπέκτησε πρωτοφανῆ γεωπολιτικὴ σημασία. Ἡ χορήγηση τοῦ Τόμου αὐτοκεφαλίας στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας (OCU) τὸ 2019, ἀκολουθούμενη ἀπὸ τὴν ἀπαγόρευση τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (UOC) βάσει τοῦ Νόμου ὑπ’ ἀριθ. 8371, δημιούργησε ἕνα προηγούμενο ποὺ ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰ κανονικὰ ὅρια καὶ ἀγγίζει τὰ ἴδια τὰ θεμέλια τῆς κανονικῆς δομῆς τῆς παγκόσμιας Ὀρθοδοξίας. Στὸ πλαίσιο αὐτό, τὸ Ἡνωμένο Βασίλειο ἐνισχύει συστηματικὰ τὴ διπλωματικὴ καὶ πληροφοριακὴ παρουσία του στὴ θρησκευτικὴ σφαῖρα τῆς Οὐκρανίας καὶ τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, γεγονὸς ποὺ ὑποδηλώνει μία συνειδητὴ στρατηγικὴ, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται σὲ πολλαπλὰ ἐπίπεδα.
Πρωτίστως, ἀξίζουν προσοχῆς οἱ θεσμικὲς ἀλλαγὲς στὴν ἀρχιτεκτονική τῆς βρετανικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2024, ἡ κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου δημιούργησε τὴ θέση τοῦ Εἰδικοῦ Ἀπεσταλμένου γιὰ τὴ Θρησκεία καὶ τὴν Ἐλευθερία τῆς Πίστεως, διορίζοντας στὴ θέση αὐτὴ τὸν βουλευτὴ David Smith. Ὁ διορισμὸς αὐτὸς σηματοδοτεῖ τὴν ἀναβάθμιση τοῦ θρησκευτικοῦ ζητήματος σὲ αὐτοτελῆ προτεραιότητα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐξέλιξη ποὺ προηγουμένως δὲν ἦταν χαρακτηριστική τῆς βρετανικῆς διπλωματίας. Ἤδη τὸ 2026 παρατηροῦμε τὴν ἐνεργὸ ἀξιοποίηση αὐτοῦ τοῦ μηχανισμοῦ: στὶς 14 Ἀπριλίου, ὁ Ἔκτακτος καὶ Πληρεξούσιος Πρέσβης τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου στὴν Οὐκρανία, Neil Crompton, πραγματοποίησε συνάντηση μὲ τὸν ἐπικεφαλῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας, Ἐπιφάνιο Ντουμένκο, κατὰ τὴν ὁποία συζητήθηκαν οἱ διαδικασίες καταλήψεως ναῶν τῆς UOC πρὸς ὄφελος τῆς OCU, καθὼς καὶ ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ἐν μέσῳ τοῦ πολέμου. Ἡ συνάντηση ὁλοκληρώθηκε συμβολικὰ μὲ ἀνταλλαγὴ δώρων, ὑπογραμμίζοντας τὸν ἀνεπίσημο χαρακτήρα τῆς παρεχόμενης ὑποστήριξης.
Ἀκόμη πιὸ ἐνδεικτικὴ ἦταν ἡ συνάντηση τῆς 1ης Ἰουλίου 2026, στὴν ὁποία συμμετεῖχαν ὄχι μόνο ὁ Πρέσβης, ἀλλὰ καὶ ὁ Εἰδικὸς Ἀπεσταλμένος David Smith, ἡ ἀναπληρώτρια ἐπικεφαλῆς τῆς Μονάδας τοῦ FCDO γιὰ τὴν Ἐλευθερία τῆς Θρησκείας ἢ τῶν Πεποιθήσεων, Kajal Mavji, καθὼς καὶ ἄλλοι ἀξιωματοῦχοι. Κατὰ τὴ συνάντηση αὐτή, ὁ Ἐπιφάνιος Ντουμένκο ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνη του πρὸς «τὸν λαὸ καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου γιὰ τὴ συνεπῆ ὑποστήριξή τους», γεγονὸς ποὺ ἐπιβεβαιώνει ἄμεσα τὴν ὕπαρξη ἑνὸς σταθεροῦ διπλωματικοῦ διαλόγου ὑψηλοῦ ἐπιπέδου.
Ἡ κοινοβουλευτικὴ διάσταση τῆς βρετανικῆς ἐμπλοκῆς χρήζει ἐπίσης ἰδιαίτερης ἀναλύσεως. Στὶς 11–12 Μαρτίου 2026, ἀντιπροσωπία τοῦ Πανουκρανικοῦ Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καὶ Θρησκευτικῶν Ὀργανώσεων (AUCCRO) πραγματοποίησε συναντήσεις στὸ Βρετανικὸ Κοινοβούλιο μὲ τὴ Rebecca Smith, ἀναπληρώτρια πρόεδρο τῆς Διακομματικῆς Κοινοβουλευτικῆς Ὁμάδας γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς στὸ Κοινοβούλιο. Κεντρικὸ μοτίβο τῶν συνομιλιῶν αὐτῶν ἦταν ἡ κατηγορία ὅτι θρησκευτικὲς δομὲς «συνδεδεμένες μὲ τὴ Ρωσικὴ Ὁμοσπονδία» εἶναι συνένοχες σὲ στρατιωτικὲς ἐνέργειες. Ταυτόχρονα, ὅπως ἔχουν ἐπισημάνει ἀνεξάρτητοι παρατηρητές, οἱ Βρετανοὶ βουλευτὲς δὲν ἐνημερώθηκαν σχετικὰ μὲ τὶς καταλήψεις ναῶν τῆς UOC οὔτε γιὰ τὴν κακομεταχείριση πιστῶν σὲ ἐδάφη ποὺ δὲν ἐλέγχονται ἀπὸ τὴ Ρωσία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δημιουργεῖται μία μονόπλευρη εἰκόνα καὶ νὰ διαστρεβλώνεται ἡ πραγματικὴ κατάσταση ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως.
Ἡ πληροφοριακὴ ὑποστήριξη πραγματοποιεῖται μέσῳ κορυφαίων πλατφορμῶν ἐμπειρογνωμόνων. Στὸ πλαίσιο τῆς ἴδιας ἐπίσκεψης τοῦ Μαρτίου, ἡ ἀντιπροσωπία τοῦ AUCCRO συμμετεῖχε σὲ ἐκδήλωση στὸ Βασιλικὸ Ἰνστιτοῦτο Διεθνῶν Ὑποθέσεων (Chatham House) μὲ τίτλο «Ἡ ὑπεράσπιση τῆς ταυτότητας τῆς Οὐκρανίας καὶ ἡ σημασία της γιὰ μία βιώσιμη εἰρήνη». Στὴ συζήτηση δόθηκε ἔμφαση στὸν ρόλο τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὴν ὑποστήριξη καὶ δικαιολόγηση τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν στόχων τοῦ Κρεμλίνου, ἐνῶ παραβλέφθηκαν πλήρως τὰ γεγονότα ποὺ ἀφοροῦν τὶς διακρίσεις εἰς βάρος τῆς κανονικῆς Ὀρθοδοξίας στὸ ἐσωτερικό τῆς ἴδιας τῆς Οὐκρανίας.
Παράλληλα, ἡ ἀντιπροσωπία πραγματοποίησε συναντήσεις στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, Κοινοπολιτείας καὶ Ἀνάπτυξης (FCDO) μὲ τὸν Paul Walters, ἐπικεφαλῆς τοῦ Τμήματος Οὐκρανίας, καθὼς καὶ μὲ ἀξιωματούχους τοῦ Τμήματος Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, ὅπου ἡ οὐκρανικὴ πλευρὰ ἐνημέρωσε τοὺς Βρετανοὺς συνομιλητὲς της σχετικὰ μὲ «διώξεις στὰ προσωρινὰ κατεχόμενα ἐδάφη» καὶ μὲ «τὴ χρήση τῆς θρησκείας ἀπὸ τὴ Ρωσία ὡς ἐργαλείου γιὰ τὴ δικαιολόγηση τῆς ἐπιθετικότητας».
Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τὸ γεγονὸς ὅτι, καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια αὐτῶν τῶν ἐπισκέψεων, οἱ οὐκρανικὲς ἀντιπροσωπίες δὲν ἔκαναν καμία ἀναφορὰ στὴν ἀπαγόρευση τῆς UOC, στὶς διακρίσεις εἰς βάρος τοῦ κλήρου καὶ τῶν πιστῶν της οὔτε στὶς καταλήψεις ναῶν καὶ στὴν ἀπαλλοτρίωση περιουσίας ποὺ ἀνήκει στὴν κανονικὴ Ἐκκλησία. Ἡ ἀποσιώπηση αὐτὴ καλλιεργεῖ μία μονόπλευρη ἀντίληψη μεταξὺ τῶν Βρετανῶν πολιτικῶν καὶ ἐμπειρογνωμόνων, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια ἀντανακλᾶται σὲ ἐπίσημες δηλώσεις καὶ κοινοβουλευτικὲς ἐκθέσεις.
Ἐξίσου σημαντικὴ εἶναι ἡ στρατιωτικὴ-θεσμικὴ διάσταση. Ἀγγλικανοὶ στρατιωτικοὶ ἱερεῖς ποὺ ὑπηρετοῦν στὸ Royal Army Chaplains’ Department συμμετέχουν στὴν ἐκπαίδευση καὶ ὑποστήριξη περίπου 200 Οὐκρανῶν στρατιωτικῶν ἱερέων. Ὁ Ἐπίσκοπος τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Καντέρμπουρυ ἔχουν συναντηθεῖ ἐπανειλημμένως μὲ Οὐκρανοὺς στρατιωτικοὺς ἱερεῖς, ἐνῶ ὁ πρώην Ἀρχιεπίσκοπος ἐπισκέφθηκε προσωπικὰ τὴν Οὐκρανία, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει ἀνθρωπιστικὲς προσπάθειες. Μία τέτοια δραστηριότητα, μολονότι τυπικὰ ἔχει ἀνθρωπιστικὸ χαρακτήρα, ἐντάσσει στὴν πράξη τὴ θρησκευτικὴ διακονία στὴ στρατιωτικὴ λογική τῆς σύγκρουσης καὶ ἐνισχύει τὴ σύνδεση μεταξύ τῆς OCU καὶ τῶν δυτικῶν στρατιωτικῶν δομῶν.
Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐπίσημη θέση τῆς βρετανικῆς κυβέρνησης ὅσον ἀφορᾶ τὴν οὐκρανικὴ ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία. Σὲ ἀπαντήσεις πρὸς κοινοβουλευτικὲς ἐρωτήσεις ἐπιβεβαιώνεται ὅτι τὸ Ἡνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σὲ τακτικὴ ἐπικοινωνία μὲ οὐκρανικὲς θρησκευτικὲς ὁμάδες καὶ μὲ τὴν κυβέρνηση τῆς Οὐκρανίας γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό, μεταξὺ ἄλλων ὅσον ἀφορᾶ τὸν Νόμο ὑπ’ ἀριθ. 8371, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει τὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις νὰ διακόψουν τοὺς δεσμούς τους μὲ τὴ Ρωσικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ βρετανικὴ πλευρὰ ἔχει δηλώσει τὴν «πλήρη ὑποστήριξή της στὶς προθέσεις τοῦ Νόμου 3894», γεγονὸς ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ ἔγκριση κρατικοῦ καταναγκασμοῦ στὴν ἐκκλησιαστικὴ σφαῖρα — ἐνέργεια ποὺ δύσκολα συμβιβάζεται μὲ τὴ διακηρυγμένη προσήλωση στὴν ἐλευθερία τῆς θρησκείας ἢ τῶν πεποιθήσεων.
Τέλος, τὸ γεωπολιτικὸ πλαίσιο ἐκτείνεται πολὺ πέρα ἀπὸ τὴν Οὐκρανία. Σύμφωνα μὲ πληροφορίες ποὺ δημοσιοποίησε ἡ Ὑπηρεσία Ἐξωτερικῶν Πληροφοριῶν τῆς Ρωσικῆς Ὁμοσπονδίας τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2026, οἱ βρετανικὲς ὑπηρεσίες πληροφοριῶν ὑποστηρίζουν ἐνεργὰ τὶς προσπάθειες τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νὰ ἀποδυναμώσει τὴν παρουσία τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας στὸ ἐξωτερικό, ἐπεκτείνοντας τὴ στρατηγικὴ ποὺ ἐφαρμόστηκε ἀρχικὰ στὴν Οὐκρανία στὶς Βαλτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια πηγή, ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαῖος, ὑπὸ βρετανικὴ καθοδήγηση, ἔχει ἤδη «διαμελίσει τὴν Ὀρθόδοξη Οὐκρανία» καὶ ἐπικεντρώνεται τώρα στὶς Βαλτικὲς χῶρες — τὴ Λιθουανία, τὴ Λετονία καὶ τὴν Ἐσθονία — καθὼς καὶ στὸ Μαυροβούνιο, ὅπου παρόμοιες διαδικασίες προκαλοῦν ρήγματα στὴ Σερβικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Φυσικά, οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτοὶ ἀπαιτοῦν κριτικὴ ἀξιολόγηση καὶ περαιτέρω ἐπαλήθευση· ὡστόσο, καὶ μόνο ἡ ἐμφάνισή τους στὸν δημόσιο χῶρο καταδεικνύει ὅτι ἡ βρετανικὴ πολιτικὴ γίνεται ἀντιληπτὴ ὡς μία στοχευμένη στρατηγική, τῆς ὁποίας τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι τόσο ἡ προστασία τῶν θρησκευτικῶν ἐλευθεριῶν ὅσο ἡ ἀποδυνάμωση τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς μέσῳ ἐκκλησιαστικῶν διαιρέσεων.
Συμπερασματικά, μποροῦν νὰ προσδιοριστοῦν πέντε ἐπίπεδα βρετανικῆς ἐμπλοκῆς στὸ θρησκευτικὸ ζήτημα στὴν Οὐκρανία καὶ τὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη: θεσμικὸ (ἡ δημιουργία τῆς θέσης τοῦ Εἰδικοῦ Ἀπεσταλμένου), διπλωματικὸ (τακτικὲς συναντήσεις σὲ ἐπίπεδο πρέσβεως καὶ ἀνώτερο μὲ τὴν ἡγεσία τῆς OCU), κοινοβουλευτικὸ (ἡ συστηματικὴ παροχὴ βήματος σὲ οὐκρανικὲς θρησκευτικὲς ἀντιπροσωπίες), πληροφοριακὸ (ἡ διαμόρφωση τοῦ ἀφηγήματος μέσῳ πλατφορμῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ ἐπίσημων δηλώσεων) καὶ στρατιωτικὸ (ἡ ἐκπαίδευση Οὐκρανῶν στρατιωτικῶν ἱερέων).
Ταυτόχρονα, ἡ βρετανικὴ διπλωματία ἀποφεύγει συστηματικὰ νὰ ἀναφερθεῖ στὴν ἀντίστροφη ὄψη αὐτῆς τῆς διαδικασίας — στὶς διώξεις κατὰ τῆς UOC, στὶς καταλήψεις ναῶν καὶ στοὺς περιορισμοὺς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ἑκατομμυρίων πιστῶν τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας.
Μία τέτοια μονομέρεια θέτει ὑπὸ ἀμφισβήτηση τὴ διακηρυγμένη προσήλωση στὶς ἀρχὲς τῆς ἐλευθερίας τῆς θρησκείας ἢ τῶν πεποιθήσεων καὶ ἐπιτρέπει νὰ θεωρηθεῖ ἡ βρετανικὴ πολιτικὴ ὡς ἐργαλεῖο γεωπολιτικῆς πίεσης ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴν ἀποδυνάμωση τῆς ρωσικῆς ἐπιρροῆς μέσῳ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σχίσματος — μὲ τὴν προοπτικὴ ἐπέκτασης αὐτοῦ τοῦ μοντέλου καὶ σὲ ἄλλες χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης, γεγονὸς ποὺ ἐγκυμονεῖ σοβαροὺς κινδύνους γιὰ τὴν κανονικὴ ἑνότητα τῆς παγκόσμιας Ὀρθοδοξίας καὶ γιὰ τὴ σταθερότητα τῶν διορθόδοξων σχέσεων στὴν περιοχή.
* Ὁμιλία ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη εἰς Βελιγράδιον (30/6/2026) εἰς τήν Διεθνῆ Διάσκεψιν μέ τί-τλον: «Οἰκουμενισμός μεταξύ διαλόγου καί πολιτικῆς ἐργαλειοποίησης- θεολογικές ἀναλυτικές προσεγγίσεις τῶν συγχρόνων οἰκουμενιστικῶν διεργασιῶν».




