Τοῦ κ. Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Ἡ Ἐκκλησία βιώνει μία λυπηρὴ μορφὴ διάσπασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὸ πρόβλημα ὡς “διμερές”, ὡς δηλαδὴ ἕνα πρόβλημα ποὺ ἀφορᾶ ἀποκλειστικὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας. Τὸ οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, δὲν εἶναι “διμερὲς” πρόβλημα, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ ἀποφασίσει γι’ αὐτό. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ μάλιστα, ποὺ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ οὐκρανικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος ἐπῆλθε διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, δὲν ἀφήνει περιθώρια ἀμφιβολίας γι’ αὐτό.
Ὅταν κανεὶς ἀντιμετωπίσει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε διάσπαση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ὡς “διμερὲς” πρόβλημα, μὲ τὴν τροπὴ – ἀνατροπὴ ποὺ δυστυχῶς ἔχει πάρει τὸ πρόβλημα, συνεπακόλουθη εἶναι καὶ ἡ ἀντιπαλότητα. Ὅσο παρατείνεται ὁ χρόνος κλονισμοῦ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, τὸ πρόβλημα ὀξύνεται περισσότερο. Στὸν κλονισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, θέση ἔχει ἔστω καὶ ἂν φαίνεται τοῦτο περίεργο, καὶ ἡ ἐχθρότητα τῶν διαδικτυακῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἀπαξιωτικῶν χαρακτηρισμῶν, ἡ ὁποία κατάντησε διαδικτυακὸ παίγνιο.
Ὁ κλονισμός τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας ἐξαιτίας τοῦ οὐκρανικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ προβλήματος δυστυχῶς παρατείνεται. Τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀγωνιᾶ. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς ὅμως γιὰ Συνοδικὴ ἐπίλυσή του. Ὡς ἐκ τούτου εἶναι παντελῶς μάταιο νὰ τολμήσει κανεὶς νὰ ἐπαναλάβει αὐτὸ ποὺ τονίζει ὁ Γέροντας Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ὅτι “Σύνοδος πάντοτε ἀποφασίζει τὴν ἀποκατάστασιν τῶν αἱρετικῶν ἢ σχισματικῶν”*. Ἀποτελεῖ ἐπίσης μάταιο τόλμημα νὰ προβάλει καὶ αὐτὸ ποὺ μὲ τόση σαφήνεια ἀναφέρει ὁ π. Ἐπιφάνιος, ὅτι “αἱ συνέπειαι τοῦ σχίσματος δὲν αἴρονται αὐτομάτως”*, “αἴρονται δι’ ἀποφάσεως Συνόδου. Αὐτὰ καὶ μόνον αὐτὰ γνωρίζει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία”*. Δυστυχῶς οἱ ἀρθρογράφοι ποὺ ἐπέλεξαν τὴ μονομέρεια, ἀντιμετωπίζουν τὶς ὑποδείξεις αὐτὲς τοῦ π. Ἐπιφανίου ὡς μὴ ὑπάρξασες.
Γιατί ἐξίστανται ὅταν ἀκοῦν γιὰ σύγκληση Συνόδου, γιὰ ἕνα θέμα ποὺ ἔγινε ἀφορμὴ για μία λυπηρὴ μορφὴ διάσπασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας; Δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ βιώσουμε μεγαλύτερη καὶ ὀδυνηρότερη διάσπαση, γιὰ νὰ συγκληθεῖ Πανορθόδοξη Σύνοδος; Τὸ πρόβλημα εἶναι ἐκκλησιαστικὸ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ ἀποφασίσει. Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι “διμερές”, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα, ποὺ ἀφορᾶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Ὁ δισταγμὸς γιὰ σύγκληση Συνόδου, παρατείνει ἐπικίνδυνα τὴ λυπηρὴ αὐτὴ μορφὴ διάσπασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας. Ἕνα ἄλλο πρόβλημα ὅσων ἀντιμετωπίζουν τὸ πρόβλημα ὡς “διμερές”, εἶναι καὶ ἡ λυπηρὴ χροιὰ τῆς ἀντιπαλότητας, ἀπὸ τὴν ὁποία δὲν λείπουν οἱ ὕβρεις καὶ οἱ ἀπαξιωτικοὶ χαρακτηρισμοί.
Ἡ “τόλμη” γιὰ ἀναφορὰ σὲ σύγκληση Συνόδου, μέχρι καὶ ὡς ρωσολαγνεία ἐκλαμβάνεται ἀπὸ κάποιους, τὴ στιγμὴ μάλιστα ποὺ κάποιοι προβάλλουν χωρὶς δισταγμὸ φωνὲς γιὰ ἐκχώρηση Αὐτοκεφαλίας σὲ σλαβικὰ σχισματικὰ μορφώματα, ποὺ πλέον ἀνήκουν σὲ νέα ἀνεξάρτητα κράτη. Αὐτοὶ μὲ τὸν τρόπο τους θὰ ἐγείρουν θέμα Αὐτοκεφαλίας καὶ σὲ ἀνεξάρτητα κράτη, ποὺ δὲν ἔχει ἐγερθεῖ ποτὲ θέμα Αὐτοκεφαλίας. Μὲ μονομέρειες καὶ ἐμπάθειες, κατ’ οὐσία τὴν Ἐκκλησία πολεμοῦν.
Ἡ προϋπόθεση τῆς συναίνεσης τῶν ὑπολοίπων Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἀναμφίβολα καταδεικνύει ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελικὰ ἀποφασίζει. Ὅσοι μὲ μὴ ἐκκλησιαστικὸ τρόπο θεωροῦν ὡς ἀκούσια καὶ ἁπλὰ “τυπικὴ” (ἢ μᾶλλον ἄτυπη) τὴ συναίνεση τῶν ὑπολοίπων Ἐκκλησιῶν, θεωροῦν ἀχρείαστη τὴ Συνοδικὴ ἐπίλυση τοῦ προβλήματος. Τὸ οὐκρανικὸ ἐκκλησιαστικὸ ζήτημα δὲν εἶναι “διμερὲς” πρόβλημα, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ ἀφορᾶ ὅλη τὴν Ἐκκλησία. Ἡ προϋπόθεση τῆς οὐσιαστικῆς συναίνεσης δείχνει ὅτι τελικὰ τὸ Αὐτοκέφαλο ἀποτελεῖ ἀπόφαση τῆς Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς δὲν τίθεται γι’ αὐτοὺς θέμα σύγκλησης Συνόδου, παρὰ τὸν κλονισμὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας.
* “Τὰ δύο ἄκρα” , Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου, Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος.




