Τὸ Ἄνθος τῆς Δουραχάνης

Share:

Λόγος τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης εἰς τὸν ἀείμνηστον πατέρα Ἀθανάσιον Χατζῆν

Γράφει ἡ κ. Μαρούλα Παπαευσταθίου-Τσάγκα Διδάκτωρ Ἱστορίας,

Συντονίστρια Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου Φιλολόγων

Περιφερειακοῦ Κέντρου Ἐκπαιδευτικοῦ Σχεδιασμοῦ (ΠΕΚΕΣ) Ἠπείρου 1ον

 

   Ὅταν κάποτε ὁ μπεηλερμπέης ἐκεῖνος[1] ἀντίκρισε ἀπὸ τὸν χιονισμένο Δρίσκο τὰ Γιάννινα καὶ ἀποφάσισε νὰ διασχίσει μὲ τὰ στρατεύματά του τὴν παγωμένη λίμνη ποὺ ἔμοιαζε μὲ πεδιάδα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φανταστεῖ πὼς τὸ μοναστήρι ποὺ ἔχτισε καὶ ἀφιέρωσε στὴν Παναγία -εὐγνωμονώντας γιὰ τὴ θαυμαστὴ σωτηρία τοῦ ἴδιου καὶ τοῦ ἱππικοῦ του- θὰ γνώριζε μία τέτοια λαμπρὴ πορεία στὶς μέρες μας. Ὅτι θὰ εἶχε στὸ τιμόνι του ἕνα τόσον ἄξιον ἀρχηγό. Τὸν ἡγούμενο πατέρα Ἀθανάσιο Χατζῆ, τὸν γνωστὸ σὲ ὅλους μας πάπα Θανάση τοῦ Ντουραχάν.

  Ὁ πατὴρ Ἀθανάσιος ἦταν μία σπάνια προσωπικότητα, ποὺ ὁ Θεὸς εὐδόκησε νὰ συναντήσουμε στὴ ζωή μας. Τὰ πλούσια χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα Ἐκεῖνος τὸν προίκισε, τὰ ἀξιοποίησε ὅλα, γιὰ νὰ δημιουργήσει μία πολιτεία  μέσα στὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων τόσο μικρή, ὅσο ἦταν δυνατὸν νὰ χωρέσει στὰ περιορισμένα ὅρια τῆς βραχώδους πλαγιᾶς, δίπλα καὶ γύρω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι τῆς Παναγίας Ντουραχάνης, ποὺ τοῦ δόθηκε καὶ τόσο μεγάλη, ὥστε νὰ ξεκουράζονται ὅλα τὰ Γιάννινα, καὶ ὄχι μόνο! Παιδὶ τῆς Ἠπείρου βάδιζε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ χέρι μὲ χέρι μὲ τὸν λιτό, ἀλλὰ πλούσιο σὲ ἐσωτερικότητα ἠπειρωτικὸ λαό, σὲ αὐτὴ τὴν πρωτογενῆ συνύπαρξη κλήρου καὶ λαοῦ, σὲ θαυμαστὸ καὶ ἀξεδιάλυτο ἀμάλγαμα. 

   Δὲν ὑπάρχει Γιαννιώτης ποὺ νὰ μὴ γνωρίζει τὸ ἔργο του νὰ μὴ τὸ σέβεται καὶ νὰ μὴ τὸ ἐκτιμᾶ. Καὶ οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀποτιμήσεις, γιατί θὰ τὸ ἀδικήσεις. Πρόκειται γιὰ μία ζωή θυσίας καὶ αὐταπάρνησης. Ὁ παππούλης ἐκδαπανοῦσε τὸν ἑαυτό του πολὺ πρὶν τὸν γνωρίσουμε, παιδιόθεν. Ἐμεῖς τὸν θυμόμαστε ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ ’70-’80, τότε  ποὺ λειτουργοῦσε καὶ στὴν Ἁγία Αἰκατερίνη -στὸ ἐν Ἰωαννίνοις Μετόχι τοῦ Θεοβαδίστου Ὄρους Σινᾶ- τὶς Κυριακές, ἐπὶ 15 χρόνια. Ὡς ἐφήβων, μᾶς εἶχε κάνει ἐντύπωση ἡ φράση ποὺ ἐπαναλάμβανε μὲ ἔνταση, συχνά, στὰ κηρύγματά του ἐκεῖ: «Γονεῖς, γιὰ νὰ σᾶς ἀκοῦν, μὴ μιλᾶτε στὰ παιδιὰ γιὰ τὸν Θεὸ ἀλλὰ στὸ Θεό, γιὰ τὰ παιδιά».

   Ἕνα κοφτερὸ πνεῦμα φωτισμένο. Κοντὰ του νιώθαμε ἀσφάλεια καὶ ἕνα αἴσθημα ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μᾶς ἐνδυναμώνει. «Δυσκολίες θὰ ἔχουμε. Μὲ ἀσανσὲρ δὲ θὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο. Δὲν μπορῶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὴ ἔχω ἐμπόδια, ἀλλὰ τοῦ ζητῶ νὰ μοῦ δίνει ἀντοχὲς καὶ δύναμη νὰ παλεύω καὶ νὰ τὰ ξεπερνῶ», μᾶς ἔλεγε γιὰ νὰ μᾶς δείχνει πῶς πρέπει νὰ σκεφτόμαστε καὶ νὰ μὴ παραπονιόμαστε.

   Λάμβανε ὑπόψη του τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ δὲν ἔκρινε, ἀλλὰ καὶ δὲν κατέκρινε, κάτι ποὺ μᾶς ὑπενθυμίζει διαρκῶς καὶ μὲ τὴν φράση- ἔμβλημα στὴν εἴσοδο τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δουραχάνης: «Ἀγάπα, Συγχώρα καὶ Προχώρα στὴ Ζωή σου». Μᾶς προειδοποιοῦσε πάντοτε γιὰ ὅλα ὅσα θὰ συνέβαιναν καὶ γιὰ τὰ τωρινὰ τεκταινόμενα, ποὺ τὰ ἔχει προβλέψει ἀρκετὰ χρόνια πρίν.  Γὶ αὐτὸ καὶ ἐπέμενε στὴ δύναμη τῆς Παράδοσης γιὰ νὰ φυλάξουμε τὴν ἰδιοπροσωπία μας. «Στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις» καὶ «ξύπνα καημένε  μου ραγιά…» βροντοφώναζε ὅλα τὰ προηγούμενα ἔτη περικλείοντας ὅλα τὰ σημαινόμενα μέσα στὴ φράση. Τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχε προσθέσει στὸ κήρυγμά του τὸ «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὴ γλώσσα. Τὰ ἑλληνικὰ εἶναι ἡ γλώσσα τῶν γλωσσῶν! Τὸ ἔλεγε αὐτὸ ἐκεῖνος ποὺ οὔτε τρεῖς μῆνες δὲν φοίτησε σὲ σχολεῖο. Τελευταίως ἐπαναλάμβανε μὲ ἐπιμονὴ σημαίνουσα καὶ τὸ «γνῶτε ἔθνη καὶ λαοί, αὐτὴ εἶναι ἡ πίστις μας, αὐτὴ εἶναι ἡ γλώσσα μας, αὐτὴ εἶναι ἡ θρησκεία μας καὶ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας».

   Μία ἀπὸ τὶς λεπτότερες ἔγνοιες του ἦταν νὰ μὴ χαθεῖ τὸ ἄρωμα τῆς Παράδοσης. «Τὸ περιβόλι μας μὲ τὰ τραγούδια καὶ τὰ πλούσια νοήματα νὰ τὸ γνωρίζουμε, νὰ τὸ ἀγαποῦμε». Μᾶς προέτρεπε νὰ δραματοποιοῦμε τὰ δημοτικά μας τραγούδια σὲ θεατρικὲς παραστάσεις «γιὰ νὰ ἔχουν εἰκόνες τὰ παιδιά». Γνώριζε ἀνέκαθεν τὴν παράμετρο αὐτὴ τῆς σύγχρονης Ἐκπαίδευσης, πώς, δηλαδή, εὐκολότερα ἔτσι  θὰ «μιλοῦσαν» τὰ κείμενα στὴν καρδιὰ τῶν μαθητῶν ὁδηγώντας τους σὲ ὑγιεῖς καὶ δημιουργικοὺς δρόμους καὶ μαθαίνοντάς τους, παράλληλα, νὰ ἑστιάζουν στὸ θετικό, ὥστε νὰ γίνεται ἀπὸ μόνο του ἀποβλητέο τὸ ἐπιβλαβὲς τῶν ἀρνητικῶν θεαμάτων καὶ ἀκροαμάτων. Οἱ θεατρικὲς παραστάσεις τῶν Ἐκπαιδευτηρίων Δουραχάνης  εἶναι ἕνα ἐκπαιδευτικὸ καλλιτεχνικὸ γεγονὸς γιὰ τὴν πόλη τῶν Ἰωαννίνων, καθὼς συνεγείρουν τὸ σύνολο τῆς ἐκπαιδευτικῆς κοινότητος τῆς περιοχῆς μας, ἐπισήμους καὶ πλῆθος κόσμου ποὺ ἀπολαμβάνει τὸ ἐπαγγελματικὸ -θὰ λέγαμε-  παίξιμο τῶν μαθητῶν μὲ ἁπλότητα συνάμα καὶ χάρη. Μπορεῖ κανεὶς νὰ παρακολουθήσει τὰ πρότυπα αὐτὰ ἔργα καὶ ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα τοῦ Ντουραχάν, στὸ διαδίκτυο.

   Ὡς πνευματικὸς πατέρας, τὴν αὐστηρότητα τὴν κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ σήκωνε στὶς πλάτες του τὸ βάρος μας. «Τὸν συνάνθρωπο νὰ τὸν πλησιάζεις μὲ βελούδινα χέρια» ἔλεγε, φανερώνοντάς μας κάποια στιγμὴ – καὶ μὲ τὴν περιεκτικὴ αὐτὴ ἔκφραση – τὴ μέθοδο τῆς Παιδαγωγίας. Ὁ τρόπος του ἦταν ἕνας συνδυασμὸς δυναμισμοῦ καὶ ἁπαλότητας. Ὁ δυναμισμός του μποροῦσε νὰ παρεξηγηθεῖ ὡς σκληρότητα, ἂν δὲν διέκρινες τὴν κρυμμένη ἐσωτερικὴ τρυφερότητα, ποὺ στὴν κατάλληλη στιγμὴ σὲ ἔκανε νὰ νιώθεις τὴν ὀμορφιὰ ποὺ δὲν περιγράφεται. Διέφερε ἀκόμα καὶ στὸν τρόπο ποὺ ἔδινε τὴν εὐχή, μὲ ἕνα δυνατὸ «χτύπημα» τῆς παλάμης -μετακένωση δύναμης, κουράγιου καὶ ἄλλων δώρων – στὸ ἐκκλησίασμα ποὺ τὸν περιμέναμε, μετὰ τὶς ἀκολουθίες, στὸ προαύλιο τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ χαρακτηριστική του φράση στὰ πολύμορφα ἐμπόδια ἦταν: «τὸ θάρρος σῴζει» καὶ «νίκα τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό».

   Ἀλλὰ καὶ «τσοπανόσκυλο» ἦταν ὁ πάπα Θανάσης, γιὰ τὸ ποίμνιο. Σὰν τὰ πολλὰ σκυλιὰ ποὺ ζοῦνε κι αὐτὰ στὴ Μονὴ Δουραχάνης καὶ ποὺ κάθονταν γύρω του σὰν ἀρνάκια. Τὸν ἀναζητοῦσαν ὅπου καὶ νὰ πήγαινε, σὰν πιστοὶ ἀκόλουθοι καὶ φίλοι. «Αὐτὰ μὲ ἀγαποῦν περισσότερο…» μᾶς ἔλεγε, πειράζοντάς μας. Παλαιότερα ἔπαιζε μπάλα μὲ ἕνα ἀπὸ αὐτά, τὸ ὁποῖο τὴν ἀπέκρουε μὲ τὴ μουσούδα του μὲ καταπληκτικὴ εὐστοχία. Ὁ ἀθλητισμὸς ἐξάλλου, στὸν παππούλη, ἦταν κατάκτηση καὶ … προῖκα ἀπὸ τὰ νιάτα του, ἀφοῦ ἔπαιζε σὲ ἐπίσημη ποδοσφαιρικὴ ὁμάδα τῶν Ἰωαννίνων, ἔχοντας διακριθεῖ. Ἐπίσης διήνυε ὡς δρομέας ἀποστάσεις Μαραθωνίου ἀνηφορικές! Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ μαθητὲς ὅλων τῶν ἐτῶν ποὺ ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια του (τὰ πνευματικὰ καὶ προσευχητικὰ χέρια, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δίδασκε μόνο μὲ τὸ παράδειγμά του) ἀναπτύσσουν τὸ πνεῦμα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα, καθὼς οἱ ἐξαίρετοι συνεργάτες του, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἐθελοντὲς σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, καὶ ἐκπαιδευτικοί, φροντίζουν γιὰ τὴν διανοητικὴ-ἀκαδημαϊκή, καλλιτεχνικὴ-πνευματικὴ καὶ ἀθλητικὴ ἀνάπτυξη τῶν μαθητῶν.

   Ἡ ὅλη παρουσία του εἶναι ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς. Ἡ λεπτότητα τῆς ψυχῆς του, μύρο ποὺ μᾶς μεταδίδει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.  «Ἀπείραστος ὁ Θεός. Δὲν τιμωρεῖ. Τὰ σφάλματα μας  μᾶς ἐμπλέκουν σὲ καταστάσεις». Ἤ, συχνά: «Διαβάζετε πολλὰ βιβλία καὶ συγγράμματα, ἄχ, δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω, βρὲ παιδιά μου, τὴν Ἁγία Γραφὴ γιατί τὴν ἀμελεῖτε; Ἔχει τὶς λύσεις γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα. Ἐγὼ ὡς ἱερέας κολυμπάω, πῶς νὰ σᾶς τὸ πῶ, ἐσεῖς δὲν τὸ καταλαβαίνετε…».

   Χωρὶς νὰ μάθει ποτὲ γράμματα, εἶναι ἡ Χάρις, ἡ «σοφίζουσα νήπια», ποὺ τὸν δίδαξε. Ἄλλωστε μὲ θεία φανέρωση ἔγινε ἡ κλήση του σὲ κληρικό, ποὺ χειροτόνησε ὁ μακαριστὸς καὶ πολὺ ἀγαπητὸς στὰ Ἰωάννινα Χρυσόστομος  Βοῦλτσος, ἐπίσκοπος Δωδώνης  τότε, τὸν ὁποῖον κάθε φορά ποὺ μᾶς τὸν ἀνέφερε, συγκινεῖτο. 

   Σπάνια ἡγετικὴ φυσιογνωμία ὁ πάπα Θανάσης, μὲ κοφτερὸ μυαλὸ καὶ μαθηματικὴ σκέψη. Διέθετε τὸ  κῦρος τοῦ μπροστάρη, ἦταν ἔνα  «γκισέμι», ὅπως θὰ λέγαμε σὲ εἰκόνα ταιριαστὴ μὲ τὰ ἀλλοτινὰ ἠπειρωτικὰ κοπάδια. Ἦταν βασανισμένος ἀπὸ τὴν τρυφερὴ ἡλικία, ποὺ ὑπῆρξε πολὺ βίαια λόγω τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ Πολέμου ’40-’41 καὶ τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς, ἀπὸ τὴν ὁποία ὑπέφεραν πολὺ τὰ χωριά μας, ἰδιαίτερα τοῦ Ἀνατολικοῦ Ζαγορίου, ἀπὸ ὅπου κατάγεται καὶ στὰ ὁποῖα, δυσ­τυχῶς, ἔχουμε καὶ ὁλοκαύτωμα. «Στὸ χωριό μας καήκαμε τέσσερις φορές», ἐπαναλαμβάνει συχνά. «Σχολεῖο πῆγα μόνο τρεῖς μῆνες. Στὴ Βωβοῦσα μᾶς δίχασαν, εἴμαστε βλαχόφωνοι καὶ μᾶς ὑποχρέωναν νὰ πᾶμε στὸ ρουμάνικο σχολεῖο, ποὺ ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ στὸ χωριό μας. Ἀντέδρασα σὰν θηρίο. Μᾶς ἔβαλαν τιμωρία γονατιστοὺς σὲ σπασμένα τζάμια. Ὅταν τελείωσε ὁ Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ἤμουν 12 στὰ 13 χρόνια. Τότε λειτούργησε ἑλληνικὸ σχολεῖο, μόνο γιὰ 25 μέρες, γιατί ξεκίνησε ὁ ἐμφύλιος καὶ σταμάτησε… Μὲ ἀγαποῦσαν τὰ παιδιὰ πολύ, φεύγαμε ἀπὸ τὸ χωριὸ στὸ δάσος, μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἐμφυλίου».

   Γιὰ νὰ …ξεκουράζεται ἀπὸ τὴ μία δουλειὰ ἔκανε ἄλλη, ἀσταμάτητα σὰν μέλισσα. Ἔχει δημιουργήσει μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἕνα τεράστιο ἔργο, ἀπὸ τὸ 1974, ποὺ ἔγινε κληρικὸς ὥς σήμερα: ἀνακαίνιση στὸ ἱστορικὸ μοναστήρι, κελλιὰ γύρω ἀπὸ τὸν ναὸ τῆς Παναγίας, ἀρχονταρίκι, μαγειρεῖα, σχολεῖα (Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο), οἰκοτροφεῖο, βιβλιοθῆκες, μοναστικὴ τράπεζα γιὰ τὴ συνεστίαση μὲ τὸν κόσμο καὶ ἄλλες τραπεζαρίες, ἀναγνωστήρια, αἴθουσες ψυχαγωγίας, αἴθουσα θεάτρου, χώρους ἄθλησης, χώρους διαμονῆς τῶν συνεργατῶν, χώρους φιλοξενίας καὶ ἄλλες πτέρυγες οἰκοδομικές, ἀποθῆκες, Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου καὶ ἄλλον, μικρότερο, τῆς Ἀναστάσεως, ραδιοφωνικὸ σταθμὸ («Σπίνος»), ξυλουργεῖο, μουσεῖο μὲ τὴν εὔστοχη ἐπωνυμία – ἐπιγραφὴ «Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὴν Παράδοση», κήπους…

   Ὁ Ἱερομόναχος Ἀθανάσιος. Ἕνας ἄνθρωπος καθαρότερος καὶ ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου. Τὴν καθαρότητα τῆς Ὀρθοδοξίας ὑπερασπίστηκε πάντοτε τονίζοντάς την σὲ μᾶς καὶ μὲ τὴ φράση: «δέχεσαι νὰ μπεῖ κάτι στὸ μάτι σου;». Ἔμπλεος ἀνείπωτης ἀγάπης, ἁπλότητος καὶ ἀνιδιοτέλειας μᾶς ὑπενθύμιζε ὅτι «θὰ ἀναχωρήσουμε μία μέρα, ἀλλὰ ὅμως καὶ ἐδῶ θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὅλοι τὰ ἀπαραίτητα· ὄχι ὁ ἕνας νὰ πετάει καὶ ὁ ἄλλος νὰ πεινάει. Νὰ ἔχουμε ἑνότητα καὶ νὰ φροντίζουμε τὸν συνάνθρωπο». Ὁ ἴδιος εἶναι ὁ πρῶτος ποὺ ἐπισκέφτηκε τὴν Ἀλβανία μόλις ἄνοιξαν τὰ σύνορα, μὲ φορτηγὰ τροφίμων καὶ χρειωδῶν. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ ἀποστολὲς στὴ Σερβία, στοὺς Πομάκους καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἐμεῖς δὲ γνωρίζουμε. Προπάντων δὲν ἀφήνει ποτὲ τοὺς ἐνδεεῖς καὶ «ἐν περιστάσει» ὄντας τοῦ Ν. Ἰωαννίνων καὶ τῆς Ἠπείρου, εὐρύτερα.  Ὥς καὶ γιὰ τοὺς φυλακισμένους βραχείας διαρκείας αὐτὸς φροντίζει μὲ δεκάδες μερίδες φαγητὸ κάθε μέρα. Ἡ μέριμνά του καὶ ἡ προνοητικότητα θύμιζαν τὴ σοφία τοῦ Ἰωσὴφ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Στὸ Δημοτικό, Γυμνάσιο καὶ στὸ Οἰκοτροφεῖο, μὲ παιδιὰ καὶ τοῦ Λυκείου, ποὺ ἔχει ὁ Μορφωτικὸς καὶ Πολιτιστικὸς Σύλλογος τὸ «Ἄνθος», φιλοξενοῦνται μαζὶ μὲ τὰ Ἑλληνάκια καὶ παιδιὰ ἀπὸ τὴν Ἀλβανία, ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας καὶ πλέον. Καὶ στὰ κατατρεγμένα αὐτὰ προσωπάκια ὅλων βλέπεις νὰ ἀνθίζει ξανὰ τὸ χαμόγελο, νὰ ξαναβρίσκουν τὴν χαμένη «ὁμοιοστάση». Νὰ ἀνακαινίζεται ἡ νεότης μικρῶν καὶ μεγάλων, ὡς ἀετοῦ.

   Ἕνα διαμάντι ἀμόλευτο ἀπὸ τὴν περιττὴ ἐπεξεργασία, ὅπως τὸ ἐπέτρεψε ὁ Θεός, ἴσως  γιὰ νὰ εἶναι πιὸ κοντὰ στὸ ἀρχαῖον κάλλος καὶ νὰ διευκολύνει καὶ τὴ δική μας κουρασμένη ὅραση. «Ἕνα πυρῆνα ἔκανα καὶ σεῖς ἀναπτύξτε τον», μᾶς ἔλεγε μὲ ἁπλότητα, ὅταν ἀναλογιζόμαστε τὴ σπουδαιότητα τῆς προσφορᾶς του. Τὸ ἦθος του μᾶς μπόλιασε, μᾶς στήριξε, μᾶς σκέπασε, μᾶς καθοδηγεῖ. Ἐπρόκειτο γιὰ ἀληθινὰ σεμνὴ παρουσία. Ποτὲ δὲν ἐπεδίωξε τιμές. Τὸ χάρισμα τῆς διάκρισης γιὰ ὅλα τὰ θέματα γίνεται κατανοητὸ ἀπὸ μᾶς σὲ ἀνύποπτο χρόνο. Πολλὰ ἀπὸ τὰ λεγόμενά του τὰ καταλαβαίναμε ἑτεροχρονισμένα… Οἱ συμβουλές του καίριες, μὲ προόραση καὶ διόραση.

   Κοινὴ συνείδηση τῶν Γιαννιωτῶν- καὶ ὄχι μόνο- πὼς στάθηκε ὑπεράξιος τῆς κλήσης του, καθὼς ἔχει προσφέρει τὸν ἑαυτό του, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις, στὸν συνάνθρωπο. «Ὅλα γιὰ τὸ λαό»· καὶ ὁ ἱδρώτας τοῦ λαοῦ εἶναι ὁ προσφέρων τὸν ὀβολὸ ἢ τὸ περίσσευμα, γιὰ τὴν ἀνέγερση αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ἀγάπης. «Μὲ συγκινεῖτε μὲ τὴν ἀγάπη σας καί, δὲν ξέρω, πῶς νὰ τὸ πῶ, μὲ δεσμεύετε…».

   Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἔκανε θαύματα. Ἕνα θαῦμα τῆς Μάνας Παναγίας, ὅπως ἀποκαλοῦσε πάντοτε τὴν Θεοτόκο, εἶναι καὶ ἡ ὁλοκλήρωση κάθε ἐργώδους προσπάθειας ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς κοινωνίας τοῦ Ντουραχάν, ἀφοῦ ὅ,τι ἔγινε ἐμφορεῖται ἀπὸ πνεῦμα  αὐτοθυσίας, αὐτοπροσφορᾶς, αὐτοανάλωσης καὶ συνεργασίας χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἐπιχορήγηση. Ἡ παρουσία τῶν ἐθελοντριῶν γυναικῶν ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. «Οἱ γυναῖκες εἶστε συνδημιουργοί», μᾶς ἔλεγε συχνά. «Ἄχ, νὰ ξέρατε, ἔλεγε στοὺς ἄντρες, μόνο ἔμπνευση θέλουν οἱ γυναῖκες καὶ δίνουν τὸν ἑαυτό τους…!». Γι’ αὐτὸ εἶναι, ἴσως, καὶ ὁ μοναδικὸς χῶρος, ὅπου τιμοῦνταν οἱ Μυροφόρες τὴν ἀντίστοιχη Κυριακὴ  μετὰ τὸ Πάσχα σὲ μία πανήγυρη χαρᾶς, τραγουδιοῦ καὶ εὐφροσύνης στὴν μεγάλη τράπεζα τῆς Δουραχάνης.

Previous Article

Λόγος στην Υπαπαντή του Κυρίου – Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης

Next Article

Δισεκατομμύρια ή ανθρώπινες ζωές;