(1867-27/8/1922) Μία συνοπτικὴ ἐξιστόρησις τοῦ βίου του
Γράφει ὁ κ. Παναγιώτης Τσαγκάρης, Θεολόγος
Ὁ Ἅγιος Ἐθνομάρτυρας Χρυσόστομος Καλαφάτης γεννήθηκε τὸ 1867 στὴν Τρίγλια τῆς Βιθυνίας (ἐπαρχία Προύσας), στὴν Προποντίδα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Σπούδασε στὴ Θεολογικὴ σχολὴ τῆς Χάλκης. Τὸ 1893 ὁ Μητροπολίτης Μυτιλήνης Κωνσταντῖνος Βαλλιάδης, ὁ μετέπειτα Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Κωνσταντῖνος ὁ Ε΄, ὁ ὁποῖος εἶχε γνωρίσει τὸν Χρυσόστομο στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης καὶ εἶχε μάλιστα, ἐκτιμώντας τὸν χαρακτήρα καὶ τὶς ἐπιδόσεις στὶς σπουδὲς τοῦ νεαροῦ Χρυσοστόμου, ἀναλάβει τὰ ἔξοδα τῶν σπουδῶν του, τὸν χειροτονεῖ διάκονο καὶ τὸν προσλαμβάνει ὡς ἀρχιδιάκονο στὴ Μητρόπολη Μυτιλήνης καὶ κατόπιν στὴ Μητρόπολη Ἐφέσου, ὅπου μετατέθηκε. Τὸ 1897, ὅταν ὁ Μητροπολίτης Ἐφέσου Κωνσταντῖνος ἐξελέγη Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης (Πατριάρχης Κωνσταντῖνος Ε΄), χειροτονεῖ πρεσβύτερο τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν χειροθετεῖ Μέγα Πρωτοσύγκελλο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τὸ 1902 σὲ ἡλικία μόλις 35 ἐτῶν, ὁ Χρυσόστομος ἐξελέγη Μητροπολίτης Δράμας ἀπὸ τὸν τότε Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἰωακεὶμ Γ΄ τὸν Μεγαλοπρεπῆ.
Στὴ Δράμα πλέον, ὁ Χρυσόστομος ἀναπτύσσει μεγάλη ἐθνικὴ δράση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τοὺς Βούλγαρους καὶ τοὺς Τούρκους, ἡ ὁποία ὅμως θὰ προκαλέσει τὴν ἀντίδρασή τους. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ 1907 κάτω ἀπὸ τὴν τουρκικὴ πίεση, θὰ τὸν ἀνακαλέσει στὴν Πόλη. Τὸ 1908 ὅμως, ἐπιστρέφει πάλι στὴ Μητρόπολή του καὶ ἐντείνει τὶς προσπάθειές του γιὰ τὴν ἀποτελεσματικότερη ὀργάνωση τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγώνα, ποὺ βρισκόταν ἤδη στὴν τελευταία του φάση. «Πωλησάτω τὸ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν»(!) βροντοφωνεῖ ὁ Χρυσόστομος ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, ἐμψυχώνοντας ἔτσι τοὺς Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ ἐξοργίζοντας τοὺς Τούρκους, ποὺ ἀναγκάζουν τὸ Πατριαρχεῖο νὰ τὸν ἀνακαλέσει ὁριστικὰ τούτη τὴ φορὰ ἀπὸ τὴ Δράμα καὶ νὰ τὸν ἐκλέξει Μητροπολίτη Σμύρνης(1910). Καὶ πάλι ὅμως, λόγῳ τῆς ἔντονης ἐθνικῆς του δράσης, ἀναγκάζεται ἀπὸ τοὺς Τούρκους νὰ ἐγκαταλείψει καὶ τὴ νέα του Μητρόπολη γιὰ (4) τέσσερα χρόνια, ἀπὸ τὸ 1914 ἕως τὸ 1915. Ἐπανέρχεται σ’ αὐτὴν μετὰ τὴ Συνθήκη τοῦ Μούδρου καὶ τὴ συμμαχικὴ νίκη στὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εὐτύχησε νὰ δεῖ ἀπὸ τὸ 1919 ἕως τὸ 1922 τὴ Σμύρνη νὰ βρίσκεται ἐλεύθερη σὲ Ἑλληνικὰ χέρια. Ὁ Χρυσόστομος γίνεται ὁ κυριότερος ἐκπρόσωπος τῆς «Μικρασιατικῆς Ἄμυνας». Μὲ τὴν κατάρρευση ὅμως τοῦ μικρασιατικοῦ μετώπου (τὸ καλοκαίρι τοῦ 1922) ἀγωνίζεται νὰ περισώσει ὅ,τι μπορεῖ ἀπὸ τὴν ἐπερχόμενη καταστροφή.
Στὶς 23 Αὐγούστου 1922 γράφει στὸν Ἐλευθέριο Βενιζέλο, καλώντας τον νὰ δραστηριοποιηθεῖ, γιὰ νὰ σώσει ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ σωθεῖ, διότι, ὅπως προβλέπει: «Ἀγαπητὲ φίλε καὶ ἀδελφέ… Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὸ Ἑλληνικὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ σύμπαν τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος κατεβαίνει πλέον εἰς τὸν Ἅδην, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καμμία πλέον δύναμις δὲν θὰ δυνηθῆ νὰ τὸ ἀναβιβάση καὶ νὰ τὸ σώση». Καὶ συνεχίζει, προλέγοντας τὸ μαρτυρικὸ τέλος του: «Ζήτημα εἶναι ἐάν, ὅταν τὸ παρὸν γράμμα ἀναγιγνώσκεται ὑφ’ Ὑμῶν, ἡμεῖς πλέον ὑπάρχωμεν ἐν ζωῇ, προοριζόμενοι -τὶς οἶδε- εἰς θυσίαν καὶ μαρτύριον»!
Σάββατο 27 Αὐγούστου 1922, οἱ Τοῦρκοι μπαίνουν στὴ Σμύρνη. Ὁ Δεσπότης τῆς Σμύρνης ποὺ μὲ δικαιολογημένη καύχηση ἔλεγε «ὅτι ὅπου πατῶ, ἐκεῖθεν ἀπελαύνεται ὁ Τοῦρκος», βλέπει τώρα τὸ ὄνειρό του γιὰ μία ἐλεύθερη Μικρὰ Ἀσία, νὰ διαλύεται. Τοῦ προτείνουν, τὸν ἐξορκίζουν οἱ Ἄγγλοι καὶ ὁ καθολικὸς Ἐπίσκοπος νὰ φύγει, γιὰ νὰ σωθεῖ. Ἀπαντᾶ ἀγέρωχα ὁ ἡρωικὸς Ἐπίσκοπος: «Ἐγὼ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν Σμύρνη καὶ τὴν Μητρόπολίν μου; Ποτέ!… Παράδοσις τοῦ ἑλληνικοῦ κλήρου, ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ καλοῦ ποιμένος εἶναι νὰ παραμένει μὲ τὸ ποίμνιόν του»!
Οἱ Τοῦρκοι τὸν συλλαμβάνουν, τὸν ὁδηγοῦν μπροστὰ στὸν ἀγριώτατο Νουρεντὶν Πασά, ὁ ὁποῖος τὸν παραδίδει βρίζοντάς τον στὸν τουρκικὸ ὄχλο, γιὰ νὰ τὸν τιμωρήσει. Ἀφηνιασμένοι οἱ Τοῦρκοι τὸν ντύνουν μὲ μία λευκὴ στολὴ κουρέα, τοῦ φορᾶνε σαμάρι καὶ πέταλα στὰ πόδια, τοῦ βγάζουν μὲ ξιφολόγχη τὰ μάτια, τοῦ κόβουν τ’ αὐτιὰ καὶ τὴ γλώσσα. Τὸν σέρνουv στὰ σοκάκια τῆς Σμύρνης ξεριζώνοντας τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ γένεια του. Τοῦ κόβουv κομμάτια τὶς σάρκες του καὶ τὶς κρατοῦν γιὰ φυλακτό! Ἐκεῖνος γαλήνιος μέσα στὸ μαρτύριό του, σηκώνει τὸ χέρι του καὶ εὐλογεῖ τοὺς δήμιούς του. Κι ἐκεῖνοι τί κάνουν; Κόβουν μὲ μαχαίρι τὰ δάκτυλα τοῦ χεριοῦ ποὺ τοὺς εὐλογεῖ! Ὥσπου στὸ τέλος, κάποιος Τουρκοκρητικὸς ἀστυνομικός, ποὺ εἶχε εὐεργετηθεῖ ἀπὸ τὸν μαρτυρικὸ δεσπότη, τὸν ἀποτελειώνει μὲ τέσσερις πιστολιὲς στὸν αὐχένα, γιατί δὲν ἄντεχε νὰ τὸν βλέπει πλέον νὰ ὑποφέρει κι ἄλλο μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἄθλια κατάσταση. Τὸ κεφάλι του μὲ τὰ βγαλμένα μάτια, τὰ κομμένα αὐτιὰ καὶ τὰ ξεριζωμένα γένεια καὶ μαλλιὰ τὸ ἔμπηξαν στὴν πατερίτσα του καὶ τὸ περιέφεραν τ’ ἀγριεμένα στίφη τῶν αἱμοβόρων Τούρκων, στοὺς τουρκομαχαλάδες. Τὸ ἅγιο λείψανό του τὸ ἐξαφάνισαν. Δὲ βρέθηκε ποτέ.
Ἔτσι μαρτυρικὰ τελείωσε τὴν ἁγία του ζωὴ ὁ Σμύρνης Χρυσόστομος Καλαφάτης στὶς 27 Αὐγούστου 1922. Ἔτσι ὅπως τὸ εἶχε ἀποφασίσει: «Ζητῶ, ἔλεγε, κατὰ τὴν πρώτη του μετάθεση ἀπὸ τὴν Δράμα, Σταυρόν, μεγάλον Σταυρόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δοκιμάσω τὴν εὐχαρίστησιν, καθηλούμενος καὶ μὴ ἔχω ἕτερον τί νὰ δώσω πρὸς σωτηρίαν τῆς ἡμετέρας λατρευτῆς πατρίδος, νὰ δώσω τὸ αἷμα μου. Οὕτως ἐννοῶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀρχιερωσύνην»! Προφητικὰ ἦταν τὰ λόγια του καὶ πρὸς τὸν μέγα Πατριάρχη Ἰωακεὶμ τὸν Γ΄ κατὰ τὴν ὥρα τῆς χειροτονίας του σὲ Μητροπολίτη Δράμας τὸ 1902: «…καὶ ἡ μίτρα, ἔλεγε, τὴν ὁποίαν αἱ ἅγιαι χεῖρες σου ἐναπέθεσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μου, ἐὰν πέπρωται, νὰ ἀπολέση ποτὲ τὴν λαμπηδόνα τῶν λίθων της θὰ μεταβληθῆ εἰς ἀκάνθινον στέφανον μάρτυρος ἱεράρχου»! Ἔτσι καὶ ἔγινε.
Ἅγιε καὶ μαρτυρικὲ Ἱεράρχα πρέσβευε στὸν Κύριο καὶ Θεό μας ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Παναγιώτη Τσαγκάρη: «Ἀγῶνες γιὰ τὴν ταυτότητά μας» – Ἅγιοι καὶ Ἱεράρχες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, ποὺ ἀγωνίστηκαν γιά: τὴν ἀλήθεια τῆς πίστης, τὰ δίκαια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἔθνους μας (Μυτιλήνη 2011).




