Ἕνας ὑποδειγματικὸς Θεολόγος εἰς λόγον καὶ πράξεις
Τοῦ κ. Παύλου Ἀθ. Παλούκα, Ἐπιτίμου Σχολικοῦ Συμβούλου Δ.Ἐ.
«Μακάριοι οἱ νεκροί οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι,…, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν˙ τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν» (Ἀποκ. Ἰωάν. 14, 16)
Στίς 18 Ἰανουαρίου 2026, ξημερώνοντας τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου (τυχαῖο;), ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί λίαν ἀγαπητός συνάδελφος, συνοδίτης καί φίλος (ἐπί 50ετίαν), πασίγνωστος καί καταξιωμένος Θεολόγος (ἐπιστήμων καί καθηγητής) σέ ὅλο τόν θεολογικό καί ἐκκλησιαστικό κόσμο τῆς πατρίδας μας καί ὄχι μόνον. Κατά τήν ἐπιθυμία του, ἐνταφιάστηκε στό χωριό του.
Ξεκίνησε, ὅπως καί οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς ἐκεῖνα τά χρόνια, ἀπό ἕνα χωριό, τή Βρύνα τῆς Ἠλείας, μέ ἐλάχιστα οἰκονομικά ἐφόδια, ἀλλά μέ συνοδοιπόρο τήν πίστη στόν Θεό καί τήν εὐχή τῶν πτωχῶν γονέων του, ἀλλ’ εὐσεβῶν καί ἀγωνιστῶν τῆς ζωῆς, τόν Γεώργιο καί τή Γεωργία.
Ἐρχόμενος στήν Ἀθήνα, ἐργάστηκε στήν τότε ἀνθοῦσα καί εὐημεροῦσα ἀδελφότητα Θεολόγων ἡ «ΖΩΗ», γιά νά ἐξασφαλίσει τό φαγητό καί τόν ὕπνο.
Σπούδασε, κατά πρῶτον, στήν τότε λεγόμενη Ἐμπορική Σχολή καί κατόπιν ἐνετάχθη γιά κάποια χρόνια στήν Ἀστυνομία Πόλεων, γιά νά μπορέσει νά ἐπιβιώσει καί νά συνεχίσει τίς σπουδές του στήν τότε Θεολογία, τήν «Ἐπιστήμη τῶν Ἐπιστημῶν», ὅπως φημιζόταν στήν ἐποχή του.
Ἡ Ἀστυνομική ὑπηρεσία ἐξετίμησε τόν ζῆλο του καί τήν προσπάθειά του γιά σπουδές, καί τόν διευκόλυνε κατά πολύ στή φοίτηση καί στίς ἑκάστοτε ἐξετάσεις του.
Κατόπιν, ἐπαγγελματικά, ἀρχίζει τήν ἐκπαιδευτική του καριέρα, ὅπου καί διέπρεψε κατά πάντα καί διά πάντα, συνδυάζοντάς τη μέ ἐπιστημονική ἔρευνα, μετεκπαίδευση καί συγγραφική δραστηριότητα.
Στήν ἐκπαίδευση ἐξελίχθηκε μέχρι τόν βαθμό τοῦ Λυκειάρχη, ἄν καί ἄξιζε καί εἶχε τά ἀπαραίτητα προσόντα, γιά νά προαχθεῖ σέ Γενικό Ἐπιθεωρητή Μέσης Ἐκπαιδεύσεως (Γ.Ε.Μ.Ε.). Ἡ μικροψυχία καί ἡ ζηλοφθονία κάποιων ὑπηρεσιακῶν παραγόντων τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας λειτούργησαν ὡς ἀνασταλτικοί παράγοντες.
Ἀφοῦ δημιουργήθηκαν οἱ ἀπαραίτητες προϋποθέσεις (οἰκονομικές κ.ἄ.), ἀπεφάσισε νά ἀκολουθήσει τόν ἔγγαμο βίο. Ὁ Θεός προνόησε νά τοῦ δώσει γιά σύντροφο τῆς ζωῆς του τήν ἐξαίρετη Ἑλένη Τασίνη, καθηγήτρια φιλόλογο, ἡ ὁποία συνοδοιπόρησε μέ τόν Χρῆστο σέ χαρές καί λύπες, σέ ἀγώνα καί ἀγωνία, πίνοντες «τό κοινόν ποτήριον» τῆς ζωῆς. Ἔτσι ἀπέβη «δόξα ἀνδρός» (Α’ Κορ. 11, 7). Ἀπό τόν γάμο τους γεννήθηκαν οἱ δύο χαριτωμένες κόρες του, ἡ Γεωργία καί ἡ Ἀγγελική, καί οἱ ὁποῖες τόν ἀγάπησαν πολύ καί τόν διακόνησαν ἀγόγγυστα μέχρις ἐσχάτων. Εἶναι δυό ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες, καταξιωμένες καί ἐπαγγελματικά μέσα στήν Κοινωνία, ὀδοντίατρος ἡ Γεωργία καί καθηγήτρια φιλόλογος ἡ Ἀγγελική.
Καλός, λοιπόν, καί ὑποδειγματικός οἰκογενειάρχης, πού μεγάλωσε τά παιδιά του «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφεσ. 6, 4).
Ἐνσυνείδητα καί κατ’ ἐπίγνωση ἦταν ἔνθερμος καί γνήσιος Χριστιανός.
Διέθετε εὑρεῖα μόρφωση καί λιπαρά παιδεία. Εἰδικότερα, ἦταν κάτοχος, ὅσον ὀλίγοι, τῶν Πατέρων καί Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, τή διδασκαλία τῶν ὁποίων χρησιμοποιοῦσε πάντοτε στά κηρύγματα ἀλλά και στά γραπτά κείμενά του, γιά νά κατοχυρώσει καί νά θεμελιώσει τίς ἀλήθειες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τό πνεῦμα τῆς Θείας Λατρείας καί πολλῶν ἄλλων θεμάτων πού ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπο. Εἶχε ἀποδελτιώσει μεγάλο μέρος τῶν πατερικῶν κειμένων καί ἀνά πᾶσαν στιγμήν, καί ὅταν τοῦ ἐζητεῖτο ἀπό ὅλους μας πατερική γνώμη, ἔσυρε ἀμέσως ἀπό τό συρτάρι του πατερικές γνῶμες γιά ὁποιοδήοτε ἐνδιαφέρον, θεολογικά καί ἠθικοκοινωνικά, θέμα.
Ἦταν ἄνθρωπος «τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ πνεύματος» (Δανιήλ 9, 23), τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας καί τῆς ἄσκησης, καί μέ φιλακόλουθο πνεῦμα.
Δέν κοιτοῦσε ποτέ τό ὡρολόγι του κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας (ὅπως κάνουν μερικοί), παρά μόνο ὅταν γινόταν ἡ απόλυση. Αὐτό σημαίνει, ὅτι ἦταν βαθύτατα προσευχόμενος κατά τήν τέλεση τῶν δρωμένων στή Θεία Λειτουργία καί στήν Εὐχαριστιακή Κοινωνία, ἀφήνοντας «κάθε βιοτική μέριμνα» κατ’ αὐτήν.
Ἐνθουσιώδης καί φλογερός ἱεροκήρυκας. Τό κήρυγμά του ἦταν πάντοτε χριστοκεντρικό, πατερικό ἀλλά καί ἠθικοκοινωνικό. Οἱ σκέψεις του καί ὁ λόγος του «πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολοσ. 4, 6). Στό ἱερό κήρυγμα στήν αἴθουσα τῆς Π.Ε.Θ. καί σέ ἱερούς ναούς ἀλλά καί, γενικά, στά γραπτά του κείμενα, ὁ λόγος του διακρινόταν γιά τή σαφήνεια, τή μεστότητα καί τή διδαγματική του πληρότητα.
Ἄριστος τῶν ἀρίστων ὡς καθηγητής θεολόγος, καί ἐπιτυχημένος κατά πάντα καί διά πάντα. Ὀξυδερκής καί δυνατό πνεῦμα, πού ξεπέρασε τά πεπατημένα τῆς μονόλογης διδασκαλίας τῶν παλαιῶν καθηγητῶν. Ἔχει ἀφήσει «ἀγαθή μνήμη» στούς μαθητές του καί καλή «εἰκόνα», ἡ ὁποία ἔχει ἀναρτηθεῖ ἀχειροποίητη καί παραμένει ἀνεξίτηλη στίς ψυχές τῶν μαθητῶν, πού εἶναι καί πιστότεροι φορεῖς τῶν ἀναμνήσεων καί ἡ ζωντανή, κατά κάποιο τρόπο, παράδοση τοῦ ἔργου του.
Ἀπό προσωπικές μαρτυρίες πού ἔχω, ἀπό ἀλλοτινούς μαθητές του, (π.χ. ἀπό Μαθηματικό, Δρα Ἀστρονομίας, Ἐπίτιμο Σχολικό Σύμβουλο, τόν κ. Μιχαήλ Χρυσοβέργη), διαφαίνεται ὅτι ἦταν λαμπρός παιδαγωγός καί ὑπέροχος διδάσκαλος, πού «μίλησε» στίς ψυχές τῶν μαθητῶν, γι’ αὐτό καί τόν θυμοῦνται.
Πρωτοπόρος, μαζί μέ τόν Κωνστ. Σ. Γρηγοριάδη, στό νέο, ἀνανεωτικό πνεῦμα τῆς συγγραφῆς τῶν διδακτικῶν βιβλίων, μέ νέα πνοή καί ἐνάργεια, σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς, κατά κοινήν ὁμολογίαν, καλύτερης καί ἰδανικότερης ἐκπαιδευτικῆς μεταρρύθμισης τοῦ ἀείμνηστου Εὐαγγέλου Παπανούτσου, ἔναντι ὅλων τῶν προηγηθεισῶν ἤ καί τῶν μεθεπομένων αὐτῆς (λ.χ. τά διδακτικά ἐγχειρίδια: Α’ Γυμνασίου, «Ἡ ὑπόσχεση καί ἡ ἐκπλήρωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ», Ο.Ε.Δ.Β., Ἀθῆναι 1965 και Β’ Γυμνασίου, «Ἡ καινούργια διδαχή καί ἡ κιβωτός», Ο.Ε.Δ.Β., 1965). Τά διδακτικά αὐτά ἐγχειρίδια ἦταν πολύ καλά, πρωτότυπα καί μέ προοπτική, τό πνεῦμα τῶν ὁποίων δέν μπόρεσαν νά καταλάβουν κάποιοι, καί μάλιστα ἀπό Χριστιανικές Ἀδελφότητες, καί τοῦ ἄσκησαν ἀνεπίτρεπτη, ἀρνητική κριτική. Δυστυχῶς, τά βέλη προῆλθαν «ἐκ τῶν ἔσω» καί ὄχι ἀπό τούς ἐχθρούς τοῦ μαθήματος.
Σημειωτέον, ὅτι εἶχε προηγηθεῖ μετεκπαίδευσή του στήν Ἀμερική, ἐπάνω στά Ἀναλυτικά Προγράμματα (curriculum) καί σέ νέες, σύγχρονες διδακτικές μεθόδους διδασκαλίας.
Συνέγραψε διδακτικό ἐγχειρίδιο καί μαζί μέ ἄλλους θεολόγους καθηγητές, ὅπως τούς Ἰ. Κωνσταντινίδη, Μιχ. Καρδαμάκη καί Κ. Λουκάκη («Ὁ λαός τοῦ Θεοῦ – Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας», Ο.Ε.Δ.Β., 1979).
Ἔχει γράψει καί ἐργασίες σχετικές μέ τήν ἐποπτική διδασκαλία καί τήν ἀξιολόγηση τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν.
Γενικότερα, ὡς συγγραφέας ἀναδείχθηκε πολυγραφότατος καί μέ πρωτότυπες καί μοναδικές ἐργασίες, ὅπως λ.χ. τό τετράτομο ἔργο, μέ τίτλο: «Ὁ μυστικός κόσμος τῶν Βυζαντινῶν εἰκόνων», «Προβληματισμοί πίστεως καί ζωῆς» καί ἄλλα. Ἡ δέ ἀρθρογραφία του σέ διάφορα περιοδικά (λ.χ. «Κοινωνία» τῆς Π.Ε.Θ., «Φιλόθεος Πνοή» τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ν. Ἰωνίας κ. ἄ.) εἶναι πολυπληθής καί χρησιμότατη.
Συνεργάτης καί στήριγμα τῆς Π.Ε.Θ., ἰδιαίτερα στή συντακτική ἐπιτροπή, στή διοργάνωση συνεδρίων, στούς ἀγῶνες γιά τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν καί ἀλλοῦ. Καθημερινή ἦταν ἡ προσέλευσή του στά Γραφεῖα τῆς Π.Ε.Θ., συνοδευόμενη ἀπό προσφορά σέ πνεῦμα (πνευματικές συζητήσεις κ.λπ.) καί σέ ὕλη (οἰκονομικές ἐνισχύσεις, ἀγορά καφέ καί ζάχαρης κ.ἄ.).
Τέλος, ἄς τονίσουμε ἐνδεικτικά, κάποιες ἀπό τίς ἀρετές του, πού ἀποτελοῦσαν γιά ὅλους παράδειγμα ἤθους, πνευματικότητας καί ἀγωνιστικότητας στή ζωή μας.
Ἀγωνιστής σέ ὅλα καί μέ αἴσια ἀποτελέσματα, ὅπως π.χ. ὅταν διώκονταν ἀδίκως ἠθικά ἀκέραιοι Μητροπολίτες, ὅταν ἀμφισβητοῦσαν κάποιοι τήν ἀξία καί χρησιμότητα τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ὅταν οἱ ἀδιόριστοι θεολόγοι ἀγωνίζονταν γιά τόν διορισμό τους καί πολλά ἄλλα.
Εἰδικότερα, γιά τόν ἑαυτό του, ὅταν τόν ὑπέσκαπταν καί τόν ταλαιπωροῦσαν στήν ὑπηρεσία πρόσωπα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καί τόν χώριζαν ἀπό τήν ἀγωνιῶσα σύζυγό του Ἑλένη, φιλόλογο καί τόν ἔστελναν στήν Ἐλασσώνα, ἐνῶ τή σύζυγο τήν ἔστελναν στήν Πάτρα. Καί αὐτό, ἀπό ζηλοτυπία καί φθόνο μόνο, γιατί ἡ ὑπέροχη προσωπικότητά του καί ἡ ἀξιοζήλευτη παρουσία του στήν ἐκπαίδευση, τούς ἐπεσκίαζε.
Ἔδειξε ὅμως, «ἰώβεια ὑπομονή» καί τούς καθήλωσε, παρά τήν ταλαιπωρία καί τίς δυσκολίες πού τοῦ παρουσίαζαν. Σ’ αὐτό συνέπασχε, ὁμοίως, καί ἡ σύζυγός του, ξέχωρα ἀπό τόν ἄνδρα της καί μέ οἰκονομικές ἀπώλειες.
Πιστός σέ βάθος καί ὄχι ὑποκριτής.
Φιλάνθρωπος καί φιλάδελφος. Συνεδύαζε τήν πίστη μέ τήν πράξη καί τό ἀξεπέραστο ἦθος. Εἶχε συνειδητοποιήσει πολύ καλά καί τόν ἐβίωνε τόν Ἰακωβικό λόγο, πού λέγει ὅτι «ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακώβ. 2, 21). Ἔδινε ἀφειδῶς στούς ἔχοντες ἀπόλυτη ἀνάγκη (λ.χ. συντηροῦσαν, μέ τή σύζυγό του, ἐπί πολλά ἔτη ἀναγκεμένη οἰκογένεια, ἔδινε χρήματα σέ οἰκονομικά δυσπραγοῦντες συναδέλφους). Ἔστελνε χρήματα σέ μονή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά οἰκονομική ἐνίσχυση, τήν ὁποία ἐπισκεπτόταν τακτικά καί συχνά (καθώς καί ὅλο τό Ἅγιο Ὄρος), καί γύριζε πνευματικά ἀνανεωμένος, διηγούμενος τίς ὠφέλειες πού δεχόταν ἀπό τίς ἐπισκέψεις του ἐκεῖ.
Ταπεινός καί ἁπλοῦς, ὅπως μᾶς θέλει ἡ Ἐκκλησία μας καί ὅπως διδάσκουν καί οἱ σεβάσμιοι Γέροντες.
Γλυκύτατος, προσηνής, εὐπροσήγορος, εὐγενής, καλοκάγαθος καί βαθιά κοινωνικός.
Ἄκακος καί πλήρης συγχωρητικότητας. Συγχωροῦσε ἐχθρούς καί φίλους.
Κλείω τόν λόγο μου γιά τίς ἀρετές του, γιατί «ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος» γι’ αὐτές, καί ἐπειδή, πιστεύω ἀκράδαντα, ὅτι ἡ ψυχή του θά διαμαρτύρεται γιά τόν ἔπαινο καί τό ἐγκώμιο πού πλέκεται γιά τήν ἐπί γῆς ἐνάρετη πορεία τῆς ζωῆς του.
Ἀδελφέ καί φίλε Χρῆστο, ὁ Θεός νά σέ ἀναπαύει, μαζί μέ τήν πιστή καί ἐνάρετη σύζυγό σου, καί νά προσεύχεσθε καί γιά μᾶς, γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν πολύπαθη Πατρίδα μας.
Ὁ ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί συνοδίτης σου




