Τοῦ κ. Ν. Ρωμανοῦ, θεολόγου
Ὁ Χριστιανικὸς Σιωνισμός εἶναι ἕνα σύγχρονο προτεσταντικὸ ρεῦμα, ἰδιαίτερα ἰσχυρὸ στὸν εὐαγγελικὸ κόσμο τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει ὅτι τὸ ἑβραϊκὸ ἔθνος καὶ ἡ γῆ τοῦ Ἰσραὴλ ἐξακολουθοῦν νὰ κατέχουν ἕνα ἰδιαίτερο καὶ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστιανικὸς Σιωνισμὸς διαβάζει πολλὲς προφητεῖες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κυριολεκτικὰ καὶ πολιτικά, σὰν νὰ ἀποτελοῦν ἕνα θεόπνευστο γεωπολιτικὸ χάρτη τῆς Μέσης Ἀνατολῆς. Ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Ἑβραίων στὴν Παλαιστίνη, ἡ ἵδρυση τοῦ κράτους τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ σύγχρονες πολιτικὲς ἐξελίξεις ἀντιμετωπίζονται ἔτσι ὡς ἐκπλήρωση προφητειῶν.
Ἀλλὰ ἐδῶ προκύπτει ἕνα θεμελιῶδες θεολογικὸ ἐρώτημα: ποῦ βρίσκεται ὁ Χριστὸς μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία;
Ἡ πατερικὴ παράδοση δὲν διαβάζει τὴν Παλαιὰ Διαθήκη σὰν ἕνα βιβλίο ποὺ περιμένει ἁπλῶς νὰ πραγματοποιηθοῦν κάποιες ἐθνικὲς καὶ ἐδαφικὲς ὑποσχέσεις. Τὴ διαβάζει χριστολογικά. Οἱ ἐπαγγελίες βρίσκουν τὸ πλήρωμά τους στὸν Χριστὸ καὶ στὴν οἰκονομία τῆς σωτηρίας ποὺ κορυφώνεται σὲ Αὐτόν.
Ὁ Χριστιανικὸς Σιωνισμός, ἀντιθέτως, κινδυνεύει νὰ δημιουργήσει μιὰ παράλληλη ἱστορία τῆς σωτηρίας: ἀπὸ τὴ μία ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Χριστός, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ Ἰσραήλ, ἡ γῆ καὶ ἕνα ἰδιαίτερο ἐσχατολογικὸ σχέδιο.
Αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα δεύτερο σοβαρὸ κίνδυνο: τὴν ἀπολυτοποίηση τοῦ σύγχρονου κράτους τοῦ Ἰσραήλ. Ἕνα σύγχρονο κράτος, ὅπως κάθε πολιτικὴ πραγματικότητα, ὑπόκειται στὴν ἱστορία, στὴν πολιτική, στὸ διεθνὲς δίκαιο καὶ στὴν ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Δὲν μπορεῖ νὰ θεωρεῖται ἐκ προοιμίου φορέας μιᾶς θεϊκῆς ἀποστολῆς καὶ συνεπῶς νὰ τίθεται ὑπεράνω κάθε κριτικῆς.
Ἀκόμη πιὸ προβληματικὴ εἶναι ἡ ἐσχατολογικὴ χρήση τῶν πολιτικῶν γεγονότων. Πόλεμοι, συγκρούσεις, μετακινήσεις πληθυσμῶν καὶ πολιτικὲς ἀποφάσεις ἑρμηνεύονται συχνὰ ὡς κομμάτια ἑνὸς προφητικοῦ σεναρίου, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὴ Δευτέρα Παρουσία.
Ἔτσι, ὅμως, ἡ χριστιανικὴ ἐσχατολογία μετατρέπεται σὲ γεωπολιτικὴ μαντεία.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν μᾶς δόθηκε, γιὰ νὰ ἀποκωδικοποιοῦμε τὶς ἐφημερίδες καὶ νὰ ἀναζητοῦμε σὲ κάθε πόλεμο τὴν ἐκπλήρωση μιᾶς προφητείας. Καὶ ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς παρέδωσε ἕνα χάρτη, γιὰ νὰ ὑπολογίσουμε πότε καὶ μὲ ποιὸν τρόπο θὰ ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἱστορία.
Ὑπάρχει, τέλος, μιὰ βαθύτερη ἀντίφαση. Ὁ Χριστιανισμὸς διακηρύσσει ὅτι «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην» ὡς πρὸς τὴν ἐν Χριστῷ νέα ἀνθρωπότητα. Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι πλέον ὑπόθεση ἑνὸς ἐθνικοῦ κράτους, μιᾶς φυλῆς ἢ μιᾶς συγκεκριμένης γεωγραφικῆς ἐπικράτειας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ταυτίζεται μὲ καμία ἐπίγεια πολιτικὴ ἐξουσία.
Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστιανικὸς Σιωνισμὸς χρειάζεται σοβαρὴ θεολογικὴ κριτική. Ὄχι ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἱστορικὴ σημασία τοῦ Ἰσραὴλ ἢ νὰ καλλιεργήσουμε ἐχθρότητα ἀπέναντι στοὺς Ἑβραίους. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ βαπτίζουμε κάθε πολιτικὴ ἐξέλιξη «θέλημα τοῦ Θεοῦ» καὶ κάθε γεωπολιτικὴ ἐπιδίωξη «βιβλικὴ προφητεία».
Ὅταν ἡ πολιτικὴ ἑνὸς κράτους ἀποκτᾷ θεολογικὸ ἀλάθητο, ἡ θεολογία παύει νὰ ἐλέγχει τὴν πολιτικὴ καὶ ἀρχίζει νὰ ὑπηρετεῖ τὴν πολιτική.
Τὸ ζητούμενο, ἑπομένως, δὲν εἶναι νὰ ἀντικαταστήσουμε ἕνα ἐθνικισμὸ μὲ ἕνα ἄλλον οὔτε νὰ μετατρέψουμε τὴ θεολογικὴ συζήτηση σὲ πολιτικὴ ἀντιπαράθεση. Εἶναι νὰ διατηρήσουμε καθαρὴ τὴ διάκριση ἀνάμεσα στὴν πίστη καὶ στὴν ἰδεολογικὴ χρήση τῆς πίστης. Ἡ χριστιανικὴ μαρτυρία ὀφείλει νὰ ὑπερασπίζεται τὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν εἰρήνη γιὰ ὅλους τοὺς λαούς, χωρὶς νὰ χαρίζει σὲ καμία κυβέρνηση τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανίζεται ὡς ἀλάθητος ἐκπρόσωπος τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ εὐλογεῖ σύνορα, στρατηγικὲς καὶ κρατικὲς ἀποφάσεις, ἀλλὰ νὰ μαρτυρεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ ἐλέγχει τὴν ἀδικία καὶ νὰ στέκεται στὸ πλευρὸ κάθε ἀνθρώπου ποὺ ὑποφέρει. Ἡ Ἱερουσαλὴμ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἄλλοθι γιὰ τὴ βία, οὔτε ἡ προφητεία ἐργαλεῖο πολιτικῆς νομιμοποίησης.
Καὶ ὅταν ἡ γεωπολιτικὴ παρουσιάζεται ὡς ἐσχατολογία, τότε ἡ πίστη κινδυνεύει νὰ χάσει τὸ πρα-γματικὸ της κέντρο: ὄχι τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς πολιτικὸ σύμβολο, ὄχι ἕνα κράτος, ὄχι μιὰ ἐθνικὴ ἰδέα, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Οἱ χριστιανοὶ ὀφείλουν νὰ ἀναμένουν τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τὴν ἄκτιστη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καὶ ὄχι νὰ βαπτίζουν θεολογία τὰ πολιτικὰ παιχνίδια τῆς ἐπίγειας Ἱερουσαλήμ.




