τοῡ Πρεσβυτέρου π. Γερασίμου Βουρνᾶ
Ἐντός τῆς περασμένης ἑβδομάδος “διέρρευσε” – ἀπό ὁμάδα δημοσιογράφων, τῶν ὁποίων οἱ προθέσεις τίθενται ἐπ’ ἀμφιβόλῳ – ἔγγραφο πού φέρεται νά συνετάχθη ὑπό μέλους τῆς Πατριαρχικῆς Ἐξαρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως στήν Οὐκρανία τόν Δεκέμβριο τοῦ 2018. Ἐκεῖ, ὡς γνωστόν μετέβησαν, γιά νά παράσχουν τόν Τόμο Αὐτοκεφαλίας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί νά συντονίσουν τήν ἐκλογή Προκαθημένου. Τό ἔγγραφο αὐτό –ὑποτίθεται– ἀποτελεῖ «Χρονικόν» τῶν ὅσων συνέβησαν παρασκηνιακά κατά τήν «Ἑνωτική Σύνοδο», διά τῆς ὁποίας τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, παρακάμπτοντας τό Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας, ἕνωσε δύο σχισματικές παρατάξεις μέ κάποιους πού ἀποσπάστηκαν ἐκ τῆς Κανονικῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας.
Πολύ πιό κατηρτισμένοι ἡμῶν ἔχουν ἀναλύσει τό ζήτημα μέ ὁμιλίες καί κείμενά τους, ὅπως ὁ Πατέρας καί Διδάσκαλός μας π. Βασίλειος Βολουδάκης.[1] Ἄλλοι, ὅπως ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλβανίας Ἀναστάσιος, ἐπανειλημμένως ἒχουν παρακαλέσει τόν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη νά συγκαλέσει Πανορθόδοξο Σύνοδο γιά τήν ἐπίλυση τοῦ ζητήματος. Ταυτόχρονα, ἐγκυρότεροι ἡμῶν θά ἀναλύσουν τό ἐν λόγῳ ἔγγραφο καί θά ἀντλήσουν τά συμπεράσματά τους, διότι, κάθε τι πού ἔρχεται στήν δημοσιότητα καί ἀφορᾶ στήν Ἐκκλησία μας, πρέπει νά τό ἀντιμετωπίζουμε μέ πνευματική ἐγρήγορση γιά τό τί συμβαίνει γύρω μας καί νά μετατρέπουμε τήν ἀνησυχία μας σέ προσευχή πρός τήν Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό μας.
Ἔτσι, δέν θά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μέ τήν οὐσία τῶν ὅσων ἀναφέρει τό ἔγγραφο, ἀλλά μέ ἕνα συγκεκριμένο στοιχεῖο τῆς ἀτμόσφαιρας πού τό διέπει – τό ὁποῖο μάλιστα μᾶς κάνει νά δυσπιστοῦμε ὡς πρός τήν γνησιότητάς του. Ἀποτελεῖ ἕνα κείμενο χαμηλοῦ ἐπιπέδου ἀκόμη καί γιά τά κοσμικά δεδομένα, ἀφοῦ ἀποκτᾶ κανείς τήν ἐντύπωση πώς ἡ Ἐξαρχία τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου, ἔτσι ὅπως παρουσιάζεται, δέν εἶναι Κληρικοί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά διπλωματικοί ἀντιπρόσωποι κοσμικοῦ κράτους πού διά τῆς διπλωματικῆς ἰσχύος ἐπιχειροῦν νά ὑποτάξουν καί νά ἐπιβάλουν τήν θέλησή τους στούς ἄλλους.
Διά τοῦ λόγου τό ἀληθές, τό ἐν λόγῳ ἔγγραφο ἀναφέρει πώς «σκοπός τῆς […] Συνόδου» ἦταν «ἡ θέσις ἐπί ἰσχυρῶν καί κανονικῶν θεμελίων τῆς νέας Ἐκκλησίας κατά τήν προτροπήν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας, ὥστε οὐδείς καί οὐδέν νά ἠδύνατο νά ἀπομειώσῃ τοῦτο μέν τάς ἀπ’ αἰώνων πανιέρους προνομίας αὐτῆς […]», (σελ. 1). Δηλαδή, τόση φασαρία ἔγινε, ὄχι γιά νά λυθεῖ ἕνα πρόβλημα, ἀλλά γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν προνομίων μιᾶς Ἐκκλησίας;
Ἡ ἴδια προσέγγιση, πού μοιάζει περισσότερο διπλωματική παρά Ἐκκλησιαστική, χαρακτηρίζει συνολικά τό ἔγγραφο μέ φράσεις ὅπως: «ὑπερημύνθημεν τῶν αἰωνίων προνομιῶν τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας» ἤ ὁ «Σεβ. Ἀρχ. Εὐστράτιος, ἱκανότατος περί τά διπλωματικά ἀνθίστατο, πλήν, ὅμως αἱ “ὑποχωρήσεις” ἡμῶν κατέδειξαν ἐμφανέστερον τήν ἰσχύν τῆς Ὑμετέρας Σεπτῆς Κορυφῆς» (σελ. 5). Σέ ἄλλο δέ σημεῖο ἀναφέρει ὅτι «Διά τοιούτων πρακτικῶν καί πλασματικῶν τινων “ὑποχωρήσεων” κατοχυρώθη ἡ θέσις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας» ἤ, λίγο πιό κάτω, ὁ συντάκτης τοῦ κειμένου φέρεται νά ἀποκάλυψε ἀνεπίσημα σέ κάποιον ἀπό τήν Οὐκρανική πλευρά τά ἑξῆς: «Ἐμεῖς δέν ἤλθαμε ἐδῶ νά διαλεχθῶμε, οὔτε νά θέσωμεν ἐν ἀμφιβόλῳ τά δίκαια τῆς Μητρός Ἐκκλησίας. Ἐκείνη διδάσκει καί ὑμεῖς διδάσκεσθε. Δέν διαλλεγόμεθα ὡς ἴσοι πρός ἴσους ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πλήν σᾶς ἀγαπῶμεν πολύ» (σελ 6). Ἄραγε, ὁ Χριστός πού εἶναι ὁ Κύριος Οὐρανοῦ καί γῆς, πότε ἔκανε χρήση τοῦ “ἀξιώματός” Του καί πότε δήλωσε ὅτι «εἶμαι Θεός καί θά μέ ἀκούσετε;».
Μερικές σελίδες ἀργότερα, ὁ συντάκτης καταγράφει ὅτι «πρό πάντων προκρίνομεν τά πανίερα συμφέροντα τῆς Μητρός Ἐκκλησίας» ἐνῷ νωρίτερα ὁ ἴδιος εἶχε δηλώσει πώς «γιά ἐσᾶς ἤλθαμε. Ὄχι γιά ἐμᾶς» (σελ. 6). Τί ἀπό τά δύο λοιπόν ἰσχύει; Σκοπός τῆς ἀποστολῆς ἦταν τά «συμφέροντα» τοῦ Οἰκουμενικοῦ μας Πατριαρχείου ἤ τῆς Οὐκρανίας; Γιά τήν ἀκρίβεια, θά πρέπει νά ἐννοήσουμε ὡς σκοπό τῆς ἀποστολῆς τό νά κατανοήσει ἡ Οὐκρανία πώς θά πρέπει νά τήν συμφέρει ὅ,τι συμφέρει τό Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, διαφορετικά ἄλλη ὁδός δέν ὑπάρχει.
Τέλος, στήν σελίδα 16, κάποιος ἀπό τήν πλευρά τῶν Οὐκρανῶν πρότεινε νά ἀπαλειφθεῖ ἀπό τόν πρός ψήφιση Καταστατικό Χάρτη ὁ ὅρος «“Αὐτοκέφαλος” ἐκ τοῦ ἐπισήμου τίτλου μας». Αὐτή ἡ πρόταση φάνηκε ὅτι «συνέφερε τήν ὑστεροφημίαν τῆς Μητρός Ἐκκλησίας».
Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐκφράσεις μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀμφισβήτηση τῆς γνησιότητος τοῦ ἐγγράφου πού διέρρευσε. Ὁ ἄνθρωπος πού τό ἔδωσε στήν δημοσιότητα ἔχει σκοπό νά πλήξει πράγματι τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, παρουσιάζοντας τούς ἀνθρώπους του, οὐσιαστικά, ὡς πολιτικούς πού κινοῦνται μέ διπλωματικούς ἑλιγμούς καί ὄχι μέ γνώμονα τήν ἀλήθεια, μέ λογικά καί θεολογικά ἐπιχειρήματα. Σκοπός τῆς διαρροῆς τοῦ ἐγγράφου εἶναι νά πείσει γιά τήν ὑπεροχή τῆς διπλωματίας καί τῆς πολιτικῆς ἰσχύος ὡς μέσα. Εἰσάγεται μέ αὐτό τό ἔγγραφο ἕνα ἤθος ἐπιβολῆς, ξένο πρός τό ἦθος τῶν Πατέρων μας πού πάντοτε ὕψωναν τά ἐπιχειρήματά τους καί χαμήλωναν τήν φωνή καί τά ἀξιώματά τους, κατά πῶς μᾶς δίδαξε ὁ Διδάσκαλός μας, π. Βασίλειος.
Προκαλεῖ ἀλγεινή ἐντύπωση ἡ ἀγένεια, μέ τήν ὁποία ἐκφράζονται οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Πατριαρχείου. Ἴσως κάποιος ὑποστηρίξει ὅτι ἀπευθύνοντο σέ σχισματικούς πού «μόνο ἔτσι καταλαβαίνουν». Ἄν «μόνο ἔτσι καταλαβαίνουν», ποιός μᾶς εἶπε νά ἀσχοληθοῦμε μαζί τους καί, πολύ περισσότερο, νά πέσουμε στό ἐπίπεδό τους;
Νιώθει κανείς τήν ἀνάγκη νά ἀναπνεύσει καθαρό πνευματικό ἀέρα. Διαβάζοντας, ἐπί παραδείγματι, τήν ἐπιστολή τοῦ Μεγάλου Φωτίου πρός τόν ἄρχοντα τῶν Βουλγάρων Μιχαήλ, βλέπουμε ἕνα τελείως διαφορετικό ἦθος. Τόν ἀποκαλεῖ «περιφανέστατε καί ἠγαπημένε υἱέ» καί ἀντί νά τόν ὑποτιμᾶ, τόν προσκαλεῖ μέ εὐγένεια νά μιμηθεῖ τό παράδειγμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Σέ ὃλη τήν ἒκταση τῆς ἐπιστολῆς, τοῦ δίνει τίς ἀπαραίτητες συμβουλές, γιά νά τό ἐπιτύχει. Τόν διδάσκει, μεταξύ ἄλλων, ὅτι ὁ ἡγεμόνας πού ἔχει ἐνστερνιστεῖ τόν Θεῖο ἔρωτα, ὄχι μόνο ἀποφεύγει τούς ἐμφυλίους πολέμους, ἀλλά οὔτε κἄν τούς διανοεῖται. Θά πρέπει ἡ ἐξουσία του νά μή βασίζεται στήν τυραννία, ἀλλά στήν ἐξασφάλιση τῆς εὔνοιας τῶν ὑπηκόων του, τούς ὁποίους ὀφείλει διαρκῶς νά ἐνισχύει στήν προσπάθειά τους γιά βελτίωση. Θά πρέπει νά ἀποζητᾶ τίς γνῶμες τῶν ὑπηκόων του καθιστώντας τους φίλους καί κοινωνούς τῆς ἐξουσίας καί τῶν ἀποφάσεών του. Τά σχόλια περιττεύουν!
Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἀπό τήν Ἱστορία εἶναι καί ὁ αὐτοκράτωρ Ρωμανός Α΄ ὁ Λεκαπηνός (920-944), ὁ ὁποῖος ἀπαντᾶ στίς παράλογες καί θρασύτατες ἀξιώσεις τοῦ ἄρχοντα τῆς Βουλγαρίας Συμεών, πού στίς ἐπιστολές του αὐτοαποκαλοῦταν «βασιλεύς Ρωμαίων καί Βουλγάρων». Ὁ αὐτοκράτωρ ὁλόκληρης τῆς τότε οἰκουμένης ἀπαντᾶ στόν βάρβαρο Συμεών προσφωνῶντάς τον «πνευματικό ἀδελφό» του! Προχωρεῖ, ἀντιμετωπίζοντας τίς παράλογες ἀξιώσεις του μέ λογική καί Θεολογία, ἀντί μέ ἔπαρση καί ἀπειλές. Κλείνει τήν ἐπιστολή του ἀποκαλῶντάς τον ἄλλη μιά φορά ἀδελφό.
Δέν ἀναφέρουμε τά ὡς ἄνω παραδείγματα γιά νά ἐξιδανικεύσουμε τό παρελθόν. Δέν μπορεῖ κανείς ὅμως νά μή διαπιστώσει ὅτι στά ἔγγραφα τοῦ παρελθόντος ὑπῆρχε πολύ λιγότερη βαρβαρότητα ἀπό τήν σημερινή ἐποχή μας. Φαίνεται, μέσα ἀπό τήν μελέτη αὐτῶν, ἡ ἀφομοίωση τοῦ ἤθους τοῦ Χριστοῦ μας ἀκόμα καί στήν κοσμική καί διοικητική πτυχή τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων.
Μακάρι αὐτό τό ἤθος νά ποθήσουμε καί νά μιμηθοῦμε!
[1] Βλ. ἐνδεικτικά ἄρθρο τοῦ π. Βασιλείου στό περιοδικό «Ἐνοριακή Εὐλογία» μέ τίτλο: «Ἡ Οὐκρανική προσβολή, αἰτία σχίσματος!», Ἔτος ΙΗ΄, Αὔγουστος- Σεπτέμβριος 2019, ἀριθ. τεύχους 204-205, σελ. 312 κ. ἑ. Καθώς καί τήν διαδικτυακή ὁμιλία τοῦ ἰδίου μέ τίτλο: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ, στίς 12/4/2022, στό youtube.com




