Ἀποστολικὴ Διακονία: Ὁ ἀνεκμετάλλευτος θησαυρὸς τῆς Ἐκκλησίας

Share:

Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου

  Ἱστορικά, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπῆρξε ὁ θεματοφύλακας τῶν Ἱερῶν Κειμένων, διαφυλάσσοντας, ἀντιγράφοντας καὶ διαδίδοντας τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Πατερικὴ σοφία στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης. Στὴ σύγχρονη ἐποχή, αὐτὸς ὁ ρόλος ὄφειλε νὰ ἔχει ἐνισχυθεῖ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ὡστόσο, μιὰ νηφάλια καὶ κριτικὴ ματιὰ στὴν σημερινὴ πραγματικότητα ἀποκαλύπτει μιὰ ὀδυνηρὴ ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα στὶς τεράστιες δυνατότητες τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τὴν πενιχρή τους ἀξιοποίηση.

  Ἡ ψηφιακὴ ἐπικοινωνία, ἡ παγκοσμιοποίηση καὶ ἡ ἄμεση πρόσ­βαση στὴν πληροφορία καθορίζουν τὸ πῶς οἱ ἄνθρωποι προσεγγίζουν τὴν πνευματικότητα. Δυστυχῶς, ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία φαίνεται νὰ ὑστερεῖ χαρακτηριστικά, ἀφήνοντας κρίσιμα κενά, τὰ ὁποῖα σπεύδουν νὰ καλύψουν ἑτερόδοξες ὁμολογίες καὶ ἰδιωτικὲς πρωτοβουλίες.

  Ἴσως τὸ πιὸ κραυγαλέο παράδειγμα τῆς ἀδράνειας τοῦ ἐπίσημου ἐκδοτικοῦ μηχανισμοῦ εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψη μιᾶς ἐγκεκριμένης, ἐπίσημης μετάφρασης τῆς Καινῆς Διαθήκης στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἢ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἡ ὁποία νὰ ἐκδίδεται καὶ νὰ διανέμεται κεντρικά. Σὲ ἕνα κόσμο ὅπου ἡ ἀγγλικὴ εἶναι ἡ lingua franca, καὶ μὲ μιὰ ὀρθόδοξη διασπορὰ ποὺ ἀριθμεῖ ἑκατομμύρια πιστούς, ἡ ἀπουσία μιᾶς τέτοιας ἔκδοσης εἶναι ἀδικαιολόγητη.

  Ποῖες εἶναι οἱ συνέπειες; Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί, οἱ κατηχούμενοι καὶ οἱ ἀγγλόφωνοι ἀναζητητὲς τῆς ἀλήθειας ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγουν σὲ προτεσταντικὲς ἐκδόσεις (ὅπως ἡ NIV, ἡ ESV ἢ ἡ King James) προκειμένου νὰ μελετήσουν τὴν Ἁγία Γραφή. Tὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐγκυμονεῖ τεράστιους κινδύνους. Οἱ προτεσταντικὲς μεταφράσεις, ὅσο φιλολογικὰ ἄρτιες κι ἂν προσπαθοῦν νὰ εἶναι, διέπονται συχνὰ ἀπὸ θεολογικὲς προκαταλήψεις. Ἐπιλογὲς σὲ λέξεις-κλειδιά, ὅπως ἡ μετάφραση τῆς λέξης «παράδοσις», ἡ «δικαίωσις» ἢ τὸ «μυστήριον», ἀλλοιώνουν τὸ ὀρθόδοξο δόγμα καὶ περνοῦν ὑποσυνείδητα στὸν ἀναγνώστη μιὰ ἑτερόδοξη θεώρηση τῆς σωτηρίας καὶ τῆς ἐκκλησιολογίας.

  Εἶναι ἀδιανόητο ἡ Ἐκκλησία ποὺ κατέχει τὸ αὐθεντικὸ κείμενο στὴν Ἑλληνιστικὴ Κοινή, ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἀνέδειξε τοὺς μεγάλους ἑρμηνευτὲς τῶν Γραφῶν, νὰ μὴ ἔχει συστήσει μιὰ ἐπιτροπὴ θεολόγων καὶ γλωσσολόγων, γιὰ νὰ παραδώσει στὴν ἀνθρωπότητα μιὰ ἀγγλικὴ μετάφραση τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀπαλλαγμένη ἀπὸ καλβινιστικὲς ἢ λουθηρανικὲς ἐπιρροές. Ἀντὶ ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία νὰ ἀποτελεῖ τὸν παγκόσμιο προμηθευτὴ τῆς Ὀρθόδοξης Γραφῆς, ἀφήνει τὸ ποίμνιό της ἕρμαιο στὶς ἐκδοτικὲς μηχανὲς ἑτεροδόξων ὁμολογιῶν.

  Δεύτερο καὶ ἐξίσου σημαντικὸ ἀτόπημα εἶναι ἡ στάση ἀπέναντι στὴν Πατερικὴ Γραμματεία. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καυχιέται — καὶ ὀρθῶς — ὅτι εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν Πατέρων. Ἡ θεολογία μας δὲν νοεῖται ἐκτὸς τοῦ πατερικοῦ πλαισίου. Παρόλα αὐτά, ἂν κάποιος ἀναζητήσει μιὰ σύγχρονη, ἐπίσημη, δίγλωσση (μὲ ἀρχαῖο κείμενο καὶ δόκιμη νεοελληνικὴ μετάφραση) ἔκδοση τῶν Ἁπάντων τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἢ τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Διακονία, θὰ βρεθεῖ πρὸ ἀδιεξόδου.

  Αὐτὸ τὸ κενὸ θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλεῖ ντροπή. Ἡ μετάφραση καὶ ἡ ἔκδοση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ἔχει ἀφεθεῖ σχεδὸν ἀποκλειστικὰ σὲ ἰδιωτικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους, σὲ μεμονωμένα μοναστήρια ἢ σὲ ξένα, μὴ ὀρθόδοξη ἀκαδημαϊκὰ ἱδρύματα. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία νὰ μὴ ἔχει ἐντάξει στὸ ὀργανόγραμμά της ἕνα μόνιμο μεταφραστικὸ ἰνστιτοῦτο ποὺ νὰ ἐκδίδει σὲ ὑψηλὴ τυπογραφικὴ ποιότητα καὶ προσιτὴ τιμὴ τοὺς θησαυροὺς τῆς πίστης μας;

Ἡ μητέρα Ἐκκλησία ἀφήνει τὰ παιδιά της πνευματικὰ ὑποσιτισμένα, τὴν στιγμὴ ποὺ οἱ θεολογικὲς σχολὲς παράγουν ἑκατοντάδες πτυχιούχους καὶ μεταπτυχιακοὺς φοιτητὲς ἐτησίως, οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τὴν ἐπιστημονικὴ ἐπάρκεια νὰ ἀναλάβουν αὐτὸ τὸ ἔργο. Tὸ ἐπιστημονικὸ δυναμικὸ ὑπάρχει. Αὐτὸ ποὺ ἀπουσιάζει εἶναι ἡ βούληση, ὁ συντονισμὸς καὶ τὸ ὅραμα ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ἐπίσημου ἐκκλησιαστικοῦ μηχανισμοῦ.

Μία ἀκόμη ὀλιγωρία τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι ὁ πρῶτος χῶρος ἐπαφῆς τοῦ ἀναγνώστη μὲ τὸ βιβλίο, δηλαδὴ ἡ εὕρεσή του στὸ διαδίκτυο. Ἡ ἱστοσελίδα καὶ τὸ ἠλεκτρονικὸ κατάστημα (e-shop) ἑνὸς ἐκδοτικοῦ οἴκου ἀποτελοῦν τὴν βιτρίνα του στὸν κόσμο.

Μιὰ ἐπίσκεψη στὴν ἱστοσελίδα τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἀρκεῖ, γιὰ νὰ διαπιστώσει κανεὶς ὅτι δὲν πληροῖ τὶς προδιαγραφὲς ἑνὸς ἀνταγωνιστικοῦ, σύγχρονου βιβλιοπωλείου. Tὸ περιβάλλον χρήστη μοιάζει βγαλμένο ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 2000. Ἡ ἐμπειρία πλοήγησης εἶναι δυσκίνητη, ἡ ἀναζήτηση βιβλίων ἀπογοητευτική, ἐνῷ ἀπουσιάζουν βασικὰ ἐργαλεῖα σύγχρονου μάρκετινγκ, ὅπως ἐκτενῆ δείγματα ἀνάγνωσης σὲ PDF, κριτικὲς ἀναγνωστῶν, σύγχρονες φωτογραφίες τῶν ἐκδόσεων, ἀλγόριθμοι προτάσεων (σχετικὰ βιβλία) καὶ καμπάνιες ἐνημερώσεως.

Πῶς περιμένουμε νὰ ἐπιτευχθοῦν πωλήσεις σὲ μιὰ ἄκρως ἀνταγωνιστικὴ ἀγορά, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ στοιχειώδης προετοιμασία καὶ προεργασία; Ἡ διάδοση τοῦ βιβλίου ἀπαιτεῖ στρατηγική. Δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ τυπώνεται ἕνα σύγγραμμα καὶ νὰ καταχωρεῖται σὲ μιὰ ἀπρόσωπη, δύσχρηστη βάση δεδομένων. Ἀπαιτεῖται προώθηση στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, συνεργασίες μὲ βιβλιοπαρουσιαστές, δημιουργία ἑλκυστικῶν ψηφιακῶν ἐκδόσεων (e-books) καὶ ἠχητικῶν βιβλίων (audiobooks). Σὲ ὅλα αὐτά, ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία ἀπουσιάζει ἐκκωφαντικά. Ἡ ἀδυναμία της νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα μοντέρνο ἠλεκτρονικὸ βιβλιοπωλεῖο ὑπονομεύει τὸ ἴδιο της τὸ ἔργο, ἐμποδίζοντας τὰ σπουδαῖα πνευματικὰ κείμενα νὰ φτάσουν στὴ νέα γενιά.

Πίσω ἀπὸ κάθε μὴ λειτουργικὸ ὀργανισμὸ κρύβεται συν­ήθως ἕνα δομικὸ διοικητικὸ πρόβλημα. Ὅλες οἱ παραπάνω ἀδυναμίες — τὰ μεταφραστικὰ κενά, ἡ ἀπαρχαιωμένη ψηφιακὴ παρουσία, ἡ ἀπουσία στρατηγικῆς πωλήσεων — συγκλίνουν σὲ ἕνα βασικὸ αἴτιο: τὸν ἀνεπαρκῆ ἀριθμό, ἀλλὰ κυρίως τὴν ἔλλειψη ἐξειδίκευσης τοῦ προσωπικοῦ σὲ καίριες θέσεις.

Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ποὺ ἐργάζονται στὴν Ἀποστολικὴ Διακονία δὲν ἐπαρκεῖ, γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὸ ὅραμα ἑνὸς πανορθόδοξου ἐκδοτικοῦ κολοσσοῦ. Ἀκόμα χειρότερα, φαίνεται νὰ ἀγνοεῖται ὁ καταμερισμὸς ἐργασίας βάσει σύγχρονων ἐπαγγελματικῶν προτύπων.

Ἡ λειτουργία ἑνὸς τέτοιου ὀργανισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπαφίεται ἀποκλειστικὰ σὲ κληρικοὺς ἢ σὲ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους μὲ παρωχημένες ἀντιλήψεις περὶ τῆς ἀγορᾶς τοῦ βιβλίου.

Δὲν πρόκειται γιὰ ἐκκοσμίκευση τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ γιὰ σεβασμὸ στὴν ἀποστολή της. Ἄν ὁ Ἀπόστολος Παῦ­λος χρησιμοποιοῦσε τὸ ρωμαϊκὸ ὁδικὸ δίκτυο καὶ τὴν ἀττικὴ διάλεκτο — τὰ πιὸ προηγμένα «τεχνολογικὰ» μέση τῆς ἐποχῆς του — γιὰ νὰ διαδώσει τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ σημερινὴ Ἐκκλησία ὀφείλει νὰ χρησιμοποιήσει τὸ διαδίκτυο, τὸ σύγχρονο management καὶ τὸ ψηφιακὸ μάρκετινγκ γιὰ τὸν ἴδιο ἀκριβῶς σκοπό.

Ἕνα ἀκόμα ἐξαιρετικὰ πρακτικὸ πρόβλημα ἐντοπίζεται στὴν ἴδια τὴν ἐκδοτικὴ πολιτικὴ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ὅσον ἀφορᾶ τὰ λειτουργικά της βιβλία. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ καιροὺς προβαίνει σὲ νέες ἐπανεκδόσεις τῶν ἱερῶν κειμένων, αὐτὲς φαίνεται νὰ σχεδιάζονται ἀπουσίᾳ οὐσιαστικῆς μελέτης τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς λατρευτικῆς ζωῆς. Τὰ βιβλία αὐτὰ δὲν χαρακτηρίζονται ἀπὸ χρηστικότητα, οὔτε γιὰ τὸν πιστὸ ποὺ θέλει νὰ παρακολουθήσει τὴν ἀκολουθία στὸ στασίδι, οὔτε γιὰ τὸν ψάλτη ποὺ καλεῖται νὰ τὰ χρησιμοποιήσει στὸ ἀναλόγιο.

Tὸ ἀποτέλεσμα εἶναι παράδοξο ἀλλὰ ἀναμενόμενο: τόσο οἱ ψάλτες ὅσο καὶ οἱ λαϊκοὶ προσπερνοῦν τὶς ἐπίσημες ἐκδόσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου καὶ στρέφονται σὲ ἰδιωτικοὺς ἐκδοτικοὺς οἴκους ἢ μεμονωμένες πρωτοβουλίες, οἱ ὁποῖες προσφέρουν ἐκδόσεις πολὺ πιὸ καλαίσθητες, λειτουργικὲς καὶ προσαρμοσμένες στὶς πραγματικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ ἀναλογίου.

Ἡ κριτικὴ στὴν Ἀποστολικὴ Διακονία δὲν γίνεται μὲ διάθεση πολεμικῆς, ἀλλὰ μὲ βαθὺ πόνο καὶ εἰλικρινῆ ἀγωνία γιὰ τὸ μέλλον τῆς ἐκκλησιαστικῆς μαρτυρίας. Ἡ Ἐκκλησία διαθέτει ἕνα ἀνεκτίμητο θησαυρό. Ἔχει τὶς ἀπαντήσεις στὰ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Ὅμως, αὐτὸς ὁ θησαυρὸς παραμένει κρυμμένος σὲ ἀποθῆκες μὲ κακοφωτισμένες ἱστοσελίδες, ἀπροσπέλαστος σὲ ὅσους δὲν μιλοῦν ἑλληνικά, καὶ ἐγκαταλελειμμένος ὅσον ἀφορᾶ τὴν πατερική του διάσταση.

  Next Article

Ὁ Χριστόδουλος “ἀπεκύησε” τάς ἐκτροπάς τοῦ Βαρθολομαίου