Ένα άρθρο από την Marie-Armelle Beaulieu
Τίτλος πρωτότυπου: ‘Abouna Justinos, une vie à veiller sur le puits de Jacob’
Δημοσιεύθηκε στήν ἱστοσελίδα TERRE SAINTE στις 2-10-2026 (Μετάφραση ἀπό τά Γαλλικά).
Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος, σημαντικὴ μορφὴ τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἐκκλησίας, ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ τὴν 1η Ὀκτωβρίου τοῦ 2026, ὕστερα ἀπὸ μακρὰ ἀσθένεια. Ἀφιέρωσε περισσότερα ἀπὸ 40 χρόνια στὸ προσκύνημα τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ, τῆς Σαμαρείτιδος στὴν Σαμάρεια (Nablus). Ἱερέας, κτίτωρ καὶ ἁγιογράφος, ἀφήνει στοὺς Ἁγίους Τόπους ἕνα ἔργο θεμελιωμένο στὴν πέτρα, (στὰ πέτρινα οἰκοδομήματα) καὶ στὴν πίστη.
Στὴ μικρὴ αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ, ἔσπαζε κεραμικὰ πλακάκια γιὰ νὰ φτιάξει ψηφίδες. Ὁ καφὲς του κρύωνε. Τὰ κομμάτια ποὺ μάζευε ἀπὸ τοὺς κάδους ἀπορριμμάτων τῆς γειτονιᾶς θὰ γίνονταν, στὰ χέρια του, τὸ δάπεδο μιᾶς Ἐκκλησίας. Ὅταν τὸ Terre Sainte Magazine τὸν εἶχε συναντήσει τὸ 2009, ἔτσι ἦταν ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος: λίγα λόγια στὴν ἀρχή, πολλὴ δουλειά. Μόλις ὅμως ἡ συζήτηση ἔφθανε στὸ εὐαγγελικὸ γεγονός τῆς συναντήσεως τοῦ Κυρίου μετά τῆς Σαμαρείτιδος, ἡ σιωπὴ ὑποχωροῦσε. Πίσω ἀπὸ τὸ γραφεῖο του, στὴν κρύπτη τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ, ὁ ἱερέας ζωντάνευε.
Αὐτὴ ἡ φωνὴ σώπασε. Τὸ Ἑλληνορθόδοξο Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων ἀνακοίνωσε τὸν θάνατο τοῦ Ἀρχιμανδρίτη Ἰουστίνου Μάμαλου τὴν 1η Ὀκτωβρίου 2026, ὕστερα ἀπὸ μακρὰ ἀσθένεια. Μέλος τῆς Ἁγιοταφιτικῆς Ἀδελφότητος, εἶχε συνδέσει τὴ ζωὴ του μὲ αὐτὸ τὸ Προσκύνημα τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ στην Νεάπολι, ὅπου ἡ παράδοση τοποθετεῖ τὴ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα. Τὸ Πατριαρχεῖο προετοιμάζει τὴ μεταφορὰ τῆς σοροῦ του στοὺς Ἁγίους Τόπους γιὰ τὴν Ἐξόδιο ἀκολουθία καὶ τὴν ταφὴ του.
Εἶχε ὁ ἴδιος ἑτοιμάσει ἐκεῖ τὴ θέση του. Τὸ 2009, βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, μᾶς εἶχε δείξει ἕναν τάφο. «Βλέπεις αὐτὸν τὸν τάφο; Εἶναι ὁ δικὸς μου. Ὁ κτίτορας μιᾶς ἐκκλησίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ταφεῖ δίπλα της».
Ὑπῆρξε κτίτορας μὲ ἕνα πεῖσμα ποὺ οὔτε τὰ διοικητικὰ ἐμπόδια οὔτε ἡ ἔλλειψη χρημάτων οὔτε ἡ βία εἶχαν καταφέρει νὰ ἐξαντλήσουν. Εἶχε φτάσει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα στοὺς Ἁγίους Τόπους γύρω στὸ 1960 καὶ εἶχε ἀναλάβει τὴ φύλαξη τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακὼβ γύρω στὸ 1980, μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ προκατόχου του, Ἀρχιμανδρίτου Φιλουμένου, τὸν Νοέμβριο τοῦ 1979. «Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Φιλουμένου, δὲν ὑπῆρχαν πολλοὶ πρόθυμοι νὰ ἔρθουν ἐδῶ», μᾶς ἐξηγοῦσε. Εἶχε δεχτεῖ μὲ δύο ὅρους: νὰ μπορεῖ νὰ ὁπλοφορεῖ καὶ νὰ μπορεῖ νὰ φύγει ὅποτε τὸ θελήσει.
Καὶ πράγματι ἔφυγε. Γιὰ νὰ ἐπιστρέψει μὲ τὰ μέσα ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ χτίσει. Μέχρι τὴν Ἰνδία εἶχε φτάσει, ἀναζητώντας δωρητὲς γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴ Βασιλική, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ εἶχε ἀρχίσει τὸ 1908 καὶ εἶχε σταματήσει γιὰ δεκαετίες. Ἀφοῦ συγκέντρωσε τὰ χρήματα, χρειαζόταν ἀκόμη μιὰ ἄδεια.
Διηγοῦνταν συχνὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Γιάσερ Ἀραφάτ, ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ νὰ τὸν παρασημοφορήσει. Κατὰ τὴν Ἰντιφάντα, ἡ διανομὴ ἀλευριοῦ στοὺς κατοίκους, τοῦ εἶχε χαρίσει τὸ προσωνύμιο «Πατέρας τῶν Φτωχῶν». Τὸ παράσημο, ὅμως, μποροῦσε νὰ περιμένει. «Δὲν μὲ νοιάζει νὰ πάρω ἕνα παράσημο, θέλω μιὰ Ἐκκλησία», εἶχε ἀπαντήσει, ὅπως μᾶς διηγήθηκε ὁ ἴδιος. Στὴν προσφορὰ χρηματοδότησης εἶχε ἀντιτάξει τὴν ἴδια ἐπιμονὴ: «Δὲν θέλω χρήματα, τὰ ἔχω. Θέλω τὴν ἄδεια οἰκοδομῆς».
Ὁ ναὸς τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς, ἀφιερωμένος στὴ Σαμαρείτιδα, φέρει παντοῦ τὸ ἀποτύπωμα τῶν χεριῶν του. Εἶχε σχεδιάσει τὴν ἀρχιτεκτονικὴ του, ζωγράφισε τὶς τοιχογραφίες, συνέθεσε τὰ ψηφιδωτά. Τὰ κιονόκρανα ποὺ εἶχαν βρεθεῖ στὰ ἐρείπια εἶχαν ξαναβρεῖ τὴ θέση τους στὸ κτίσμα. Γιὰ νὰ ζωγραφίσει τὸν τροῦλο, εἶχε δουλέψει ἕξι μῆνες μὲ τὰ χέρια ψηλὰ καὶ τὸ κεφάλι γερμένο πρὸς τὰ πίσω. Ὁ αὐχένας του ἀκόμη τὸ θυμόταν.
Αὐτὰ τὰ χέρια τοῦ ἐργάτη, ὅμως, ἦταν καὶ χέρια ἱερέα. Δεχόταν τοὺς ἐνορίτες του, λειτουργοῦσε στὴν κρύπτη, ὑποδεχόταν τοὺς προσκυνητὲς καὶ ἐξηγοῦσε τὶς Γραφές, περνώντας ἀπὸ τὴ μιὰ γλῶσσα στὴν ἄλλη. Γιὰ ἐκεῖνον, ὁ διάλογος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα δὲν ἦταν ποτὲ μιὰ ἀφήγηση ποὺ εἶχε χάσει τὴ ζωντάνια της κατά τήν διάρκεια τῶν ἀμετρήτων ἐπισκέψεων. Ἐπανερχόταν σὲ αὐτὸν καί ἐπαναλάμβανε αὐτόν μὲ πάθος, προσέχοντας κάθε λέξη.
Ἡ ἀφοσίωσή του στὸν τόπο τοῦ εἶχε κοστίσει ἀκριβά. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι εἶχε ἐπιζήσει ἀπὸ 32 ἀπόπειρες δολοφονίας μέσα σὲ 40 χρόνια. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 2021, ἡ Ἑλληνίδα δημοσιογράφος Μαρία Γιαχνάκη εἶχε ἀναφέρει μιὰ ἀπόπειρα ἐμπρησμοῦ τοῦ μοναστηριοῦ ποὺ ἔθεσε τὴ ζωὴ του σὲ κίνδυνο, καθὼς καὶ μιὰ ἐπίθεση μὲ πέτρες. Τὸν Ἰανουάριο τοῦ 2022, εἶχε ξυλοκοπηθεῖ ξανά. Τὸ Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν εἶχε καταγγείλει αὐτὴ τὴν ἐπίθεση, ἀναφέροντας τὴ σύλληψη ὑπόπτων καὶ τὴν τοποθέτηση φρουρῶν ἀπὸ τὴν Παλαιστινιακὴ Ἀρχή.
Ἡ βία ἀποτελεῖ μέρος τῆς ἱστορίας του. Δὲν τὴν ἀφηγεῖται ὅμως ὁλόκληρη. Στὸ πορτρέτο τοῦ 2009 παραμένουν καὶ τὸ χιοῦμορ του, οἱ ἀραβικὲς παροιμίες, τίς ὁποῖες ἔλεγε μὲ ἑλληνικὴ προφορά, ἡ περηφάνεια του, ποὺ, χρησιμοποιώντας ἄχρηστα ὑλικά, κατασκεύαζε ἕναν θησαυρὸ. Καὶ αὐτὴ ἡ πεποίθηση, ποὺ ἐξέφραζε χωρὶς στόμφο: «Ἂν ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε διάφορα χαρίσματα, ὀφείλουμε νὰ τὰ ἀξιοποιήσουμε ὅλα, ὥστε νὰ καρποφορήσουν».
Στὴν αὐλὴ τοῦ Φρέατος τοῦ Ἰακώβ, τὰ σπασμένα πλακάκια εἶχαν γίνει ψηφιδωτό. Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος ἀφήνει πίσω του μία Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας τά σκαλιά ἄλλοι θὰ συνεχίσουν νὰ κατεβαίνουν γιὰ νὰ ἀκούσουν γιὰ τὸ «ζωντανὸ νερὸ» (“ὕδωρ ζῶν”, Ἰωάν. 4,10).
ΠΗΓΗ: https://www.terresainte.net/2026/10/abouna-justinos-une-vie-a-veiller-sur-le-puits-de-jacob/
jerusalem-patriarchate.info




