Ἁγία Τριάς καὶ Δημιουργία κατὰ τὸν Θωμᾶν Ἀκινάτην

Share:

Τοῦ κ. Εὐλαλίου Θωμαΐδη, Θεολόγου

Α΄ Μέρος

  Κατὰ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὁ ἄνθρωπος εἰκονίζει τόσο τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ ὅσο καὶ τὶς ὑποστατικὲς σχέσεις τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας. Τὸ πρόσωπο εἶναι ἕνα κατηγόρημα ποὺ δεικνύει τὴν ἀξιοπρέπεια ἑνὸς λογικοῦ ὄντος, τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀγγέλου καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ὑποστατικὲς πρόοδοι, δηλαδὴ ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς καὶ ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγ. Πνεύματος ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ ἀποτελοῦν τόσο τὴν αἰτία τῆς ἐξόδου τῶν κτισμάτων ἀπὸ τὸ Θεὸ ὅσο καὶ τὴν αἰτία τῆς ἐπιστροφῆς των σὲ Αὐτόν, πράγμα ποὺ δεικνύει τὴν ταύτιση τῶν ἐνεργειῶν μὲ τὶς ὑποστάσεις τῆς ἀκτίστου θεότητας, τουλάχιστον ἐξ ὀρθοδόξου ἀπόψεως.

  Αὐτὲς  οἱ ἐκφράσεις τῆς θωμιστικῆς θεολογίας ποὺ παραθέσαμε ἀνωτέρω ἀποτελοῦν τὸ προοίμιο τῆς εἰσαγωγῆς μας σὲ μία νέα θεματολογία, αὐτῆς τῆς Ἁγίας Τριάδας σὲ σχέση μὲ τὴν κτιστὴ πραγματικότητα, σχέση ἔτσι ὅπως τὴ βλέπει ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς ρωμαιοκαθολικῆς ὁμολογίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Μέσα ἀπὸ τὴν πραγμάτευση τοῦ παρόντος θέματος θὰ φανεῖ μὲ ἐνάργεια ὅτι ἡ τριαδικὴ θεολογία τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη εἶναι πιὸ κοντὰ στὴ ὀρθόδοξη μεταπατερικὴ θεολογία τῶν Ρώσων τῆς διασπορᾶς σὲ σχέση μὲ αὐτὴν τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καθότι τόσο οἱ Ρῶσοι τῆς διασπορᾶς ὅσο καὶ ὁ Ἀκινάτης ἀκολουθοῦν ἕνα θεολογικὸ μοντέλο ποὺ δίνει ἔμφαση στὸ πρόσωπο. Ξεκινᾶμε ἀμέσως τὴν πραγμάτευση τοῦ παρόντος θέματος, ἔτσι ὅπως ὑφίσταται στὴ Σούμα.

I) Ἡ θεία ἁπλότητα [1]. Ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ξεκινᾶ τὸ θεολογικό του στοχασμὸ μὲ τὴν πραγμάτευση τῆς ἄποψης ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἁπλός, ἤτοι μὴ σύνθετος. Στὸ Θεὸ δὲν ὑπάρχει σύνθεση μεταξὺ μορφῆς καὶ ὕλης, δύναμης καὶ ἐνέργειας, οὐσίας καὶ ὕπαρξης, φύσης καὶ ὑποκειμένου, ὑποκειμένου (μὲ τὴν ἔννοια αὐτοῦ ποὺ βρίσκεται ὑπὸ τὰ συμβεβηκότα καὶ τὰ στηρίζει ὀντολογικὰ) καὶ συμβεβηκότος καὶ εἴδους καὶ οὐσιώδους διαφορᾶς. Ἐν ὀλίγοις, ὁ Θεὸς δὲν μπορεῖ νὰ μὴ ἔχει κάτι ἀπραγματοποίητο, καθότι ἔχει ὅλες του τὶς δυνατότητες ἐκπληρωμένες, πρᾶγμα ποὺ δεικνύει ὁ ἀποδιδόμενος σὲ αὐτὸν ὅρος «καθαρὴ ἐνέργεια». Ὡς καθαρὴ ἐνέργεια ὁ Θεὸς εἶναι τὸ πρῶτο ὄν, ἡ πρώτη χωριστὴ ὑπόσταση, τουτέστιν ὑπόσταση ἄνευ ὕλης. Κατὰ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὑπάρχουν καὶ ἄλλες χωριστὲς ὑποστάσεις, ὅπως αὐτὲς τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν. Οἱ χωριστὲς ὑποστάσεις τῶν ἀνθρώπων διαφέρουν ἀπὸ αὐτὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων, καθὼς συμπλέκονται μὲ τὴν ὕλη ἤ, ἀλλιῶς, φέρουν σῶμα. Οἱ ἄγγελοι δὲν ἔχουν ὕλη καὶ ἄρα εἶναι καθαρὲς μορφές. Ὅμως, στοὺς ἀγγέλους ἡ ὕπαρξη δὲν ταυτίζεται μὲ τὴν οὐσία, παρότι εἶναι καθαρὲς μορφές, καθότι ἀμφότερες τὶς λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Θεό. Παρ’ ὅλα αὐτά, κάθε ἄγγελος εἶναι καὶ ἕνα ξεχωριστὸ εἶδος, καθότι δὲν ὑπάρχει ὕλη, γιὰ νὰ τὸ ἐξατομικεύσει, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν ἄνθρωπο [2]. Ὁ Θεός, λοιπόν, διαφέρει ἀπὸ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ κτίσματα, γιατί εἶναι ἡ ἀπόλυτη καθαρὴ Μορφὴ (οὐσία = ὕπαρξη). Τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς διαφοροποιεῖται ἀπὸ τὴν κτιστὴ πραγματικότητα, καθότι δὲ λαμβάνει τὴν ὕπαρξη ἀπὸ κάτι ἄλλο καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι μεταγενέστερός τῆς οὐσίας του ἢ ἀπὸ τὶς συστατικὲς δομές του, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ κτίσματα. Αὐτὸ ποὺ δὲν λαμβάνει τὴν ὕπαρξη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ὕπαρξη, ὕπαρξη ἡ ὁποία διαχέει ἢ κοινοποιεῖ τὸν ἑαυτό της σὲ ὅ,τι δὲν εἶναι καὶ δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι Θεός. Αὐτὴ ἡ κοινοποίηση τοῦ Θεοῦ στὴν κτιστὴ πραγματικότητα σημαίνεται μὲ τὸν ὅρο πρώτη ποιητικὴ αἰτιότητα.

II) Θεῖες τελειότητες μέσα στὸ Θεὸ καὶ μέσα στὰ κτίσματα [3]. Κάθε αἰτία εἶναι τελειότερη σὲ σχέση μὲ τὸ ἀποτέλεσμά της, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι τὸ δεύτερο περιέχεται στὸ πρῶτο ὡς παραδειγματικὴ αἰτία. Ἡ πρώτη παραδειγματικὴ αἰτία ὡς καθαρὴ ἐνέργεια ἔχει ὅλες της τὶς δυνατότητες ἀΐδια πραγματοποιημένες καὶ ἑπομένως δὲ μπορεῖ νὰ τῆς λείπει καμία τελειότητα ἤ, ἀλλιῶς, κανένα θεοπρεπὲς ἰδίωμα [4]. Ὅμως, οἱ τελειότητες, θὰ μποροῦσε νὰ ρωτήσει κάποιος, εἶναι πολλὲς ἢ μία; Ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ἀπαντᾶ στὸ ἀνωτέρω ἐρώτημα προσπαθώντας νὰ συμφιλιώσει, τουλάχιστο σύμφωνα μὲ τὸν ἴδιο, τὶς θέσεις τοῦ Πλάτωνα καὶ τοῦ Ἀριστοτέλη. Σύμφωνα μὲ τὸν Πλάτωνα, τὰ εἴδη εἶναι χωριστὰ ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο. Ὑπάρχει, λόγου χάρη, ἡ ἰδέα τοῦ ἑνὸς καθαυτὸ καὶ τοῦ ὄντος καθαυτό. Μέσα στὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν ὑπάρχει ἡ ὕψιστη Ἰδέα τῆς Ἀγαθότητας, στὴν ὁποία μετέχουν ὅλα τὰ ἄλλα ὄντα. Ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὴν κατανόηση τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη πάνω στὸν Πλάτωνα, τὸ Ἀγαθὸ εἶναι ἕνα, τὸ ὁποῖο μετέχεται ποικιλοτρόπως ἀπὸ τὰ ὄντα. Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, τὰ εἴδη ἢ οἱ ἰδέες δὲν εἶναι χωριστὰ ἀπὸ τὸν αἰσθητὸ κόσμο, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει, ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει πάλι μία πρωταρχικὴ πραγματικότητα, στὴν ὁποία τείνουν νὰ ὁμοιάσουν ὅλα τὰ ὄντα. Στὰ μάτια τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη, ὁ Πλάτων ὑποστηρίζει μία ἀγαθότητα, ἐνῶ ὁ Ἀριστοτέλης πολλές. Ἔτσι, μέσῳ τοῦ θωμιστικοῦ ἀξιώματος τῆς ἀναλογίας τῶν ὄντων, τουτέστιν ἐκείνου τῆς πεπερασμένης ὁμοιότητας ποὺ ὑφίσταται μεταξύ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τῆς κτίσεως, ἡ ἀγαθότητα εἶναι τόσο μία (Θεὸς) ὅσο καὶ πολλὲς (κτίσματα). Ἔτσι, οἱ τελειότητες στὸ Θεὸ εἶναι ἕνα πρᾶγμα, ἤτοι ἡ ἴδια του ἡ οὐσία, ἐνῶ οἱ τελειότητες στὴν κτιστὴ πρα­γματικότητα εἶναι πολλές, ἤτοι τὰ συστατικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν κτιστῶν οὐσιῶν (ὅπως τὸ εἶναι, ἡ ζωὴ καὶ ἡ σοφία). Πῶς εἶναι δυνατόν, ὅμως, στὸν ἄκτιστο Θεὸ οἱ τελειότητες νὰ εἶναι ἕνα πρᾶγμα; Ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Θεὸς γνωρίζει τὸν ἑαυτό του ὡς πεπερασμένα μεθεκτὸ ἀπὸ τὰ δημιουργήματά του [5]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γνωρίζει κατ’οὐσίαν ὅτι τὰ κτίσματα Τὸν μιμοῦνται μὲ πεπερασμένο τρόπο, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει πάλι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὂν καθαυτό, ἐνῶ τὰ κτίσματα κατὰ μετοχή. Τώρα καταλαβαίνουμε, γιατί ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης δὲ δέχεται ἄκτιστες ἐνέργειες ποὺ συστήνουν δημιουργικὰ τὴν κτιστὴ πραγματικότητα, παρὰ μόνον ἄκτιστη οὐσία καὶ τὰ κτιστά της ἀποτελέσματα.

III) Ἡ θεία ἀπειρότητα [6]. Τὸ κατηγόρημα ἄπειρο δεικνύει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι πεπερασμένος. Πρέπει νὰ διακρίνουμε, ὅμως, μεταξὺ δύο εἴδη ἀπείρου, 1) τὸ ἀρνητικὸ ἄπειρο καὶ τὸ ἀπόλυτο ἄπειρο. Τὸ ἀρνητικὸ ἄπειρο ἀποδίδεται στὴν πρώτη ὕλη, ἡ ὁποία ὡς καθαρὴ δυνατότητα εἶναι ἐπιδεκτικὴ ὁποιουδήποτε προσδιορισμοῦ. Τὸ ἀπόλυτο ἄπειρο ἀποδίδεται μόνο σὲ ἐκεῖνο τὸ Ὂν ποὺ δὲν βρίσκεται σὲ κατάσταση δυνάμεως, ἤτοι στὸ Θεὸ ὡς καθαρὴ ἐνέργεια. Ὁ Θεός, λοιπόν, εἶναι ἀπόλυτα ἄπειρος γιατί δὲν ἐξατομικεύεται ἀπὸ τὴν ὕλη, καθόσον εἶναι ἄυλος, καὶ εἶναι ἀπόλυτα ἄπειρος, καθόσον δὲν ἔχει κάποια οὐσιώδη κτιστὴ μορφὴ νὰ περιορίζει τὴν ἀρνητικὰ ἄπειρη ὕλη δίνοντάς της προσδιορισμό. Αὐτὴ ἡ ἀπόλυτη ἀπειρία, τὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ὕλη καὶ κάποια κτιστὴ μορφὴ ἢ οὐσία, τὸν κάνει νὰ μπορεῖ νὰ βρίσκεται παντοῦ (πανταχοῦ παρουσία), ὡς περιέχον καὶ ὄχι ὡς περιεχόμενο.

Στὸ ἑπόμενο μέρος θὰ συνεχίζουμε μὲ τὴν πραγμάτευση τῶν τρόπων παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν κτίση καὶ τῶν ὑποστατικῶν προόδων, κατὰ τὸ Θωμᾶ Ἀκινάτη πάντοτε.

Σημειώσεις:

[1] ST I, q. 3 pr.; q. 3 a 7. [2] Ἐδῶ ὑπάρχει μία θεολογικὴ ἀσάφεια. Κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ψυχὴ εἶναι ὑλικὴ σὲ σχέση μὲ τὸ Θεό. Ὁπότε δὲ μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὑπάρχουν τρία εἴδη ἀύλων ὑποστάσεων, ὁ Θεός, ὁ ἄγγελος καὶ ἡ ψυχή, καθότι τοῦτο θὰ κατέλυε ὁπωσδήποτε τὴ διάκριση μεταξύ τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου. Ἡ ψυχὴ εἶναι ἄυλη μόνο σὲ σχέση μὲ τὸ σῶμα καὶ ὄχι σὲ σχέση μὲ τὸ Θεό. [3] STI, q. 4 a. 2, q. 6 a 4. [4] Τελειότητες, ὅπως τὸ εἶναι, ἡ ζωὴ καὶ ἡ σοφία. Ὁ Θεὸς εἶναι οὐσιωδῶς αὐτὰ τὰ κατηγορήματα, ἐνῶ ἡ κτίση τὰ μετέχει μὲ ἕνα πεπερασμένο τρόπο. [5] Ἡ γνώση τῆς ὁμοιότητας ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς μὲ τὰ κτίσματα καλεῖται μετοχὴ ἢ θεία ἰδέα. Κάποια ὄντα μοιάζουν τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸ εἶναι, ἄλλα κατὰ τὴ ζωὴ καὶ ἄλλα κατὰ τὴ σοφία. Ὅμως, οἱ θεῖες ἰδέες δὲν εἶναι κάτι ἄλλο παρὰ ἡ ἴδια ἡ θεία οὐσία καί, ὡς ἐκ τούτου, δὲ μποροῦν νὰ διακρίνονται ἀπὸ αὐτὴν πραγματικά. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ λόγοι τῶν ὄντων σὲ περίπτωση ποὺ δὲν εἶναι ἄκτιστη οὐσία θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εἶναι κτίσμα, τουλάχιστον κατὰ τὴ θωμιστικὴ συλλογιστική. Συνεπῶς, ὅσοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ λόγοι τῶν ὄντων εἶναι τὰ ἴδια τὰ κτίσματα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ θίξουν τὴ θεία ἁπλότητα, δὲν κάνουν κάτι ἄλλο παρὰ νὰ υἱοθετοῦν, ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τους, θωμιστικὲς προκείμενες καὶ ἀξιώματα. [6]  STI. q. 7 a.1 arg. 3; Q 7. A 1 ad 3.

Previous Article

Ἡ ἰδεολογία τοῦ ἀνάποδου κόσμου θέλει ἡγέτην ψευδομεσσίαν(;) – 3ον

Next Article

Ἅγιον Τριώδιον: Ἡ μεγάλη εὐκαιρία τῆς ζωῆς μας!