Γράφει ὁ κ. Διονύσιος Ἀλ. Πελέκης, Δικηγόρος παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ
Πρὸς Τὸν Ὀρθόδοξον Τύπον
Ἀξιότιμοι Κύριοι,
Θὰ ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀκραιφνῶς Ἑλληνόφρονος καὶ βασικῶς εὐσεβοῦς καὶ προβληματισμένου πολλαχῶς ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ τοῦ Ὀρθοδόξου Τύπου, ἀποτελοῦντος ἔπαλξιν ἀγῶνος τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας τὰ ἑξῆς:
Σύμφωνα μὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 1 ἐδάφιον β΄, ἡ ὁποία προσετέθη μὲ τὴν πρόσφατον διὰ τοῦ νόμου 4619/2019 τροποποίησιν τοῦ Ποινικοῦ Κωδικός: «ὡς Ἕλλην πολίτης διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προηγούμενου ἐδαφίου λογίζεται καὶ τὸ κυοφορούμενον, ποὺ θὰ ἀποκτήσει τὴν Ἑλληνικὴ ἰθαγένεια». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι συνιστᾶ ἔγκλημα καὶ ἀπαγορεύεται ἡ ἐξόντωσις τοῦ κυοφορούμενου, ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του, μελλοντικοῦ Ἕλληνος πολίτου, εἴτε γεννηθῆ εἰς χώραν, ὅπου ἰσχύει τὸ ius soli (π.χ Η.Π.Α.) εἴτε εἰς χώραν, ὡς ἡ Ἑλλάς, ὅπου ἰσχύει τὸ ius sanguinis. Μὲ ἀφορμὴν τὴν διάταξιν αὐτὴν κρίνω ἐνδεδειγμένον, πρὸς ἄλλην, βεβαίως, κατεύθυνσιν, διὰ τὸ αὐτὸ ὅμως θέμα, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὀρθοδόξου πιστοῦ τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ καὶ γνησίως ἑλληνόφρονος ἀναγνωστικοῦ κοινοῦ τοῦ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερον, τὸ πολλαχῶς καίριον τοῦτο θέμα. Κατ’ ἀρχὴν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 1 ἐδαφ. β’ ἐπαναλαμβάνει τὴν ἀκατάλυτον καὶ οἰκείαν εἰς ὅλους τούς Εὐρωπαίους νομικοὺς ἀρχὴν τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου καθ’ ἥν: «Nasciturus pro iam nato habetur, quotiens de commodo ejus agitur» (ὁ συνειλημμένος θεωρεῖται γεννηθείς, ὅσον ἀφορᾶ τὰ δικαιώματά του- συμφέροντά του). Ὁ νεώτερος ποινικὸς νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὸ ἀσήκωτον βάρος νὰ τροποποίηση τὸν Ποινικὸν Κώδικα, τὸν ὁποῖον συνέταξε ὁ ἀείμνηστος Καθηγητὴς Νικόλαος Χωραφάς, μέγιστος τῶν Ἑλλήνων ποινικολόγων, καὶ ἐκ τῶν κορυφαίων τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν δημοσίαν ἐν Ἀθήναις δήλωσιν τοῦ ὡσαύτως μεγίστου τῶν Γερμανῶν ποινικολόγων Βέλτσελ, ὑποπίπτει ἐδῶ εἰς μίαν κατάδηλον ἀντίφασιν, γενικωτέρου ὅμως, διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐνδιαφέροντος. Συγκεκριμένως:
Ἐνῷ ὁ νομοθέτης εἰς τὴν ἄνω διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 Π.Κ. ἀποφαίνεται ὀρθῶς, σύμφωνα μὲ τὴν Ἐπιστήμην, ὅτι τὸ κυοφορούμενον ἔχει ἀνθρωπίνην ὑπόστασιν ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του, (ἐξ ἄκρας συλλήψεως) ὅποτε καὶ ὁ Θεὸς ἐνεφύσησε ψυχὴν εἰς αὐτό, εἰς τὸ ἄρθρον 304 παρ. 4 Π.Κ. θεωρεῖ, ἀντιφάσκων πρὸς ἑαυτόν, ὅτι «δὲν εἶναι ἄδικη πράξη ἡ τεχνητὴ διακοπὴ τῆς κυήσεως ὑπὸ ἰατροῦ κλπ. ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν συμπληρωθεῖ δώδεκα ἑβδομάδες ἐγκυμοσύνης». Δηλαδή, μὲ τὸ μοναδικὸ αὐτὸ κριτήριον περὶ τοῦ ἀδίκου ἢ μὴ τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως τῆς βιαίας διακοπῆς τῆς κυήσεως διὰ τῆς ἀκωλύτου «σφαγῆς» τοῦ ἐμβρύου, μέχρι τῆς ὀγδοηκοστῆς τρίτης ἡμέρας ἀπὸ τῆς συλλήψεως τούτου, ἐπιτρέπεται νόμῳ ἡ ἐξόντωσίς του. Περιττὸν νὰ λεχθῆ τὸ πῶς καὶ ἀπὸ ποῖον καὶ κατὰ ποίαν διαδικασίαν καὶ ὑπὸ ποῖα ἐχέγγυα βεβαιοῦται ἡ ἡμέρα τῆς συλλήψεως καὶ ἂν ἔχουν παρέλθει δέκα ἢ δώδεκα ἑβδομάδες ἢ καὶ 20 ἀκόμη. Ὑποκρισίας τὸ ἀνάγνωσμα, διότι μόνος ἀνεξέλεγκτος κριτὴς τούτου εἶναι ὁ ἕτοιμος πρὸς σφαγιασμὸν τοῦ ἐμβρύου ἰατρός. Οὕτως ὡδηγήθημεν εἰς ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐκτρώσεις ἐτησίως. Καὶ εἶναι ἐπὶ θύραις τὸ “finis Graeciae”.
Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἤθελα νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸ ἀναγνωστικόν σας κοινὸν δύο τινά: ΠΡΩΤΟΝ: Κατὰ τὸν δεσμευτικόν, ἠθικῶς καὶ νομικῶς, διὰ τὸν Ἰατρόν, ὅρκον τοῦ Ἱπποκράτους: «Οὐ δώσω δὲ οὐδὲ φάρμακον οὐδενὶ αἰτηθείς θανάσιμον, οὐδὲ ὑφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε· ὁμοίως δὲ οὐδὲ γυναικὶ πεσσὸν φθόριον δώσω».
ΔΕΥΤΕΡΟΝ: Τὴν θέσιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας ἐπὶ τοῦ θέματος: Ἡ Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδος, συνῆλθεν ἐν Τρούλλῳ τοῦ Βασιλικοῦ Παλατίου τῆς Βασιλευούσσης ἐπὶ Ἰουστινιανοῦ τοῦ δευτέρου, τοῦ ἐπικαλουμένου καὶ Πωγωνάτου καὶ Ρινοτμήτου τὸ 691 μ.Χ., παρέστησαν δὲ κατ’ αὐτὴν 227 Πατέρες κατὰ τοὺς Βαλσαμῶνα καὶ Ζωναρᾶν. Προσῆλθεν εἰς αὐτὴν Πρεσβεία (ἀντιπροσωπία) Πιστῶν, ὡς συνηθίζετο, καὶ ἠρώτησε πῶς ἡ Σύνοδος κρίνει τὰς κυοφορούσας γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦν διάφορα βότανα ἢ καταπότια, διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν τοῦ κυοφορουμένου. Ἡ ἀπάντησις τῆς Συνόδου καταγράφεται ὡς ἑξῆς:
«Ἡμεῖς δὲ ταῖς τοῖς ἀμβλωθριδίοις χρωμέναις ἀνδροφονεῖν φαμέν». Διαπράττουν, δηλαδή, φόνον ὅσες γυναῖκες χρησιμοποιοῦν «ἀμβλωθρίδια», διὰ νὰ ἐξοντώσουν καὶ ἀποβάλλουν δι’ ἐκτρώσεως τὸ κυοφορούμενον. Χρησιμοποιεῖ ἡ Σύνοδος τὸ «ἀνδροφονεῖν» ὡς κυρίαρχον γραμματικῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἀρσενικὸν γένος καὶ συμπεριλαμβάνει καὶ τὸ θῆλυ κυοφορούμενον. Ὁμιλεῖ εὐκρινῶς περὶ ἀνθρωποκτονίας. Ἡ ἰδία ὅμως Ἱερὰ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, μὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὴν ἀπάντησίν της πρὸς τὴν προσελθοῦσαν Πρεσβείαν πιστῶν, διετύπωσεν, ἵνα λάβη γνῶσιν τὸ σύνολον τῶν ἁπανταχοῦ πιστῶν, καὶ τὸν ὑπ’ ἀριθμ. ΗΑ΄ Ἱερὸν Κανόνα, καθ’ ὅν: «Τὰς τὰ ἀμβλωθρίδια διδούσας φάρμακα, καὶ τὰς δεχομένας τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια τῷ τοῦ φονέως ἐπιτιμίῳ καθυποβάλλονται». Ἄνευ ἑτέρου ἡ ἐξόντωσις τοῦ ἐμβρύου εἶναι θῦμα φόνου, βαρύνοντος ἐξ ἴσου τὴν προμηθεύουσαν τὸ σχετικῶς δηλητηριῶδες στοιχεῖον εἰς τὴν ἔγκυον καὶ τὴν λαμβάνουσαν αὐτὸ κυοφοροῦσαν.
Ὁ Η΄ Κανὼν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου διακελεύει ἤδη: «Καὶ αἱ τοίνυν τὰ ἀμβλωθρίδια διδοῦσαι φάρμακα, φονεύτριαί εἰσι καὶ αὐταὶ καὶ αἱ δεχόμεναι τὰ ἐμβρυοκτόνα δηλητήρια». Καὶ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανόνος κατὰ τὸ Ἱερὸν Πηδάλιον εἶναι ρητή: «Ὁμοίως ἑκουσίως φονεύουν καὶ ἐκεῖναι, ὅπου δίδουν καὶ δέχονται τὰ φαρμακερὰ βότανα, διά νά θανατώσουν τὰ ἐν τῇ κοιλίᾳ τῶν βρέφη». Καὶ ἐν κατακλεῖδι ὁ ΚΑ’ Κανὼν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ, ἵνα διατρανώσει τὸ ἁπλοῦν, ὅτι «τὸ εἰσιτήριον διὰ τὸν Παράδεισον ἐκδίδεται εἰς τὴν γῆν» ὁρίζει: «Τὰς φθερούσας τὰ ἔμβρυα κατ’ ἐπίνευσιν (σκοπίμως καὶ δολίως) καὶ τὰς διδούσας καὶ τὰς λαμβανούσας φάρμακα, ὥστε ἀμβλωθρίσαι καὶ ἄκυρα τὰ βρέφη ἐκπεσεῖν, ἡμεῖς μέχρι πέντε ἐτῶν τὸ πλεῖον, οἰκονομεῖσθαι ταύτας ὁριζόμεθα». Δηλαδὴ τοὺς ἐπιβάλλεται ἐπιτίμιον ἀκοινωνησίας καὶ ἐπιτρέπεται νὰ κοινωνήσουν τῶν ἀχράντων μυστηρίων μετὰ παρέλευσιν πέντε ἐτῶν, προηγουμένης εἰλικρινοῦς ἱερᾶς ἐξομολογήσεως. Εἰς τοῦτο ἡ χριστιανικὴ πίστις καὶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀσφαλῶς ἐτέλουν ἐν γνώσει τῆς ἀνωτέρω νομικῆς ἀρχῆς τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐκτεθείσης Ἱπποκρατείου ὑποθήκης καὶ συνεπορεύοντο μετ’ αὐτῆς, πεποιθότες ὅτι τὸ ἔμβρυον ἀπὸ τῆς συλλήψεώς του ἔχει παρὰ Θεοῦ ψυχὴν καὶ εἶναι αὐθύπαρκτος ὀντότης καὶ ὄχι τμῆμα τοῦ σώματος τῆς κυοφορούσης αὐτὸ γυναικός, ὅπως ἀπανθρώπως ὑποστηρίζεται ὑπὸ τινων. Δὲν εἶναι τὰ πόδια της, ὁ στόμαχός της ἢ τὰ χέρια της. Ἔχει αὐθυποστασίαν «ἐξ ἄκρας συλλήψεως».
Ἂς σκεφθοῦν, λοιπόν, σήμερον, ἰδίως οἱ ἐνεργοῦντες τὰς ἐκτρώσεις ἰατροί, ποία θεϊκὴ κρίσις τοὺς ἀναμένει, (παρέστην μάρτυς εἰς τὸ Ἱερὸν Κελλίον τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἁγίου Ὄρους κατὰ τὴν αὐστηροτάτην καταχείρισιν Καθηγητοῦ Γυναικολόγου ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος Θεοκλήτου τοῦ Διονυσιάτου, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλε πάραυτα πρὸς ἐξομολόγησιν εἰς τὸν πατέρα Χαράλαμπον), ὅπως καὶ αἱ προσφεύγουσαι εἰς αὐτοὺς δι’ ἔκτρωσιν, πέραν τοῦ βασίμου καὶ ὁρατοῦ κινδύνου ἀφανίσεως τοῦ Γένους, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς ἀρνηθέντας τοῦτον καὶ ὁδηγῶντας Τον εἰς τὸν Σταυρικὸν θάνατον Ἑβραίους, ἐξηκόντισε, σφυροκοπῶν αὐτοὺς διὰ τὴν ἀπιστίαν τους, τὸ φοβερόν: «Διὰ τοῦτο ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται Ἔθνει, ποιοῦντι τὸ θέλημα Αὐτοῦ». Καὶ τὸ εὐλογημένον αὐτὸ Ἔθνος, τὸ Ἔθνος τῶν Ἑλλήνων Χριστιανῶν, εἰς ὅ προδήλως, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων κατεφάνη, ἀνεφέρετο, λόγῳ τῆς ἱστορουμένης εἰς τὴν αὐτὴν περικοπὴν παρουσίας, Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι μέσῳ τοῦ Ἕλληνος Φιλίππου εἶχον πλησιάσει, διὰ νὰ λάβουν τὴν εὐχὴν τοῦ Κυρίου, τὸ προδίδει σήμερον ἡ Ἑλληνὶς μὲ τὶς ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐκτρώσεις ἐτησίως, μὲ ἄμεσον κίνδυνον ἐκ τοῦ λόγου τούτου τὸν ἀφανισμὸν τοῦ Γένους, τὸ ὁποῖον ἠρίθμει περίπου εἴκοσι ἑκατομμύρια τὸν πέμπτον πρὸ Χριστοῦ αἰῶνα μὲ μεγίστην πόλιν τὸ Παντικάπαιον (σημερινὴ νότιος Οὐκρανία ἔναντι Κριμαίας) καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα διαβιοῦν μόλις ἕνδεκα ἑκατομμύρια καὶ περὶ τὰ τριάκοντα ἑκατομμύρια εἰς τὴν ἁπανταχοῦ διασποράν, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἡ κατακερματισμένη εἰς ἕξι τεμάχια, ἔχουν ἐμπιστευθῆ εἰς ἀναξιοπίστος χεῖρας. Τουλάχιστον, ἂς προβληματισθῆ ὁ καθεὶς καὶ κάθε μία ἐπὶ τῆς προσωπικῆς των πορείας καὶ τοῦ θέματος ἐπιβιώσεως τοῦ ἐκλεκτοῦ Ἔθνους τοῦ Θεοῦ μας, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἂν εἶναι Χριστιανὸς Ὀρθόδοξος. Ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις σῴζει. Καὶ ἐν πολλοῖς διορθώνει. Καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι μέγιστος διὰ τὴν ὅλως εὐπαθῆ περιοχὴν τῆς Θρᾴκης, λόγῳ καὶ τῆς ὅλης κοντοφθάλμου πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι, ἠλιθίως, ἐδώρησαν εἰς τοὺς Τούρκους τοὺς Ἱππομάχους-ἀρχαῖον Ἑλληνοθρακικὸν φῦλον Ἀγριάνων, (Πομάκους) οἱ ὁποῖοι Ἀγριάνες, διέβησαν ὡς συμπολεμισταὶ τοῦ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ κατὰ τὴν συνιστῶσαν, στρατιωτικῶς κορυφαίαν μάχην τοῦ Γρανικοῦ, ὅπου οἱ ἀμυνόμενοι ἦσαν τριπλάσιοι τῶν ἐπιτιθεμένων, διασχιζόντων ἕνα ἀφρισμένον ποταμόν. Καὶ ὅταν ἐθραύσθη τὸ ξίφος τοῦ Ἀλεξάνδρου πάραυτα οἱ Ἀγριάνες τοῦ ἐπρομήθευσαν ἄλλο. Ἡ Ἱστορία διδάσκει. Ἀλλά, δυστυχῶς, παρ’ ἡμῖν τίθεται εἰς τὸ περιθώριον.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 24-11-2022
Μετὰ πλείστης τιμῆς




