«Ἕνας πατριαρχικὸς θεσμός, ποὺ λειτουργεῖ σὰν ἕνα μεσαιωνικὸ σύστημα. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει ἐπισκοπικὴ ἐκλογὴ χωρὶς τὴ συμμετοχὴ λαϊκῶν»
π. Ἰ. Χρυσαυγῆς: «Ἀρχιεπίσκοποι – Πατριάρχες νὰ ὑποβάλλονται σὲ δημόσια ἐξέταση ἢ καὶ σὲ προσωπικὸ ἔλεγχο»
Πολλάκις ἔχομεν ἐπικρίνει τὸν π. Ἰ. Χρυσαυγῆν διὰ τὰς ἀπόψεις του, ὅμως δὲν εἶναι δυνατόν κανεὶς νὰ μὴ ἐπαινέση τὸ πρόσφατον ἄρθρον του, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποστέλλονται μηνύματα πρὸς ὅλας τὰς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως δὲ πρὸς τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουπόλεως. Παραθέτομεν ἀποσπάσματα, ὡς ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Καθημερινή» τῆς 4ης Δεκεμβρίου 2022:
«Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου εἶναι ἡ μόνη καὶ τελευταία ἀπὸ τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ποὺ διατηρεῖ τὴν ἀποστολικὴ πρακτική τῆς ἐκλογῆς ἐπισκόπων καὶ μὲ λαϊκὴ ψῆφο καὶ συνοδικὴ ἐπικύρωση. Οἱ ὑπόλοιπες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἔχουν –βολικὰ καὶ αὐτάρεσκα– υἱοθετήσει ἢ διαμορφώσει ἕνα σύστημα ἐκλογῆς στὸν ἀνώτατο βαθμὸ ἱερωσύνης κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Ἔτσι, οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες εἶναι βέβαιο ὅτι δὲν θὰ ὑπεισέλθουν στὴν ἐκλογικὴ διαδικασία τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ἵδρυσε ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας, ἀσφαλῶς στὸ ὄνομα τῆς ἀποχῆς ἀπὸ κάθε παρέμβαση στὰ ἐσωτερικὰ μίας αὐτοκέφαλης Ἐκκλησίας. Προσωπικὰ ὅμως ἀναρωτιέμαι ἂν ἡ σιωπὴ αὐτὴ ὑποδηλώνει οὐσιαστικὰ κάποια δόση ἀμηχανίας ἀλλὰ καὶ ἀποστροφῆς ἀπέναντι στὸ ἐνδεχόμενο τῆς μετατροπῆς μίας «δημόσιας» ἢ «δημοκρατικῆς» διαδικασίας, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ἐκλογὴ ἑνὸς Ἀρχιεπισκόπου, σὲ μία «ἰδιωτικὴ» ἢ «πνευματικὴ» ὑπόθεση.
Ἴσως χρειάζεται νὰ ἀναφερθεῖ ὅτι στὴ συζήτηση γιὰ τὴ συμμετοχὴ λαϊκῶν ἢ εἰδικῶν συμβούλων στὶς συνοδικὲς συνεδριάσεις ποὺ καθορίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ θέση ἢ τὴν κατεύθυνση ἔναντι σύγχρονων κοινωνικῶν ζητημάτων καὶ προκλήσεων, οἱ ἐπίσκοποί μας συνήθως διαμαρτύρονται ἰσχυριζόμενοι ὅτι κάτι τέτοιο θὰ μετέτρεπε τὴν ἱεραρχία σὲ ἕνα δημοκρατικὸ θεσμὸ ἢ θὰ ὁδηγοῦσε στὸν ἐκπροτεσταντισμὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτιμώντας μάλιστα τὰ ὀφέλη σὲ σχέση πρὸς τὶς ζημίες ἀπὸ τὴ συμμετοχὴ τοῦ λαϊκοῦ στοιχείου στὴν ἐκλογὴ ἑνὸς νέου Ἀρχιεπισκόπου, τόσο οἱ ἐπίσκοποι ὅσο καὶ μερικοὶ λαϊκοὶ θεολόγοι εἶναι ἐπιρρεπεῖς στὸ νὰ ἐκφράσουν τὴ δυσπιστία τους γιὰ τὰ ἀποτελέσματα.
Ὡστόσο, ἀναλογιζόμενοι τὴν ἰσχύουσα διαδικασία ἐκλογῆς, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς προβληματίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ «δημοκρατία» ὑποτιμᾶται ἢ ἀκυρώνεται μὲ σκοπὸ τὴν προστασία τῆς «ἱεραρχίας»; Μήπως πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε ποὺ ἡ «Ἐκκλησία» τείνει νὰ θέτει ἑαυτὴν ὑπεράνω καὶ ἀπέναντι στὸν «κόσμο»; Μήπως πρέπει νὰ εἴμαστε ἐπιφυλακτικοὶ γιὰ τὴ σύνοδο ἐκείνη ποὺ ἐκδηλώνει μειωμένη ἐμπιστοσύνη ἀπέναντι στὴν κοινωνία; «Ὁ κόσμος δὲν ἐπιλέγει πάντα τὸν καλύτερο ὑποψήφιο», μοῦ λένε. Καὶ τότε πῶς μπορεῖ ἕνα «μυστικὸ» κονκλάβιο ποὺ συνεδριάζει πίσω ἀπὸ κλειστὲς πόρτες νὰ «ἐπιλέγει πάντα τὸν καλύτερο ὑποψήφιο»; Τί ἀκριβῶς φοβόμαστε ὅταν πρόκειται γιὰ τὸν δῆμο, τὴ δημοκρατία ἢ τὴ δημόσια σφαῖρα; Ἐντέλει, τί νόημα ἔχει οἱ λαϊκοὶ νὰ ἀναφωνοῦν «Ἄξιος!» στὸ τέλος μίας χειροτονίας, ἂν δὲν γνωρίζουν τίποτα γιὰ τὸν νέο ἐπίσκοπο; Βέβαια «τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ» (Ἰωάν. 3.8), ἀκόμη «καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων… διὰ τὸν φόβον» (Ἰωάν. 20.19). Ἐμεῖς ὅμως ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνοικτὲς πόρτες καὶ διαφάνεια.
Ἀντὶ ἡ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν στὴν ἐκλογὴ ἐπισκόπων νὰ ἐκλαμβάνεται ὡς ἀνταγωνιστική, θὰ ἦταν ἴσως σκόπιμο καὶ χρήσιμο ἡ ἐκλογικὴ διαδικασία νὰ ἐνταχθεῖ στὸ πλαίσιο τῆς κοινωνίας. Ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μυστηριακὴ ὑπάρχει καὶ ἡ εὐχαριστιακὴ διάσταση στὴν ἐκλογὴ ἑνὸς ἐπισκόπου ἢ ἀρχιεπισκόπου. Ὅπως ἀκριβῶς δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ ὑπάρξει ἡ Λειτουργία (ποὺ ἐτυμολογικὰ καὶ κυριολεκτικὰ σημαίνει «ἔργο τοῦ λαοῦ») ὡς ἔργο ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τοῦ κλήρου χωρὶς τὴν παρουσία καὶ συμμετοχὴ τοῦ ποιμνίου, ἔτσι καὶ ἡ ἐκλογὴ ἐπισκόπου ἢ στὴν προκειμένη περίπτωση Ἀρχιεπισκόπου περιλαμβάνει καὶ ἐνσωματώνει τὰ δύο βασικὰ συστατικὰ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συγκροτεῖται ἡ Ἐκκλησία –δηλαδή, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαὸ– σὲ ζωντανὸ ὀργανισμὸ μὲ σῶμα καὶ ψυχή. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει θεία εὐχαριστία χωρὶς τὴν παρουσία λαϊκῶν. Καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει ἐπισκοπικὴ ἐκλογὴ χωρὶς τὴ συμμετοχὴ λαϊκῶν.
Περιττὸ νὰ ποῦμε, ὡστόσο, ὅτι τὸ γενικότερο ζήτημα τῆς διαφάνειας ἀποτελεῖ μόνιμο πρόβλημα γιὰ τὴν Ἐκκλησία. Ὄχι ἐπειδὴ ἡ ἱεραρχία δὲν κατανοεῖ ἐπαρκῶς τὴ σημασία της στὴ σύγχρονη ἐποχή, ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει πλήρως τὴ βαρύτητα καὶ τὶς προεκτάσεις της γιὰ ἕνα πατριαρχικὸ θεσμό, ποὺ πολλὲς φορὲς λειτουργεῖ σὰν ἕνα μεσαιωνικὸ σύστημα στὸν σύγχρονο κόσμο. Γι’ αὐτὸ σὲ κάθε τέτοια περίπτωση ἐπιστρατεύεται τὸ ἰσχυρὸ ἄλλοθι τῆς παράδοσης ἐνάντια σὲ ὅποιον καὶ ὅ,τι θὰ τολμήσει νὰ ἀμφισβητήσει τὴν καθιερωμένη πρακτική. Τότε εἶναι ποὺ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία διατυπώνουν ἀμφιβολίες ἀδιακρίτως γιὰ «φιλελευθερισμό», «νεωτερικότητα» καὶ «ἐκκοσμίκευση».
Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ μὲ ἐκπλήσσει ἰδιαίτερα στὴν ἐκλογικὴ διαδικασία ποὺ ἐκτυλίσσεται στὴν Κύπρο αὐτὸ τὸ διάστημα εἶναι ὁ ἄμεσος καὶ ἀπερίφραστος τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον οἱ ὑποψήφιοι προβάλλουν χωρὶς ἀναστολὲς καὶ ἐνδοιασμοὺς τὰ προσόντα τους ἢ διαμορφώνουν μὲ εἰλικρίνεια καὶ εὐτολμία τὶς προτάσεις τους.
Φαίνεται, βεβαίως, μᾶλλον περίεργο καὶ ἀσυνήθιστο γιὰ ἕνα θεσμὸ, ὅπως ἡ Ἐκκλησία, ποὺ ἔχει συνηθίσει, ἐπικαλούμενη λόγους προστασίας, νὰ κλείνεται στὴν ἀπομόνωση καὶ τὴ μυστικότητα. Αὐτὸ ὅμως συνεπάγεται, ἆραγε, ὅτι εἶναι λάθος μία διαδικασία ποὺ συμπεριλαμβάνει τὴ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν; Θὰ μποροῦσε ἴσως νὰ θεωρηθεῖ μία τέτοια διαδικασία ὡς ἕνα ἐφαρμόσιμο μοντέλο πρὸς μίμηση, ἐὰν μποροῦσαν νὰ θεσπιστοῦν βασικοὶ σχετικοὶ κανόνες; Δὲν εἶναι πιὸ ἰδιοτελές, ἐπισφαλὲς καὶ ὑποκριτικὸ νὰ ἐπιλέγουμε καὶ νὰ προωθοῦμε μονάχα «τοὺς ἡμετέρους» χωρὶς συνεννόηση ἢ συνεργασία μὲ «τοὺς ὑπολοίπους» –αὐτὸ ποὺ ἄλλωστε μὲ τεχνικοὺς ὅρους ὀνομάζεται «πλήρωμα»– τῆς Ἐκκλησίας;
Ἐκφράζοντας τὴν ταπεινή μου γνώμη θὰ ἔλεγα ὅτι μᾶλλον θεωρῶ πιὸ ἔντιμο καὶ πιὸ ἀμερόληπτο γιὰ τοὺς ὑποψηφίους πρὸς ἐκλογὴ –γενικὰ στὴν περίπτωση τῶν ἐπισκόπων ἢ τῶν μητροπολιτῶν, ἀλλὰ σίγουρα στὴν περίπτωση τῶν Ἀρχιεπισκόπων ἢ τῶν Πατριαρχῶν– νὰ ὑποβάλλονται σὲ δημόσια ἐξέταση ἢ ἀκόμη καὶ σὲ προσωπικὸ ἔλεγχο. Δὲν θὰ ἦταν ἆραγε ὠφέλιμο γιὰ ὅλους νὰ ἀποκτήσουν μία εἰκόνα γιὰ τὶς ἀπόψεις τῶν ὑποψηφίων γιὰ μία τόσο σημαντικὴ θέση γύρω ἀπὸ θεμελιώδη ζητήματα, ὅπως ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν κοινωνία, ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ τεχνολογία, ὁ πόλεμος καὶ ἡ βία, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομία; Μία τέτοια διαδικασία θὰ προφύλασσε τὴν ἴδια τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ παθογένειες ποὺ ἐνδεχομένως ἐμφανίζονταν κατόπιν ἐκλογῆς προκαλώντας μεγαλύτερο κακὸ σὲ αὐτήν. Καὶ πάλι οἱ βασικοὶ κανόνες καὶ οἱ τελικὲς ἀποφάσεις θὰ ἦταν ὑπόθεση ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο τῶν ἐπισκόπων, χωρίς, ὡστόσο, ὁ ρόλος τῶν λαϊκῶν νὰ ἀποκλείεται προκλητικά. Ἡ κάθε Ἐκκλησία μπορεῖ μάλιστα νὰ ἀναλάβει πρωτοβουλία νὰ ἐπαναφέρει τὴ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν στὴν ἐκλογικὴ διαδικασία, σύμφωνα μὲ τὴ δική της ἰδιοπροσωπία καὶ παράδοση».




