Γράφει ἡ κα Κατερίνα Παπαθωμᾶ – Μαστοροπούλου
Στὴν πανέμορφη καὶ ξακουστὴ στὴν ἀρχαιότητα πόλη τῆς Ἁλικαρνασσοῦ (σημερινὸ Bodrum) ἔχομε ἀναφερθῆ πολλὲς φορές. Τώρα πλέον τὴν χρησιμοποιοῦμε ὡς ὁρμητήριο γιὰ τὴν περαιτέρω προσκυνηματικὴ περιήγηση τῆς Ἑλληνικῆς Μικρασίας. Τὸ μόνο, ποὺ θὰ ἤθελα νὰ σχολιάσω γιὰ τὸ Ρωμαίικο Πετρούμι, εἶναι τὸ παράπονο τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ ἐξακολουθεῖ νὰ στέκεται ἀγέρωχος στὴν μνήμη μας καὶ ἐρειπωμένος στὴν ματιά μας, ἐνῶ ταυτόχρονα μᾶς ψιθυρίζει: «Γιατί δὲν μὲ χρησιμοποιήσατε ὡς διαπραγματευτικὸ ὅπλο. Εὐχαρίστως νὰ σᾶς ἀνακαινίσομε τὰ τζαμιά, ἀλλὰ καὶ ἐσεῖς νὰ μᾶς ἀναστηλώσετε τὸν Ἅγ. Νικόλαο ποὺ μὲ τὰ ἴδιά σας χέρια γκρεμίσατε, ἐνῶ γιὰ τὰ τζαμιὰ εὐθύνεται μόνον ὁ χρόνος καὶ ὁ σεισμός». Ἂς εὐχηθοῦμε, ὁ πανδαμάτωρ χρόνος νὰ τοὺς ὠθήση στὴ σωστὴ ἀπόφαση ποὺ εἶναι ἄλλωστε καὶ χρέος πρὸς τὴν Ἱστορία καὶ τὴν παγκόσμια μνημειακὴ κληρονομιά. Αὐτὰ γιὰ τὸ «Πετρούμι» καὶ συνεχίζομε τὴν περιήγησή μας.
Προορισμὸς μας αὐτὴ τὴ φορὰ ἦταν ἡ Ἀττάλεια, ἡ ἀρχόντισσα τῆς Μεσογείου, ὅπως τὴν χαρακτήρισαν καὶ νῦν ἡ βαριὰ βιομηχανία τοῦ Τουρκικοῦ τουρισμοῦ. Ὄνειρο καὶ ἐπιθυμία πολλῶν χρόνων. Ἐννοῶ βέβαια τὴν παλιὰ πόλη, τὴν καστροπολιτεία μὲ τὰ παλιὰ ἀρχοντικὰ τῶν Ρωμιῶν, ποὺ σήμερα μεταβλήθησαν σὲ ἀρχοντο-ξενοδοχεῖα, σκαρφαλωμένα στὰ θαλασσινὰ γκρεμνά, μὲ τὸ γραφικότατο λιμανάκι της, μὲ τὸν πανύψηλο πέτρινο πύργο τοῦ ρολογιοῦ της, μὲ τὸ Ἑλληνικὸ σχολειὸ της (Τουρκικὸ σήμερα), μὲ τὶς ἐκκλησιὲς της (τζαμιὰ σήμερα) καὶ τοὺς μαγευτικοὺς καταρράκτες της ποὺ πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὀροσειρὰ τοῦ Ταύρου. Πολλὰ μπορεῖ νὰ θαυμάσει κανεὶς στὴν πανέμορφη καὶ κοσμοπολίτικη Ἀττάλεια, ἀλλὰ καὶ πολλὲς συγκινήσεις νὰ νιώσει, ἀτενίζοντας τὸ ἀπέραντο γαλάζιο, ποὺ ὁδηγεῖ νοερὰ στὴν μαρτυρικὴ Κύπρο, ἢ ἀναλογιζόμενος πὼς στὸ ἴδιο καλντερίμι ποὺ περπατᾶς ἐσὺ τώρα, περπάτησε κάποτε καὶ ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος. Ἀνάμεσα στὰ πολλὰ ἀξιοθέατα εἶναι καὶ ὁ ἀνδριάντας τοῦ Ἀττάλου Β΄. Ὁ ἐν λόγω Ἕλληνας βασιλιὰς τῆς Περγάμου, ἐπίγονος τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ ἵδρυσε τὴν περίφημη Στοὰ τοῦ Ἀττάλου στὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν. Λέγεται πὼς ἀναζητοῦσε τὸν ὡραιότερο γήινο παράδεισο γιὰ νὰ ἱδρύσει τὴν ὁμώνυμη πόλη του, ποὺ δὲν ἦταν ἄλλος, παρὰ ὁ χῶρος τῆς Ἀττάλειας. Ὁ ἀνδριάντας του ἵσταται στὴν κεντρικὴ πλατεῖα μὲ ἀρχοντικὴ λεβεντιὰ, ἀλλὰ μὲ ὕφος Ρωμαϊκῶν προτύπων. (Οἱ ὑπέρμετρες διαστάσεις καὶ οἱ πολυσύχναστες ἀναφορὲς στὴ ρωμαϊκὴ περίοδο εἶναι ἀκίνδυνες…). Ὅσο γιὰ τὸ ἀρχαιολογικὸ μουσεῖο της, τί νὰ πρωτοπεῖ κανείς! Τί νὰ πρωτοθαυμάσει! Ἄφωνος μένει μπροστὰ στὸ τεράστιο, πανύψηλο καὶ πολυτελέστατο κτίριο εὐρωπαϊκῶν προδιαγραφῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἐκθέματα, εἶναι πλουσιότατα καὶ θαυμάσια διατεταγμένα, ἀπὸ τὰ μικροτεχνήματα μέχρι τὰ τεράστια ἀγάλματα καὶ τὶς ἀμέτρητες πολυτελέστατες σαρκοφάγους κ.ἄ.π. Τὰ ἐκθέματα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ ἀνασκαφὲς σὲ διάφορες ἀρχαιοελληνικὲς γειτονικὲς πόλεις καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν Πέργη. Λὲς καὶ ξεθάφτηκε ὁλόκληρη καὶ στὴ συνέχεια μουσειοποιήθηκε. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τὸ μαῦρο ΄22 καὶ ἔπειτα ἡ γείτων χώρα ἀδιαφοροῦσε ἐν πολλοῖς γιὰ κάθε εἴδους Ρωμαίικο χνάρι. Μὲ τὴν ἄνθηση ὅμως τοῦ τουρισμοῦ ἀναθεωρήθηκαν τὰ πάντα. Ἀνασκάπτουν, συλλέγουν, προβάλλουν, μελετοῦν, ἀξιοποιοῦν καὶ φυσικὰ κερδίζουν. Ὥς ἐδῶ μπράβο τους! Τὸ μελανὸ ὅμως σημεῖο τους εἶναι ἡ παντελὴς ἔλλειψη-παρασιώπηση τῶν λέξεων ἀρχαία Ἑλλάδα, Ἑλληνισμὸς καὶ Ἑλληνικὸς (σ΄ ὅλες τὶς πτώσεις, κατὰ περίπτωση φυσικά, ἐνῶ οἱ ἀναφορὲς π.χ. στὴν Ρωμαϊκὴ περίοδο εἶναι πολυσύχναστες …). Ἐνδόμυχος φόβος ἄραγε ἢ ἐνοχή; (περὶ αὐτοῦ εἶχε γράψει πρὸ ἐτῶν ἕνα ὡραιότατο κείμενο κάποιος Τοῦρκος διανοούμενος καὶ τὸ ἔστειλα στὸ Βῆμα τῆς Κῶ γιὰ ἀναδημοσίευση). Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ (τὸ μελανὸ σημεῖο ποὺ προανέφερα) μειώνει καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ τῆς γείτονος χώρας, ἀλλὰ καὶ τὴν χώρα γενικότερα. Προσβάλλει τὴν νοημοσύνη τῶν ἐγγράμματων ἐπισκεπτῶν της, ἀλλὰ καὶ διαμορφώνει τὴν ἀνιστόρητη κοινὴ γνώμη κατὰ τρόπον ἐσφαλμένο. Ἡ ἱστορία ἀφ’ ἑαυτῆς οὔτε διαγράφεται, οὔτε παραγράφεται. Καὶ σύμφωνα μὲ τὸν Γερμανὸ-Ἑβραῖο στοχαστὴ Βάλτερ Μπετζιαμὶν «τίποτε ἀπ’ ὅ,τι ἔχει συμβῆ δὲν πρέπει νὰ χαθῆ γιὰ τὴν Ἱστορία». Καὶ μόνον οἱ ὑπάρχουσες Ἑλληνικὲς ἐπιγραφές, οἱ ἀδιάψευστοι μάρτυρες τοῦ Ἑλληνικοῦ παρελθόντος, καταρρακώνουν τὸ πολιτιστικὸ κῦρος τῆς χώρας. [Τὸ μόνο εὐχάριστο ἀπὸ τοὺς ἐπισκέψιμους χώρους, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι τώρα πλέον μπορεῖς νὰ πληρώσεις τὸ εἰσιτήριο εἰσόδου μὲ εὐρώ. Γιατί πρὶν μερικὰ χρόνια εἰσέπραττε κανεὶς τὴν ἀρνητικὴ καὶ παγωμένη ἀπάντηση «μόνο μὲ Τουρκικὲς λίρες». Ἂς εἶναι].
Ὁ τρόπος ἐπίσης ποὺ προβάλλεται ὁ ἀρχαιολογικὸς πλοῦτος ποὺ τοὺς ἔλαχε, σαφῶς εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ. Γιὰ παράδειγμα, ἡ τοποθέτηση τοῦ τεράστιου ἀνδριάντα τοῦ Ἡροδότου σὲ κεντρικὸ δρόμο στὸ Bodrum μὲ τὸν προσδιορισμὸ « ὁ πατὴρ τῆς ἱστορίας», ἀσφαλῶς ἐμπεριέχει δόλο. Διότι ὁ Ἡρόδοτος δὲν ἔγραψε τὴν ἱστορία, ἂς ποῦμε, τῆς Κίνας, ἀλλὰ τὴν ἱστορία τῶν Ἑλληνικῶν πολέμων μὲ τὴν Περσικὴ Δυναστεία καὶ δὴ στὴν ἀρχαία Ἑλληνικὴ γλώσσα! Αὐτὸ τὸ «ἐκ τοῦ πονηροῦ» τὸ διαπιστώνει κανεὶς καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες περιπτώσεις. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν βλέπομε στὶς τελευταῖες μας ἐκλογὲς ἕνα ψηφοδέλτιο μὲ σαράντα τόσα Τουρκικὰ ὀνόματα ὑποψηφίων τῆς μειονότητας, Ἑλλήνων ὑποτίθεται πολιτῶν, τί νὰ ὑποθέσομε. Κι ὅταν βλέπομε (τὸν περασμένο Μάϊο) ἀνηρτημένο στὸ λιμεναρχεῖο τοῦ Bodrum ὁλόκληρο χάρτη ποὺ περιλαμβάνει τὴν νησιωτικὴ Ἑλλάδα ὁμοιόχρωμη μὲ τὴν γείτονα χώρα, τί νὰ πιστέψομε. Κι ὅταν Τοῦρκοι συμπολίτες μας καὶ μάλιστα πολὺ ἀγαπητοί μας φίλοι δηλώνουν δημόσια ὅτι ἀγαποῦν τὴν Κῶ καὶ τὴν Κῶ νιώθουν πατρίδα τους, θάθελα νὰ τοὺς πῶ ὅτι τοὺς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὰ αἰσθήματα καὶ τὴν ἀγάπη τους, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τοὺς ρωτήσω, ἂν ἐκεῖνοι, ἀπόγονοι κατακτητῶν γιὰ περίπου πεντακόσια χρόνια, νιώθουν ἔτσι, ἐμεῖς πῶς πρέπει νὰ νιώθομε γιὰ τὴν τρισχιλιόχρονη παρουσία μας στὰ ἴδια χώματα. Ἐν κατακλεῖδι, ἡ τακτική τῆς ἐπίσημης πολιτείας δὲν ἀφήνει πολλὰ περιθώρια αἰσιοδοξίας γιὰ εἰρηνικὴ συμπόρευση τῶν λαῶν μας, ὅσο κι ἂν οἱ ἴδιοι οἱ λαοὶ ἐκπέμπουν μηνύματα ἐπιθυμίας γιὰ εἰρηνικὴ γειτνίαση, μὲ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ὀργάνωση συναυλιῶν καὶ ἄλλων ὡραίων ἐκδηλώσεων ἑκατέρωθεν.
Ἂς ἐπανέλθομε ὅμως στὴν Ἀττάλεια. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ στὴ νέα μεγαλούπολη ποὺ ἔχει ἐπεκταθῆ. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω πόσο σωστὴ καὶ πόσο ἀξιοθαύμαστη εἶναι ἡ ἐξέλιξη, ἡ ἀνάπτυξη καὶ ὁ ἐξευρωπαϊσμὸς τῆς Τουρκίας σ΄ ὅλους τούς τομεῖς (πρωτογενῆ, οἰκοδομικό, βιομηχανικό, τουριστικὸ κ.ἄ.). Ὁδοποιία ἀξιοζήλευτη, ρυμοτομία τέλεια, πεζοδρόμια τεράστια, πάρκα ὡραιότατα, προσόψεις σπιτιῶν μελετημένες, ἀξιοποίηση ἀκτογραμμῆς ὑποδειγματική, μὲ ἀποκορύφωμα τὰ ποικιλόχρωμα λουλούδια καὶ τὰ ἀνθρώπινα μερακλήδικα στολίδια.
Ἂς συνεχίσομε ὅμως τὴν πορεία μας. Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ἀττάλεια, πῆρε τὸ μάτι μου σὲ κάποια διασταύρωση τὴν καφὲ πινακίδα (δεῖγμα ἀρχαιοτήτων) μὲ τὸ βέλος πρὸς τὰ Κίβυρα σὲ 18 χιλιόμ. Εἴπαμε νὰ «ξεστρατίσομε» μιᾶς καὶ μᾶς ἦταν γνωστὴ ἀπὸ τὰ μαθητικὰ χρόνια ὡς «Θέμα τῶν Κιβυρραιωτῶν» καὶ μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς θὰ βλέπαμε μερικοὺς λιθοσωροὺς καὶ τίποτε ἄλλο. Πόσο πράγματι πέσαμε ἔξω!. Ἡ μεγαλύτερη ἔκπληξη ποὺ δοκίμασα ποτέ: Ὁλόκληρη ἀρχαία πολιτεία ἁπλωμένη στὶς πλαγιὲς ἀλλεπάλληλων λοφίσκων μὲ θέα τὸ τεράστιο λεκανοπέδιο, τοὺς ἀπέραντους κάμπους ποὺ κάποτε ἀποτελοῦσαν τὸ Θέμα τῶν Κιβυρραιωτῶν τῆς Ρωμαίϊκης Αὐτοκρατορίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἕνα περιβάλλον ἠπιότατο, φωτεινότατο, ἀνοικτόκαρδο. Μία πολιτεία μισοαναστηλωμένη, μὲ τὸ ἀπέραντο στάδιό της, τὸ θέατρό της, τὸ Νυμφαῖο της μὲ τρεχούμενα νερά, τὸ Βουλευτήριο, τὴν Ἀγορά της, τὸ κοιμητήριό της μὲ ἀμέτρητες σαρκοφάγους, τὴν παλαιοχριστιανικὴ βασιλική της καὶ ὅλα αὐτὰ φυσικὰ ἀξιοποιημένα καὶ ἐπισκέψιμα. Μὲ ἀνοικτὸ τὸ στόμα, βουρκωμένα τὰ μάτια καὶ μὲ συμβιβασμένη τὴν καρδιά, ἀποχαιρετίσαμε γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὰ «ματωμένα χώματα» τῆς παμμέγιστης Μικρᾶς Ἀσίας.




