Ἡ διττὴ ἔννοια τῆς κενώσεως κατὰ τὸν Hans Urs von Balthasar

Share:

Γράφει ὁ κ. Εὐλάλιος Θωμαΐδης, Θεολόγος

  Τὸ πιὸ θεμελιῶδες σφάλμα τῶν μεταπατερικῶν στοχαστῶν ὅλων τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, τόσο τῶν ὀρθοδόξων καὶ τῶν παπικῶν, ὅσο καὶ τῶν προτεσταντῶν (συνήθως ἀκαδημαϊκῶν) θεολόγων, εἶναι ἡ ταύτιση ποὺ ἐφαρμόζουν μεταξύ τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας ἤ, ἀλλιῶς, ἡ ταύτιση τοῦ Θεοῦ ὅπως ὑπάρχει στὴν ἀΐδιά Του ὕπαρξη μὲ τὴν ἄκτιστη ἐνεργειακὴ ἀποκάλυψή Του πρὸς τὴν κτιστὴ πραγματικότητα. Ἡ ἀνωτέρα ἀναφερθεῖσα ταύτιση μεταξύ τῆς θεολογίας καὶ τῆς οἰκονομίας δὲν ἀφορᾶ μονάχα στὸ γνωστὸ θεμελιῶδες ἀξίωμα τοῦ K. Rahner, τὸ ὁποῖο ὑποστηρίζει ὅτι ἡ θεολογικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ τριάδα ταυτίζονται καὶ τὸ ἀντίστροφο, ἀλλὰ καὶ κάθε εἴδους ὑποστήριξη τοῦ ἐξεικονισμοῦ καὶ τῆς ἀναπαραγωγῆς τῶν ὑποστατικῶν ἰδιωμάτων τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος μέσα στὴν κτιστὴ πραγματικότητα.

  Ὁ ἀνωτέρω ἀναφερθείς ἐξεικονισμὸς τῆς ἀΐδιας ζωῆς τοῦ Θεοῦ πρὸς στὴ θεία οἰκονομία ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν Hans Urs von Balthasar. Ὁ Balthasar, ἐπηρεασμένος καταφανῶς ἀπὸ τὸν Bulgakov, εἶναι γνωστὸς στὸ ρωμαιοκαθολικὸ κόσμο γιὰ τὸν ὅρο κένωση, ὅρο ποὺ εἰσήγαγε ἐντός τῆς παπικῆς θεολογικῆς διανόησης. Προτοῦ, ὅμως, ἐξετάσουμε τὸ πῶς ἑρμηνεύει ὁ Balthasar τὴν κένωση, θὰ πρέπει νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ ὅρος αὐτὸς δὲ σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ συγκατάβαση, σύμφωνα μὲ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Μία βουλητικὴ ἢ ἑκούσια συγκατάβαση ποὺ δὲν γίνεται ἁπλὰ, γιὰ νὰ παραμείνει συγκατάβαση, σύμφωνα μὲ τὴ «χριστολογία» τοῦ Ἔγελου, ἀλλὰ μία συγκατάβαση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀνύψωση ἢ θέωση τοῦ ἀνθρωπίνου προσλήμματος ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὁ Υἱὸς κενώνεται μὲ τὴν ἔννοια ὅτι προσλαμβάνει ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἦταν προηγουμένως (ἄνθρωπος) μὲ σκοπὸ νὰ τὸ καταστήσει ὅ,τι ἦταν προηγουμένως, ἤτοι θεὸ[1], δίχως ἀσφαλῶς νὰ ἀπολέσει οὐδέποτε τὴ θεότητά Του (ἀκόμη καὶ ἐπάνω στὸ Σταυρό). Συνεπῶς, κατὰ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ κένωση δεικνύει εἴτε τὸ μυστήριον τῆς σαρκώσεως, τὸ ὁποῖο δὲν ὑπονοεῖ σὲ καμία τῶν περιπτώσεων τὸ ἄδειασμα – κένωση τοῦ Υἱοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ θεότητα, εἴτε τὴν ἐνεργειακὴ φανέρωση τῆς ἀκτίστου θεότητας, ἡ ὁποία σμικρύνεται θεοπρεπῶς (μερίζεται ἀμερίστως), προκειμένου νὰ μπορεῖ νὰ τὴν προσλάβει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι μόνο ἐκ δύο φύσεων, ὅπως ὑποστηρίζουν οἱ Μονοφυσίτες, ἀλλὰ καὶ ἐν δύο φύσεσι, σύμφωνα μὲ τὸ δόγμα τῆς Χαλκηδόνας, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ ὑποστατικὴ ἕνωση εἶναι ἀκατάλυτη.

  Ἔχοντας ἀναλύσει τὴν πατερικὴ παράδοση περὶ τῆς κένωσης ὡς συγκατάβασης μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε στὴν πραγμάτευση τῆς διδασκαλίας τοῦ Balthasar. Σύμφωνα μὲ τὸ Γερμανὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο, ἡ κένωση δὲν ἀναφέρεται μονάχα στὴ συγκατάβαση τῆς ἀκτίστου θεότητας πρὸς τὴν κτίση, δηλαδὴ στὶς ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες, οὔτε μόνο στὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως. Κατὰ τὸν Balthasar πάντοτε, μποροῦμε νὰ κάνουμε λόγο γιὰ μία ἐνδοτριαδικὴ κένωση, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴ δυνατότητα ἐπίτευξης τῆς δεύτερης. Μέσα στὸ Θεὸ ὑπάρχει μία ἀΐδια δοτικότητα (ἕνα δώρημα μεταξὺ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας), δοτικότητα ποὺ ἐξεικονίζεται στὴν οἰκονομία. Τὸ πρωταρχικὸ ἢ αὐθεντικὸ δώρημα ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση τοῦ οἰκονομικοῦ ἢ ἐλευθέρου δωρήματος πρὸς τὴν κτίση[2]. Μόνον ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη ὡς ἀΐδιο ἐνδοτριαδικὸ δώρημα μπορεῖ νὰ ἐμφανίζεται στὴν κτίση ὡς τέτοια[3]. Ἡ ταύτιση τοῦ εἶναι ἢ οὐσίας καὶ ἐμφάνισης ἢ ἀποκάλυψης στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Balthasar, ἡ ὁποία ἀποδέχεται τὸν ἐξεικονισμὸ τῆς θεολογίας στὴν οἰκονομία, τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ ὑποστηρίξει ὅτι ἡ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ θεμελιώνεται σὲ μία ἀΐδια ἐνδοτριαδικὴ κένωση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας[4].

  Σύμφωνα μὲ τὸν Balthasar, ὁ Υἱὸς κενώνεται καὶ ἀπομακρύνεται ἀΐδια ἀπὸ τὸν Πατέρα. Τὸ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἤτοι τὴν κένωση καὶ τὴν ἀπομάκρυνση, πράττει πρωτίστως ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος γεννᾶ ἀπὸ ἀγάπη τὸν Υἱό του ἀρνούμενος ἀπόλυτα τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτό, τουτέστιν ἀρνούμενος νὰ παραμένει στὸν ἑαυτὸ του (μόνος Θεός). Διά τῆς γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς δημιουργεῖται μία ἄπειρη ἀπόσταση μεταξὺ των. Γι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸ λόγο, τουλάχιστον κατὰ τὸ Γερμανὸ ρωμαιοκαθολικὸ θεολόγο, ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ βιώσει πόνο (θεοπασχητισμός). Ὁ Θεὸς – Ἁγία Τριάδα μπορεῖ νὰ βιώσει τὸν πόνο τῶν κτιστῶν ὄντων, καθότι μέσα του ὑπάρχει ὡς a priori στοιχεῖο (condizione di possibilitá) ἡ ἄπειρη ἀπόσταση μεταξύ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀπότοκη τῆς ἐνδοτριαδικῆς κένωσης. Κάθε εἴδους δρᾶμα ποὺ ὑπάρχει μεταξύ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς οἰκονομίας εἶναι δυνατό, ἐπειδὴ ὑπάρχει κατεξοχὴν μέσα στὴν ἄκτιστη θεότητα. Ἡ ἀΐδια κένωση τῆς Ἁγίας Τριάδας μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀναφέρεται σὲ ἕνα ἀγαπητικὸ ἀλληλοαποχωρισμὸ (ἄδειασμα τοῦ ἑαυτοῦ τῶν τριαδικῶν προσώπων).

  Ἡ κένωση τοῦ Υἱοῦ μέσα στὴν κτίση, δηλαδὴ ἡ ἐνανθρώπηση, ἀποτελεῖ τὴν εἰκόνα τῆς ἀΐδιας ἐνδοτριαδικῆς κένωσης. Ἡ κένωση τοῦ Χριστοῦ στὴ σάρκωση θεμελιώνεται στὴν ἀΐδια ζωὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν κένωση[5]. Ἡ ἀπόσταση τοῦ Υἱοῦ ἀπὸ τὸν Πατέρα μέσα στὴν ἄκτιστη θεότητα ἀποτελεῖ τὸ a priori στοιχεῖο τῆς σάρκωσης. Ὁ Υἱὸς μέσα στὴν οἰκονομία, ἤτοι ἐνσαρκούμενος, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Πατέρα του μέχρι τὸ σημεῖο τοῦ σταυρικοῦ θανάτου του. Αὐτὴ ἡ ἀπόσταση μεταξύ τοῦ σαρκωμένου Υἱοῦ καὶ τοῦ Πατρὸς μοιάζει ἀξεπέραστη. Ὁ μόνος τρόπος ὑπέρβασής της εἶναι ἡ ὑπακοὴ μέχρι θανάτου στὸ πρόσωπο τοῦ Πατρὸς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη (τὸ βίωμα τῆς θεοεγκατάλειψης). Ἔτσι, ὁ Γερμανὸς ρωμαιοκαθολικὸς θεολόγος ἀποδέχεται δύο εἰδῶν δράματα, ἕνα ἀΐδιο καὶ ἕνα οἰκονομικὸ[6].

  Κλείνοντας τὴν παρουσίαση τῆς διττῆς ἔννοιας τὴν κένωσης στὸν Hans Urs von Balthasar ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἡ ὀρθόδοξη παράδοση δὲν ἀποδέχεται κανένα δρᾶμα, εἴτε ἐνδοτριαδικὸ εἴτε ἐξωτριαδικό. Ἡ Ἁγία Τριάδα δὲν πάσχει οὔτε ἀσφαλῶς βιώνει πόνο. Ἡ γέννηση τοῦ Υἱοῦ καὶ ἡ ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρὸς κατὰ τὴν πατρικὴ ὑπόσταση δὲ δηλώνει καμία ἀπόσταση, ἀλλὰ τὸν τρόπο ὕπαρξης τῶν τριαδικῶν ὑποστάσεων. Ἴσα ἴσα ποὺ τὰ ὀνόματα Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγ. Πνεῦμα δεικνύουν τὴ φυσικὴ ἤ οὐσιώδη συγγένεια τῶν ὑποστάσεων τῆς ἀκτίστου θεότητας, καθότι στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος Υἱὸς συνεπινοεῖται αὐτὸ τοῦ Πατρός, ὅπως καὶ στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τοῦ Πνεύματος συνεπινοεῖται ὁ Προβολεὺς – Πατήρ. Ἄρα δὲ μποροῦμε νὰ μιλᾶμε γιὰ κανένα εἶδος ἀπόστασης, εἰδάλλως δὲν θὰ ὑπῆρχε ἡ ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ὑποστάσεων. Ἐπίσης, σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ στὸ οἰκονομικὸ δρᾶμα, ἡ ὑποστατικὴ ἕνωση εἶναι ἀκατάλυτη ἐξ ἄκρας συλλήψεως τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Υἱὸς ἐπάνω στὸ Σταυρὸ δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός. Πονάει καὶ πάσχει μόνον ὡς ἄνθρωπος, ὅσο καὶ ἐὰν ἐνοχλοῦνται μὲ αὐτὴ τὴ διατύπωση διάφοροι νεοέλληνες θεολόγοι. Τέλος, κλείνω μὲ τὸ πατερικὸ ἀξίωμα ποὺ ἀναφέρει ὅτι τὰ τῆς οἰκονομίας δὲ μποροῦν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ μεταφέρονται στὴ θεολογία.

Σημειώσεις:

[1] Βέβαια στὸ Χριστὸ ἔχουμε παρόντα τὸν Υἱὸ ὑποστατικῶς. Ὁπότε δὲ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ θεώνεται κατὰ μετοχήν, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ἁγίους ἢ ἀξίους, ἀλλὰ θεώνεται ὑποστατικῶς, ἐπειδὴ ὑπάρχει μέσα της ἡ ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. [2] L. F. Ladaria, La Trinita mistero di comunione, traduzione: M. Zapella, edizioni Paoline, Milano 2004, p. 222. [3] Ὅπ.π., σελ. 223. [4] Ὅπ.π. [5] Ὅπ.π., p. 225. [6] Ὅπ.π., p. 227.

Previous Article

«Ἡ αἵρεση τῆς δράσης»

Next Article

Κήρυγμα εἰς τήν γέννησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ*