Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως: πίστις, ἱστορία, πτωχεία καὶ κοινωνικὸς μετασχηματισμός

Share:

Τοῦ κ. Παντελεήμονος Τομάζου

1ον

  Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα θεολογικὰ ρεύματα τοῦ δευτέρου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰώνα. Δὲν ἐμφανίσθηκε ἁπλῶς ὡς μία νέα θεωρητικὴ σχολὴ μέσα στὸν χῶρο τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, ἀλλὰ ὡς μία προσπάθεια ἐπαναπροσδιορισμοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ θεολογία. Στὴ σχετικὴ βιβλιογραφία, καὶ χαρακτηριστικὰ στὴν παρουσίαση τοῦ Leonardo Boff καὶ τοῦ Clodovis Boff, ἡ ἀφετηρία δὲν εἶναι μία ἀφηρημένη θεωρητικὴ συζήτηση γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἡ πραγματικότητα τῆς πτωχείας, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας, τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῆς καταπιέσεως. Ἡ πίστη, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν προσέγγιση, καλεῖται νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴν ἱστορικὴ κατάσταση τῶν πτωχῶν καὶ νὰ ἀποκτήσει συγκεκριμένες κοινωνικὲς καὶ πολιτικὲς συνέπειες.

Ἡ βασικὴ ἰδέα εἶναι ὅτι ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως γεννιέται, ὅταν ἡ πίστις ἔρχεται ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἀδικία ποὺ ὑφίστανται οἱ πτωχοί. Δὲν πρόκειται, ἐπομένως, κατὰ τοὺς ἐκπροσώπους της, γιὰ μία θεολογία ἡ ὁποία δημιουργήθηκε πρωτίστως μέσα στὶς πανεπιστημιακὲς αἴθουσες. Γεννιέται ἀπὸ τὴν ἐμπειρία συγκεκριμένων ἀνθρώπων καὶ κοινωνιῶν. Ἡ πτωχεία δὲν ἀντιμετωπίζεται ἁπλῶς ὡς ἀτομικὸ πρόβλημα, ὡς ἀποτέλεσμα ἀτυχίας ἢ ὡς ἠθικὸ ζήτημα ποὺ μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ ἀποκλειστικὰ μέσῳ τῆς ἰδιωτικῆς φιλανθρωπίας. Ἀντιμετωπίζεται ὡς κοινωνικὸ καὶ ἱστορικὸ φαινόμενο, τὸ ὁποῖο συνδέεται μὲ συγκεκριμένες δομὲς καὶ σχέσεις ἐξουσίας.

Ὁ «πτωχός» μάλιστα δὲν νοεῖται ἀποκλειστικὰ μὲ ἀτομικοὺς ὅρους. Οἱ πτωχοὶ θεωροῦνται μία κοινωνικὴ πραγματικότητα, μία ὁλόκληρη κατηγορία ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι βρίσκονται σὲ κατάσταση περιθωριοποιήσεως καὶ καταπιέσεως. Ἰδιαίτερη σημασία ἀποδίδεται στοὺς ἐργαζομένους οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μὲ τὴν κοινωνικὴ ἀνάλυση ποὺ υἱοθετεῖ ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως, ὑφίστανται ἐκμετάλλευση μέσα στὸ καπιταλιστικὸ σύστημα. Ἑπομένως, ἡ πτωχεία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἔλλειψη χρημάτων ἑνὸς συγκεκριμένου ἀνθρώπου· εἶναι ἕνα εὐρύτερο κοινωνικὸ φαινόμενο, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἐξετασθεῖ μέσα στὸ ἱστορικὸ καὶ οἰκονομικὸ πλαίσιο ποὺ τὸ δημιουργεῖ καὶ τὸ συντηρεῖ.

Ἀκριβῶς ἐδῶ ἐμφανίζεται μία ἀπὸ τὶς θεμελιώδεις ἀρχὲς τοῦ συγκεκριμένου θεολογικοῦ ρεύματος: δὲν ἀρκεῖ ἡ θεωρητικὴ ἐνατένιση τῆς πραγματικότητας. Ἀπαιτεῖται ἀποτελεσματικὴ δράση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση. Ἡ πίστη δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ οὔτε ἡ θεολογία νὰ παραμένει μία διανοητικὴ ἐνασχόληση ἀποκομμένη ἀπὸ τὰ προβλήματα τῆς κοινωνίας. Ὁ χριστιανὸς καλεῖται νὰ εἰσέλθει στὴν ἱστορία καὶ νὰ συμμετάσχει ἐνεργὰ στὴ διαδικασία μεταβολῆς τῶν συνθηκῶν ποὺ προκαλοῦν καταπίεση.

Ἀπὸ τὴν φιλανθρωπίαν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν

Σημαντικὴ εἶναι ἡ διάκριση ποὺ ἐπιχειρεῖται ἀνάμεσα στὴ φιλανθρωπικὴ βοήθεια πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ στὴν ἐνεργὸ συμμετοχὴ τῶν ἴδιων τῶν πτωχῶν στὴν ἀπελευθέρωσή τους. Ἡ παραδοσιακὴ φιλανθρωπία, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ὀπτική, κινδυνεύει νὰ βλέπει τὸν πτωχὸ ὡς παθητικὸ ἀντικείμενο τῆς ἀγάπης τῶν ἄλλων. Ὁ πλούσιος ἢ ὁ ἰσχυρὸς βοηθᾷ τὸν πτωχό, ἀλλὰ οἱ κοινωνικὲς σχέσεις ποὺ παράγουν τὴν πτωχεία ἐνδέχεται νὰ παραμένουν ἀνέπαφες.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἐπιδιώκει κάτι διαφορετικό. Ὁ πτωχὸς πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθεῖ ὡς ὑποκείμενο τῆς δικῆς του ἀπελευθερώσεως. Δὲν εἶναι ἁπλῶς κάποιος τὸν ὁποῖο ὁ χριστιανὸς καλεῖται νὰ βοηθήσει. Εἶναι ὁ ἴδιος ἐνεργὸς φορέας τῆς ἱστορικῆς διαδικασίας. Αὐτὸ μεταβάλλει ριζικὰ καὶ τὴν ἔννοια τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη δὲν ἐκφράζεται μόνο μὲ τὴν ἐλεημοσύνη ἢ μὲ τὴν προσωπικὴ βοήθεια πρὸς τὸν πάσχοντα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ στράτευση γιὰ τὴ μεταβολὴ τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν ποὺ δημιουργοῦν τὸν πόνο.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἀποκτᾷ ἰδιαίτερη σημασία ἡ ἔννοια τῆς «κοινῆς ὑποθέσεως» μὲ τοὺς πτωχούς. Ὁ χριστιανὸς δὲν καλεῖται ἁπλῶς νὰ αἰσθανθεῖ συμπόνια. Καλεῖται νὰ ταυτισθεῖ πρακτικὰ μὲ τὸν ἀγῶνα τους. Ἡ ἀλληλεγγύη ἀποκτᾷ κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ διάσταση. Ἡ ἀληθινὴ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, προϋποθέτει τὴ συμμετοχὴ στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ἀπελευθέρωση.

Ἔτσι, τὸ Εὐαγγέλιο ἑρμηνεύεται ὡς Εὐαγγέλιο ἀπελευθερώσεως. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ χαρακτηρίζεται ὡς ἐνεργὸς δέσμευση γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση. Ὁ ἀγώνας γιὰ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα δὲν θεωρεῖται ἐξωτερικὴ ἢ δευτερεύουσα δραστηριότητα σὲ σχέση μὲ τὴν πίστη, ἀλλὰ συνέπεια τῆς ἴδιας τῆς χριστιανικῆς ταυτότητας.

Ἡ σωτηρία, ἐπομένως, ἀποκτᾷ ἔντονη ἱστορικὴ διάσταση. Ἡ αἰώνια σωτηρία συνδέεται μὲ τὴν ἱστορικὴ ἀπελευθέρωση ποὺ ἀποκαθιστᾷ τὴν ἀξιοπρέπεια τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ἀναγκαστικά, μέσα στὴ λογικὴ τῶν συγκεκριμένων θεολόγων, ὅτι ἡ σωτηρία ἐξαντλεῖται στὴν πολιτικὴ ἀλλαγή. Σημαίνει ὅμως ὅτι δὲν θεωροῦν δυνατὴ μία χριστιανικὴ ἀντίληψη τῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν πραγματικὴ ἱστορικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται ὡς μία ἀφηρημένη ψυχὴ ἀπομονωμένη ἀπὸ τὸν κόσμο. Ζεῖ μέσα στὴν ἱστορία, μέσα σὲ κοινωνικὲς σχέσεις, οἰκονομικὲς δομὲς καὶ συγκεκριμένες συνθῆκες ζωῆς. Συνεπῶς, ἡ σωτηρία πρέπει νὰ ἔχει συνέπειες καὶ γι’ αὐτὲς τὶς πραγματικότητες.

Ἡ πίστις, ἡ ὁποία μεταμορφώνει  τὴν ἱστορίαν

  Μία ἀπὸ τὶς βασικὲς ἐμπνεύσεις τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως μπορεῖ νὰ συνοψισθεῖ στὴ θέση ὅτι ἡ πίστη μεταμορφώνει τὴν ἱστορία. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴν πραγματικότητα. Πρέπει νὰ συμμετάσχουμε στὴ μεταβολή της. Ἡ συγκεκριμένη ἀρχὴ φανερώνει καὶ τὸν πρακτικὸ χαρακτῆρα αὐτῆς τῆς θεολογίας.

Πρὶν ἀκόμη ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἐπεξεργασία, ὑποστηρίζεται ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχει πραγματικὴ συμμετοχὴ στὴν ἀπελευθερωτικὴ πράξη. Ὁ θεολόγος δὲν στέκεται ἐξωτερικὰ ἀπέναντι στὴν πραγματικότητα τῆς καταπιέσεως, γιὰ νὰ τὴ μελετήσει οὐδέτερα. Πρέπει προηγουμένως νὰ δημιουργήσει ἕνα ζωντανὸ δεσμὸ μὲ τὴν πραγματικὴ πρακτικὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσή τους.

Ἀπὸ ἐδῶ προέρχεται καὶ ἡ περίφημη ἔμφαση στὴν πράξη. Ἡ θεολογία ἀκολουθεῖ τὴν πράξη καὶ ἀναστοχάζεται ἐπάνω σὲ αὐτή. Δὲν εἶναι ἁπλῶς θεωρία, ἡ ὁποία στὴ συνέχεια ἐφαρμόζεται στὴν πραγματικότητα. Ἡ ἴδια ἡ ἀπελευθερωτικὴ πράξη γίνεται τόπος μέσα στὸν ὁποῖο παράγεται ἡ θεολογικὴ σκέψη.

Ἡ θεολογία, ἑπομένως, ἔρχεται «μετά». Προηγεῖται ἡ συμμετοχή, ἡ ἀλληλεγγύη, ἡ δράση καὶ ὁ ἀγώνας. Κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ κριτικὴ θεολογικὴ σκέψη πάνω στὴν πράξη αὐτή. Πρόκειται γιὰ μία σημαντικὴ ἀντιστροφὴ τῆς συνηθισμένης ἀντιλήψεως, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία πρῶτα διαμορφώνουμε μία ὁλοκληρωμένη θεολογία καὶ στὴ συνέχεια ἀποφασίζουμε πῶς θὰ τὴν ἐφαρμόσουμε.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἐπιμένει στὴν ἀποτελεσματικὴ ἀλληλεγγύη πρὸς τοὺς καταπιεσμένους. Δὲν ἀρκοῦν οἱ δηλώσεις συμπαραστάσεως. Ἡ ἀλληλεγγύη πρέπει νὰ ἀποκτήσει πρακτικὸ χαρακτῆρα καὶ νὰ ὁδηγήσει σὲ πραγματικὲς κοινωνικὲς ἀλλαγές.

Ἡ πτωχεία ὡς συλλογικὸν  καὶ συγκρουσιακὸν φαινόμενον

  Ἕνα ἀπὸ τὰ χαρακτηριστικότερα στοιχεῖα τῆς ἀναλύσεως εἶναι ἡ ἀντίληψη τῆς πτωχείας ὡς συλλογικοῦ καὶ συγκρουσιακοῦ φαινομένου. Ἡ κοινωνία δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς ἕνα οὐδέτερο σύνολο ἀνθρώπων, στὸ ὁποῖο ὁρισμένοι ἁπλῶς τυχαίνει νὰ ἔχουν περισσότερα καὶ ἄλλοι λιγότερα. Ἡ πτωχεία θεωρεῖται ἀποτέλεσμα κοινωνικῶν σχέσεων, οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἀνισότητα καὶ σύγκρουση.

Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ὑπερβάσεως τοῦ κοινωνικοῦ συστήματος ποὺ παράγει τὴν καταπίεση καὶ τῆς ἀναζητήσεως μιᾶς ἐναλλακτικῆς κοινωνικῆς ὀργανώσεως. Ἡ ἀπελευθέρωση δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο μὲ μεμονωμένες πράξεις ἀγαθοεργίας. Ἐφόσον τὸ πρόβλημα εἶναι δομικό, πρέπει νὰ ὑπάρξει καὶ δομικὴ μεταβολή.

Σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο γίνεται ἰδιαίτερα αἰσθητὴ ἡ ἐπίδραση τῆς μαρξιστικῆς κοινωνικῆς ἀναλύσεως. Ἡ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως χρησιμοποιεῖ μεθοδολογικὰ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τὸν μαρξισμό, ἰδιαίτερα γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ταξικῆς συγκρούσεως, τῆς οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ τῶν μηχανισμῶν μέσῳ τῶν ὁποίων ἡ ἐξουσία διατηρεῖται καὶ ἀναπαράγεται.

Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι κάθε ἐκπρόσωπος τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως ταυτίζεται πλήρως μὲ τὸ σύνολο τῆς μαρξιστικῆς φιλοσοφίας. Σημαίνει ὅμως ὅτι ἡ μαρξιστικὴ κοινωνικὴ ἀνάλυση χρησιμοποιεῖται ὡς σημαντικὸ μεθοδολογικὸ ἐργαλεῖο. Οἱ οἰκονομικοὶ παράγοντες, ἡ ταξικὴ πάλη, οἱ σχέσεις παραγωγῆς, ἡ ἰδεολογία καὶ ἡ ἐξουσία εἰσέρχονται στὸ πεδίο τῆς θεολογικῆς ἀναλύσεως.

Ἡ πτωχεία, ἔτσι, δὲν ἐξετάζεται μόνο ὡς προσωπικὴ δυστυχία. Ἐξετάζεται ὡς ἀποτέλεσμα ἑνὸς συστήματος κοινωνικῶν σχέσεων. Καὶ ἂν τὸ σύστημα παράγει πτωχεία, τότε ἡ ἀπελευθέρωση ἀπαιτεῖ ἀλλαγὴ τοῦ ἴδιου τοῦ συστήματος.

Παράλληλα, ἡ ἀνάλυση διευρύνεται πέρα ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴ καταπίεση. Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ ρατσισμοῦ, τῆς ἐθνοτικῆς καταπιέσεως καὶ τῆς σεξουαλικῆς καταπιέσεως ἐντάσσεται σταδιακὰ στὴν εὐρύτερη λογικὴ τῆς ἀπελευθερώσεως. Ἔτσι ἡ κατηγορία τοῦ «καταπιεσμένου» ἐπεκτείνεται. Δὲν ἀφορᾷ ἀποκλειστικὰ τὸν οἰκονομικὰ πτωχό, ἀλλὰ κάθε κοινωνικὴ ὁμάδα ἡ ὁποία θεωρεῖται ὅτι βρίσκεται σὲ κατάσταση συστηματικῆς περιθωριοποιήσεως ἢ ὑποτάξεως.

Ἡ ἐπανερμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς

  Ἡ βιβλικὴ ἑρμηνεία ἀποτελεῖ κεντρικὸ πεδίο τῆς Θεολογίας τῆς Ἀπελευθερώσεως. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν διαβάζεται ὡς κείμενο ἀπομονωμένο ἀπὸ τὴν κοινωνικὴ πραγματικότητα. Ἀντίθετα, ἐπιχειρεῖται μία ἐπανάγνωση τῶν βιβλικῶν ἀφηγήσεων μέσα ἀπὸ τὴν ἱστορικὴ ἐμπειρία τῶν πτωχῶν.

Ἰδιαίτερη σημασία ἀποδίδεται στὸ κοινωνικὸ περιεχόμενο τοῦ βιβλικοῦ μηνύματος. Ἡ βιβλικὴ ἱστορία ἀντιμετωπίζεται ὡς ἱστορία, μέσα στὴν ὁποία ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀνθρώπων καὶ λαῶν. Ἡ Ἔξοδος, οἱ προφητικὲς καταγγελίες τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας, ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς περιθωριοποιημένους καὶ ἡ ζωὴ τῆς πρώτης χριστιανικῆς κοινότητας ἀποκτοῦν ἰδιαίτερη βαρύτητα.

Ἡ ἑρμηνεία τῆς Βίβλου πρέπει, σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν προσέγγιση, νὰ λαμβάνει σοβαρὰ ὑπ’ ὄψιν τὸ κοινωνικὸ πλαίσιο τοῦ μηνύματος. Ἡ Γραφὴ δὲν θεωρεῖται μία συλλογὴ ἀφηρημένων μεταφυσικῶν προτάσεων. Εἶναι μαρτυρία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ἱστορία.

Αὐτὸ ὁδηγεῖ σὲ μία θεολογία, ἡ ὁποία ξεκινᾷ ἀπὸ τὴ δράση καὶ ὁδηγεῖ στὴ δράση. Ἡ πίστη γίνεται πρακτικὴ καὶ πολιτική. Ἡ θεολογία κρίνεται καὶ ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα ποὺ παράγει μέσα στὴν κοινωνία.

Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ αὐτή, νὰ λειτουργεῖ ὡς τελευταῖο καταφύγιο τοῦ ἀνθρώπου ἀπέναντι στὴ φυσικὴ βία ἢ στὴν κοινωνικὴ καταπίεση χωρὶς νὰ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀλλαγὴ τῶν συνθηκῶν. Ὁ χριστιανὸς δὲν πρέπει ἁπλῶς νὰ ὑπομένει τὴν ἀδικία προσδοκώντας τὴν τελικὴ κρίση. Ἡ στάση του ἀπέναντι στοὺς πτωχοὺς καὶ στοὺς καταπιεσμένους ἀποκτᾷ ἀποφασιστικὴ σημασία ἤδη μέσα στὴν ἱστορία.

Ποῖοι εἶναι οἱ πτωχοί;

 Στὴ Θεολογία τῆς Ἀπελευθερώσεως ἡ ἔννοια τοῦ πτωχοῦ εἶναι εὐρύτερη ἀπὸ τὴν ἁπλὴ οἰκονομικὴ ἔνδεια. Βεβαίως, οἱ οἰκονομικὰ πτωχοὶ βρίσκονται στὸ ἐπίκεντρο. Εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται τὰ βασικὰ μέσα ἐπιβιώσεως: τροφή, ἔνδυση, στέγη, ὑγειονομικὴ περίθαλψη, ἐκπαίδευση καὶ ἐργασία.

Ἡ στέρηση αὐτῶν τῶν βασικῶν ἀγαθῶν δὲν ἀντιμετωπίζεται ὡς φυσικὴ καὶ ἀναπόφευκτη κατάσταση. Θεωρεῖται ἀποτέλεσμα κοινωνικῶν μηχανισμῶν. Στὸ πλαίσιο τῆς ἀναλύσεως τῶν Boff, τὸ καπιταλιστικὸ σύστημα ἐμφανίζεται ὡς βασικὸς παράγοντας δημιουργίας καὶ διατηρήσεως τῆς πτωχείας.

Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀφετηρία διαμορφώνεται καὶ ἡ γνωστὴ ἰδέα τῆς προτιμησιακῆς ἐπιλογῆς ὑπὲρ τῶν πτωχῶν. Οἱ πτωχοὶ θεωροῦνται προνομιοῦχοι ἀποδέκτες τοῦ χριστιανικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὄχι ἐπειδὴ ἡ πτωχεία εἶναι ἀπὸ μόνη της ἀρετὴ οὔτε ἐπειδὴ κάθε πτωχὸς εἶναι ἀναγκαστικὰ ἠθικὰ ἀγαθός. Ἡ προτίμηση συνδέεται μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑφίστανται ἀδικία.

Ἡ πτωχεία δὲν ἁγιοποιεῖται. Ἐκεῖνο ποὺ τίθεται στὸ κέντρο εἶναι ἡ ἀδικία ποὺ ὑφίσταται ὁ πτωχός. Ἡ ἐπιλογὴ ὑπὲρ τῶν πτωχῶν εἶναι ἑπομένως ἐπιλογὴ, ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια παραβιάζεται.

Ταυτόχρονα ὅμως ἡ ἔννοια τοῦ πτωχοῦ ἀποκτᾷ καὶ εὐαγγελικὸ περιεχόμενο. Πτωχός, μὲ αὐτὴ τὴν εὐρύτερη ἔννοια, εἶναι καὶ ἐκεῖνος ποὺ στέκεται ἀλληλέγγυος πρὸς τοὺς πτωχούς. Ἑπομένως ἡ «πτωχεία» δὲν δηλώνει μόνο μία οἰκονομικὴ κατάσταση, ἀλλὰ μπορεῖ νὰ δηλώνει μία συγκεκριμένη στάση ζωῆς καὶ μία ἐπιλογὴ ἀλληλεγγύης.

  Next Article

Ν. Μπερντιάεφ: Φιλοσοφία της ελευθερίας