Ο ΟΜ. ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς ΑΠΘ κ. Γ. Μαντζαρίδης ὅρισε ὡς ἑξῆς τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν διαχώρισε ἀπὸ τὸν Οἰκουμενισμό: «Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ τόπος φανερώσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὴ ἐκτείνεται “πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης” καὶ “πανταχοῦ τῶν χρόνων”. Οἰκουμενικότητα καὶ ἡ διαχρονικότητα τῆς Ἐκκλησίας θεμελιώνονται στὸν Χριστό, ποὺ προσέλαβε στὴν ὑπόστασή του ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἄκτιστη, ἀνακαινιστικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος οἰκοδομεῖ τὴν οἰκουμενικότητά της. Ἡ οἰκουμενικότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐξαντλεῖται στὴν παγκοσμιότητα, ἀλλὰ συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν διαχρονικότητα. Ἔτσι ἄλλωστε ὁλοκληρώνεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς καθολικότητας, ποὺ ἀποτελεῖ βασικὸ γνώρισμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀποσύνδεση τῆς οἰκουμενικότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τὴν διαχρονικότητα φαλκιδεύει τὴν καθολικότητά της. Ἡ καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἔχει κοινωνιολογικές, ἀλλὰ θεολογικὲς ρίζες. Δὲν ἀνάγεται στὶς πολιτισμικές, πολιτικὲς ἢ κοινωνικὲς διαφοροποιήσεις μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, ὅσο καὶ ἂν συνέβαλαν καὶ αὐτὲς στὴν διαφοροποίηση τῆς πίστεώς τους. Ἡ καθολικότητα, ποὺ ὑπάρχει ὡς ὀντολογικὸ δεδομένο στὴν μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, φαλκιδεύεται ὡς ζητούμενο μὲ τὶς θεολογικὲς διαφοροποιήσεις, τὶς ἐξουσιαστικὲς διεκδικήσεις καὶ τὶς ἐθνικὲς ἀντιθέσεις, ποὺ δημιουργήθηκαν μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν» (Ἱστ. Ρομφαία)! Θεωροῦμε καίριες τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ σεβαστοῦ καὶ ὁμολογητῆ Καθηγητῆ καὶ ἠχηρὴ ἀπάντηση στὶς οἰκουμενιστικὲς παραφωνίες!




