τοῦ Πανοσιολογιωτάτου Ἀρχιμανδρίτου π. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Δρ. Θεολογίας
3ον
Σὲ θεολογικὸ ἐπίπεδο, ἡ Καμπαλὰ χρησιμοποιεῖ τὸν ἀπρόσωπο ὅρο Ἔϊν Σὸφ (Εin Soph) ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει “τὸ Ἄπειρο”[38], γιὰ νὰ προσδιορίσει τὸν Θεό, ὅρος ἄγνωστος μέσα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὁ ὅρος αὐτὸς χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς θεωρητικοὺς τῆς Καμπαλὰ[39] κατὰ μίμηση τοῦ νεοπλατωνικοῦ ὅρου “Ἕν”[40], ὁ ὁποῖος δηλώνει τὴν ὑπέρτατη θεϊκὴ καὶ πνευματικὴ ἀρχή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέει ὅλος ὁ κόσμος, ὑλικὸς καὶ πνευματικὸς[41]. Μάλιστα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἔχει καταδείξει ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος δὲν εἶναι ἐπινόηση τῶν Νεοπλατωνικῶν, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν βαβυλωνιακὴ[42] ἢ χαλδαϊκὴ θρησκεία[43], τῆς ὁποίας οἱ ἀπόψεις ἀποτυπώνονται στοὺς χαλδαϊκοὺς χρησμούς, ἕνα κείμενο μαγικοῦ χαρακτήρα ποὺ ἐπηρέασε[44] τὸν Νεοπλατωνισμό, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἐκκίνησε ὡς φιλοσοφία μὲ τὸν Πλωτῖνο, ὅμως μετεξελίχθηκε ἀπὸ τοὺς ὕστερους Νεοπλατωνικούς, ὅπως τὸν Ἰάμβλιχο[45], σὲ θεουργία, ὅπως ὀνόμαζαν τὴν μαγεία[46].
Ἀναμφίβολα, ἐξ ἐπόψεως Ὀρθοδόξου Θεολογίας ὁ Θεὸς εἶναι Ἄπειρος, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς[47], ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπρόσωπη ἀρχὴ ἀλλὰ πρόσωπο. Ὡς πρόσωπο ἀποκαλύφθηκε στὸν Μωυσῆ λέγοντας “ἐγὼ εἰμι ὁ ὤν”(Ἔξ. 3, 14.), δηλαδή, “τὸ «Εἶναι» εἶμαι Ἐγώ. Ὁ Θεός, ὁ Ἀπόλυτος Δεσπότης ὅλων τῶν ἀστρικῶν κόσμων, εἶναι προσωπικός”, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ[48]. Ἡ ἀντικατάσταση, ἀπὸ τὰ ἀποκρυφιστικὰ συστήματα, τοῦ ζῶντος προσωπικοῦ Θεοῦ τῆς Βίβλου μὲ μία ἀπρόσωπη ἀρχὴ σημαίνει οὐσιαστικὰ ἀντικατάσταση τὴν προσευχῆς πρὸς τὸν προσωπικὸ Θεὸ[49] μὲ τὸν διαλογισμὸ[50] καὶ τὴ μαγεία μέσῳ χειρισμοῦ καὶ ἐλέγχου ἀπρόσωπων πνευματικῶν δυνάμεων.
Σύμφωνα μὲ τὴ Καμπαλὰ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐκδίπλωσης τοῦ Σύμπαντος ἀπὸ τὴ θεϊκὴ ἀρχὴ λαμβάνουν χώρα δέκα δυνάμεις, οἱ λεγόμενες Σεφιρότ, ποὺ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει “ἐκπορεύσεις”[51] καὶ ἀποτελοῦν τὶς ἐξωτερικὲς ἐκδηλώσεις, τὶς ἰδιότητες τοῦ “Ἔϊν Σόφ”. Διατάσσονται μὲ τέτοιον τρόπο, ὥστε δημιουργοῦν ὁλόκληρο τὸ Σύμπαν, πνευματικὸ καὶ ὑλικό, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται μεταφορικὰ “δέντρο τῆς ζωῆς”[52]. Ἂν καὶ αὐτὴ ἡ θεωρία εἶναι παντελῶς ἄγνωστη στοὺς συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅμως εἶναι οἰκεία στὸν Γνωστικισμὸ καὶ ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ἡ θεωρία περὶ Σεφιρὸτ εἶναι ἐπαναδιατύπωση τῆς θεωρίας τοῦ Γνωστικισμοῦ περὶ “αἰώνων”[53], δηλαδὴ ἐνδιάμεσων ὑποδεέστερων θεοτήτων μεταξὺ Θεοῦ καὶ δημιουργίας[54]. Ἀντίθετα, ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἐξαίρει τὴν μοναδικότητα τοῦ Θεοῦ (Ἐξ.20,1-6) διδάσκοντας ὅτι μόνο δύο πραγματικότητες ὑπάρχουν: ὁ κτιστὸς κόσμος καὶ ὁ Ἄκτιστος Θεὸς[55], χωρὶς ἐνδιάμεσες ὑποδεέστερες θεότητες, ὅπως πίστευε τὸ εἰδωλολατρικὸ περιβάλλον τοῦ Ἰσραήλ.
Ἐνῷ ἡ Καμπαλὰ ἀποδέχεται ἐκδίπλωση καὶ ἐκπόρευση τοῦ Σύμπαντος ἀπὸ τὴν ἀπρόσωπη Θεϊκὴ Ἀρχή, τὸ Ἔϊν Σὸφ (Εin Soph) ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸν πυρῆνα τοῦ ἐκδηλωµένου Σύµπαντος, ἀντίθετα ἡ Παλαιὰ Διαθήκη διδάσκει εὐκρινῶς ὅτι ὁ Θεὸς δημιουργεῖ ἕνα ἑτερούσιο πρὸς Αὐτὸν κόσμο[56] διὰ τῆς βουλήσεώς Του[57], ὅπως ἀναφέρεται στὸ βιβλίο τῶν Μακκαβαίων (Β΄ Μακ. 7,28)[58]. Ἐνῷ ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ἐξαίρει τὴν ἑτερότητα Θεοῦ καὶ κτίσης[59], γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καταδικάζεται ἡ εἰδωλολατρία, ἀντίθετα ἡ Καμπαλὰ ὁδηγεῖται σὲ σύγχυση καὶ ταύτιση μεταξὺ Θεοῦ καὶ κόσμου, ἐφόσον ὁ κόσμος ὡς ἀπορροὴ εἶναι μέρος τῆς θεϊκῆς οὐσίας, καταλήγοντας στὸν πανθεϊσμό, ὅπως καὶ τὰ σύγχρονα ἀποκρυφιστικὰ συστήματα[60].
Σημειώσεις:
[38] jewishvirtuallibrary.org [39] jewishencyclopedia.com [40] Ἰ. Κεχαγιᾶ, Ἡ ψυχὴ στὴν φιλοσοφία τοῦ Ἰάμβλιχου, Θεσσαλονίκη 2020, σελ.10. [41] Σύμφωνα μὲ τὸν Ν.Ματσούκα, γιὰ τὸν Νεοπλατωνισμὸ ὑπέρτατη ὀντολογικὴ ἀρχὴ εἶναι τὸ “Ἕν”, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀπορρέουν διαδοχικὰ μέσῳ ὑπερχείλισης τῆς οὐσίας του ὁ Νοῦς, δηλαδὴ ὁ νοητὸς κόσμος τῶν ἰδεῶν, καὶ ἡ Ψυχή. Ἡ τελευταία, παρόμοια μὲ τὸν στωικὸ Λόγο, ἐμπλέκεται μὲ τὴν προϋπάρχουσα, ἀδιαμόρφωτη πρωταρχικὴ ὕλη καὶ δίνει ἔτσι μορφὴ στὸν αἰσθητὸ φυσικὸ κόσμο, τὴν κατώτερη ὑπόσταση τῆς πραγματικότητας. Ἑπομένως σὲ κάθε φυσικὸ σῶμα ἐμπεριέχεται ἕνα ἀπειροελάχιστο τμῆμα τῆς Ψυχῆς, ἡ ἀτομικὴ ψυχή του, ἡ ὁποία συντηρεῖ τὴ μορφή του μὲ βάση τὰ πρότυπα ποὺ παρέχουν οἱ ἰδέες τοῦ Νοῦ. Ἠθικὸς προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπανύψωση τῆς ἔκπτωτης ἀτομικῆς ψυχῆς του στὴν ἀρχική της ἀφετηρία, δηλαδὴ ἡ ἕνωσή της μὲ τὸ ἀρχικὸ “Ἕν”, μέσῳ μυστικιστικῆς ἔκστασης. Ὅμως βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐπανασύνδεσης αὐτῆς εἶναι ἡ “κάθαρση” ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸν ἐνάρετο βίο. Βλ. Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 248-252, καὶ R.T.Wallis, Νεοπλατωνισμός, μτφρ. Γ. Σταματέλλος, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 108. [42] Σύμφωνα μὲ τὴν Εὐθυμίου Μυρτώ – Αἰκατερίνη, στὴν κορυφὴ τῆς Χαλδαϊκῆς κοσμολογίας τοποθετεῖται τὸ ἄρρητο “Ἕν” ἢ “Ἅπαξ Ἐπέκεινα”. Βρίσκεται στὸν ἐμπύριο πατρικὸ βυθό, περιτριγυρισμένος ἀπὸ σιγὴ καὶ ἀποτελεῖ τὴν πηγή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπορρέουν ὅλα τὰ δημιουργήματα. Βλ. “Ὁ Μιχαὴλ Ψελλὸς καὶ τὰ Χαλδαϊκὰ Λόγια”, Θεσσαλονίκη 2018,σελ.7, Κ. Viglas, “Χαλδαϊκὴ καὶ Νεοπλατωνικὴ Θεολογία”, στὸ Journal of Hellenic Religion, Vol. 6 (2013), σελ.64, R.T.Wallis, Νεοπλατωνισμός, ὅ.π., σελ.174 καὶ R. Majercik, “Chaldean Triads in Neo-Platonic exegesis: some reconsiderations,” στὸ The Classical Quarterly 51/1 (2001), σελ. 274. [43] Στὴν κλασσικὴ Ἀρχαιότητα μὲ τὴν ὀνομασία “Χαλδαῖοι” ἐννοοῦσαν κυρίως τοὺς ἱερεῖς τῶν Βαβυλωνιακῶν ναῶν καὶ ἀπὸ τὸν Διόδωρο Σικελιώτη συγκρίνονται πρὸς τοὺς Αἰγύπτιους ἱερεῖς. Ἡ λέξη λοιπὸν Χαλδαῖος χρησιμοποιοῦνταν γιὰ τὰ μέλη τοῦ Βαβυλωνιακοῦ ἱερατείου, καὶ συνεκδοχικὰ γιὰ ὅλους τοὺς Μεσοποτάμιους ἱερεῖς. Βλ. Κ. Viglas, “Χαλδαϊκὴ καὶ Νεοπλατωνικὴ Θεολογία”, στὸ Journal of Hellenic Religion, Vol. 6 (2013), σελ. 58. Τὸ ὄνομά τους σχετίζεται μὲ τὴν μαγεία καὶ στὰ ἑλληνιστικὰ χρόνια “Χαλδαῖος” ἔφτασε νὰ ὀνομάζεται κάποιος ποὺ διέθετε γνώσεις ἀστρολογίας. Βλ. Μυρτὼ – Αἰκατερίνη Εὐθυμίου, Ὁ Μιχαὴλ Ψελλὸς καὶ τὰ Χαλδαϊκὰ Λόγια, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 5. [44] Ἡ ἐπιρροὴ αὐτὴ ἐξηγεῖται, διότι ὁ Πλωτῖνος εἶχε ταξιδέψει στὴν Περσία, ὅπου γνώρισε τὶς δοξασίες καὶ τὴ θεουργία τῆς βαβυλωνιακῆς θρησκείας. Βλ.Κ. Viglas, “Χαλδαϊκὴ καὶ Νεοπλατωνικὴ Θεολογία”, στὸ Journal of Hellenic Religion, Vol. 6 (2013),σελ.59 καὶ R.T.Wallis, Νεοπλατωνισμός, ὅ.π., σελ.76. [45] Ὁ Ἰάμβλιχος θεωρεῖται εἰσηγητὴς τῆς μαγείας στὸν Νεοπλατωνισμό, μὲ μία τελετουργικὴ πράξη, ἡ ὁποία λεγόταν θεουργία. Μὲ τὴ φιλοσοφία του θεμελίωσε τελετουργίες μαντικὲς καὶ ἀστρολογικὲς προβλέψεις. Οἱ μελέτες τῶν τελευταίων ἀποτελοῦσαν βασικὴ δραστηριότητα τῆς σχολῆς του. Ὅλα τὰ κατώτερα ὄντα στὸν κόσμο προέρχονται ἀπὸ τὸ ὕψιστο Ἕν, τὸ ὁποῖο διέπει καὶ ἄρχεται πάντων, καὶ ἄρα ἐμπεριέχεται σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Μέσῳ τῆς θρησκευτικῆς μαγείας, ὁ Ἰάμβλιχος ὑποστηρίζει πὼς ἐπιτυγχάνεται ἡ ἄνοδός του πρὸς τὸ θεῖο. Βλ.Ἰ. Κεχαγιᾶ, Ἡ ψυχὴ στὴν φιλοσοφία τοῦ Ἰάμβλιχου, Θεσσαλονίκη 2020, σελ.17. [46] Σύμφωνα μὲ τὴν Ἰ. Κεχαγιᾶ, “ὁ ὅρος θεουργία (θεὸς + ἔργον) εἶναι συνδεδεμένος μὲ τὰ Χαλδαϊκὰ λόγια (τοὺς χρησμοὺς τῶν Χαλδαίων).Ὁ θεουργὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὅλα τὰ σύμβολα ἢ ἀντικείμενα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα γι’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς τελετές. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θεουργίας πραγματοποιεῖται μία σύνδεση αὐτοῦ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου μὲ τὸ θεῖο. Ὁ θεουργὸς χρησιμοποιεῖ κάποια μέσα, τὰ ὁποῖα οὐσιαστικὰ τοῦ ἐπιτρέπει ὁ ἴδιος ὁ θεὸς νὰ χρησιμοποιήσει προκειμένου νὰ συνδεθοῦν οἱ ψυχὲς μὲ αὐτόν. Τέτοια μέσα εἶναι τὰ ξόρκια, ἡ μαγεία, τὰ ζῷα, οἱ μελῳδίες, ὀνόματα, ἀκόμα καὶ οἱ πέτρες, οἱ τοῖχοι, τὸ νερὸ καὶ πολλὰ ἄλλα”.Βλ. Ἡ ψυχὴ στὴν φιλοσοφία τοῦ Ἰάμβλιχου, ὅ.π., σελ. 22-23.Βλ. Ἐπίσης: Hans Lewy, Chaldaen Oracles and Theurgy: Mysticism, Magic and Platonism in the Later Roman Empire, ἐπιμ. M. Tardieu, (Etudes augustiniennes), Παρίσι 1978, E.R. Dodds, “Theurgy and Its Relation to Neoplatonism”, στὸ Journal of Roman Studies 37 (1947), σελ. 55-69, S. Eitrem, “La theurgie chez les neo-platoniciens et dans les papyrus magiques”, Symbolae Osloenses 22 (1942), σελ. 49-79 καὶ Anne Sheppard, “Proclus’ Attitude to Theurgy”, Classical Quarterly 32 (1982), σελ. 212-224. [47] Ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως 1, 4, PG 94, 800Β: “Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἀκαταληψία”. Βλ. ἐπίσης ἁγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΛΗ΄, 7, PG 36, 317-320: “Ἄπειρον οὖν τὸ θεῖον καὶ δυσθεώρητον καὶ τοῦτο πάντη καταληπτὸν αὐτοῦ μόνον, ἡ ἀπειρία· Κἄν τις οἴηται τῷ ἁπλῆς εἶναι φύσεως ἢ ὅλον ἄληπτον εἶναι ἢ τελείως ληπτόν. Τί γὰρ ὃς ἁπλῆς ἐστι φύσεως ἐπιζητήσωμεν. Οὐ γὰρ δὴ τοῦτο φύσις αὐτῷ ἡ ἁπλότης· εἴπερ μηδὲ τοῖς ἀσυνθέτοις, μόνο τὸ εἶναι συνθέτοις”. [48] Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, Ὀψόμεθα τὸν Θεὸν καθώς ἐστι, Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Essex Ἀγγλίας, 1993, σελ. 43. [49] Ὑποστηρίζει ἡ Μπλαβάτσκυ ὅτι ἐφόσον ὁ Θεὸς εἶναι ἕνα ἀπρόσωπο ὄν, μία ἀνώτερη δύναμη, ἡ προσευχὴ δὲν ἔχει κάποια πνευματικὴ ὠφέλεια. Λέγει χαρακτηριστικά: “Ἔχουμε τόσα πολλὰ νὰ κάνουμε, ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ χάνουμε τὸν καιρό μας λέγοντας προσευχὲς σὲ κάτι καθαρὰ ἀφηρημένο” καὶ ἐπίσης “Δὲν ὑπάρχει κάποια ὠφέλεια στὸ νὰ προσεύχεται κάποιος σὲ ἕνα ἐξωκοσμικὸ κι ἑπομένως πεπερασμένο Θεό”.Βλ. Ε.Μπλαβάτσκυ, Τὸ κλειδὶ τῆς θεοσοφίας, ὅ.π., σελ. 59-60. [50]Βλ. περισσότερα γιὰ τὸ συγκεκριμένο θέμα: Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Ἰχνηλάτης Ἀληθείας. Ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν αἱρετικὴ κακοδοξία, Θεσσαλονίκη 2002, σελ.261. [51] Τὰ ὀνόματα τῶν Σεφιρὸτ εἶναι τὰ ἑξῆς:”Στέμμα, Σοφία, Κατανόηση, Καλωσύνη, Σοβαρότητα, Ὀμορφιά, Αἰωνιότητα, Μεγαλεῖο, Θεμέλιο, Βασιλεία”. Βλ. el.wikipedia.org καὶ chabad.org [52] Βλ. J. H. Chajes, The Kabbalistic Tree, Penn State University Press 2022. [53] Βλ.ἀναλυτικά: Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πειραιῶς κ.Σεραφείμ, Ὁμιλία στὸ ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Ἱερᾶς Μητρόπολης Πειραιῶς μὲ τὴν ὁποία ἐνημερώνει τοὺς πιστοὺς γιὰ τὴ θρησκεία τοῦ Καμπαλισμοῦ, στὸ orthodoxianewsagency.gr [54] Βλ. περισσότερα Π. Χρήστου, “Ἑνοφυλία, τὸ ἰδεῶδες τῶν Γνωστικῶν”, Κληρονομία, τόμ. 5. τεῦχ. 1, Θεσσαλονίκη 1973, σελ. 1-16, καὶ στὸ apostoliki-diakonia.gr [55] Βλ.Μ. Βασιλείου, Κατὰ Εὐνομίου 3,2 PG 29,660Α: “Δύο γὰρ λεγομένων πραγμάτων, θεότητός τε καὶ κτίσεως, καὶ δεσποτείας καὶ δουλείας, καὶ ἁγιαστικῆς δυνάμεως καὶ ἁγιαζομένης”, ἁγίου Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, PG. 94, 113B: “ἔστι οὖν ἡ μὲν θεία φύσις ἀγένητος ἤτοι ἄκτιστος, πάντα δὲ τὰ μετὰ τὴν θείαν φύσιν γενητὰ ἤτοι κτιστά». [56] Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Ἰχνηλάτης Ἀληθείας. Ἔκθεση τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως σὲ ἀντιπαράθεση μὲ τὴν αἱρετικὴ κακοδοξία, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 57. [57] Βλ. Γ. Μαρτζέλου, Οὐσία καὶ Ἐνέργειαι τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειον, ὅ.π., σελ.14, πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννου Ρωμανίδη, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 1989, σελ.39, 48 καὶ Ν. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1999, σελ.151. [58] Β΄ Μακ. 7,28: “ἀξιῶσε, τέκνον, ἀναβλέψαντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος οὕτως γεγένηται”. [59] Βλ. ἐπίσης Ν. Ματσούκα, Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τ.Β΄, ὅ.π., σελ.46 καὶ πρωτοπρεσβυτέρου Ἰωάννου Ρωμανίδη, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, ὅ.π., σελ.78. [60] Ε. Μπλαβάτσκυ, Μυστικὴ Δοξασία, τ. ΙΙ, σελ. 487: “Εἶναι ἡ Πανταχοῦ Παροῦσα Πραγµατικότητα. Ἀπρόσωπη, διότι περιλαμβάνει τὰ πάντα… Λανθάνει σὲ κάθε ἄτομο στὸ Σύμπαν καὶ εἶναι τὸ ἴδιο τὸ Σύμπαν”.




