Ἡ σχετικότης τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ αἱ φυσικαὶ καταστροφαί

Share:

Τοῦ Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ 

Ὁ Θεός, σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Βασίλειο, ὡς ἀγαθὸς δημιούργησε τὸ ὠφέλιμο, ὡς σοφὸς τὸ ἄριστο καὶ ὡς παντοδύναμος τὸ μέγιστο[1]. Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ἀμέσως μόλις δημιουργήθηκε, ἀνέβλεψε στὸν οὐρανό, γέμισε χαρὰ ἀπὸ τὸ κάλλος τῆς ὁρατῆς κτίσης καὶ ἔνιωσε μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸ Θεό, ποὺ τοῦ χάρισε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν τρυφὴ τοῦ παραδείσου[2].Τοποθετήθηκε μέσα στὸν παράδεισο (Γέν. 2,8) μέσα σ’ ἕνα “παλάτι”, σ’ ἕνα “ταμεῖο κάθε χαρᾶς καὶ εὐχαριστήσεως”, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς[3].

Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ διαχειριστὴς καὶ οἰκονόμος του. Ἐξουσιάζει τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν καταδυναστεύει (Γέν. 1, 29-30·2,20). Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ διὰ τῆς παρακοῆς διατάραξε τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Δημιουργό του εἰσάγοντας τὴν ἁμαρτία στὸν κόσμο, διαταράχθηκαν καὶ οἱ σχέσεις του μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλλον τὸ ὁποῖο κατέστη ἐχθρικὸ ἀπέναντί του[4]. Στὴν προσπάθειά του νὰ τὸ δαμάσει, τὸ καταστρέφει. Τὸ χρησιμοποιεῖ ἐγωκεντρικὰ καὶ μὲ ἰδιοτελεῖς σκοπούς. Λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: “ὅλη ἡ κτίση ποὺ πλάσθηκε ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀπὸ τὸν Θεό, ὅταν εἶδε τὸν Ἀδὰμ νὰ ἔχει βγεῖ ἀπὸ τὸν παράδεισο, δὲν ἤθελε πιὰ νὰ ὑποταγεῖ στὸν παραβάτη, ὁ ἥλιος δὲν ἤθελε νὰ λάμψει, ἡ σελήνη δὲν ἀνεχόταν νὰ φέγγει, τὰ ἄστρα προτιμοῦσαν νὰ μὴ φανοῦν στὰ μάτια του, οἱ πηγὲς δὲν εἶχαν σκοπὸ ν’ ἀναβλύζουν νερό. Τὰ ποτάμια δὲν ἤθελαν νὰ κυλοῦν, ὁ ἀέρας μελετοῦσε νὰ συσταλεῖ καὶ νὰ μὴ δώσει ἀναπνοὴ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἐπαναστάτησε κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὰ θηρία καὶ ὅλα τὰ ζῷα τῆς γῆς, ὅταν τὸν εἶδαν γυμνὸ ἀπὸ τὴν προηγούμενη δόξα του, τὸν περιφρόνησαν καὶ σκληρύνθηκαν ὅλα ἀμέσως ἐναντίον του. Ὁ οὐρανὸς μὲ τὸ δίκιο του ἔκανε νὰ κινηθεῖ, γιὰ νὰ πέσει πάνω του, καὶ ἡ γῆ δὲ δεχόταν νὰ τὸν ὑποφέρει καὶ νὰ τὸν κουβαλάει πάνω στοὺς ὤμους της”[5].

Οἱ φυσικὲς καταστροφὲς ποὺ πληροφορούμαστε νὰ συμβαίνουν, μὲ χιλιάδες θύματα πολὺ συχνά, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ καταστροφικὸς σεισμὸς ποὺ συγκλόνισε πρὶν λίγο καιρὸ τὴ γειτονικὴ μας χώρα, τὴν Τουρκία, ἀλλὰ καὶ ἡ πατρίδα μας καὶ ἄλλες χῶρες τοῦ πλανήτη πολλὲς φορὲς δοκιμάστηκαν στὸ παρελθόν ὄχι μόνον ἀπὸ σεισμοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλου εἴδους θεομηνίες, ὅπως πυρκαγιές, πλημμύρες, κ.ἄ., ἀποτελοῦν μία ἀναπόφευκτη καὶ ἀδήριτη νομοτέλεια τοῦ παρόντος πεπτωκότος κόσμου, τῆς φθορᾶς, τοῦ πόνου καὶ τοῦ θανάτου. Ἐνῷ μέσα στὸν παράδεισο ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε ἁρμονικῶς μὲ τὸ φυσικὸ περιβάλλον, μὲ τὴν ὑποταγή του στὸν ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἁμαρτία, ἐπέφερε τὴ διάρρηξη τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων μὲ τὸν Θεό, συμπαρασύροντας μαζὶ καὶ τὴν κτίση, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπ. Παῦ­λος: “τῇ γὰρ ματαιότητι ἡ κτίσις ὑπετάγη, οὐχ ἑκοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὸν ὑποτάξαντα” (Ρωμ. 8, 20), δηλαδή: “ἡ κτίση ὑποτάχθηκε κι αὐτὴ στὴ φθορά, ὄχι γιατί ἔφταιγε, ἀλλὰ γιατί ἔτσι θέλησε αὐτός, ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὴν ὑπέταξε”.

Ὁ ἄνθρωπος ἀναπόφευκτα καλεῖται νὰ ζήσει καὶ νὰ πορευθεῖ μέσα σὲ αὐτὸν τὸ μεταπτωτικὸ ἐχθρικὸ κόσμο, σὲ αὐτὴν τὴν “κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος”, τοῦ θανάτου, τῶν θλίψεων, τοῦ πόνου καὶ τῶν βασάνων ποὺ γέννησε ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεό. Οἱ Χριστιανοί, ζώντας μέσα σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν καὶ βρισκόμασθε ἐντὸς τοὺ οἴκου τοῦ Πατρός μας διότι ὁ κόσμος ἔχει δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, ὅμως ταυτόχρονα νιώθουμε ὅτι εἴμαστε πάροικοι καὶ παρεπίδημοι (Α΄ Πέτρ. 2,11) διότι “οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν” (Ἑβρ. 13,14). Ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι πεπερασμένος καὶ ἡ ἀέναη κίνηση τοῦ χρόνου ποὺ συμπαρασύρει τὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου δικαιολογεῖ τὴν παροδικότητα καὶ μεταβολὴ  τῶν  πρα­γμάτων τοῦ κόσμου. Ὁ χρόνος ρέει καὶ μαζὶ καὶ οἱ ὄμορφες στιγμές του. Ὁ καιρός, σημειώνει ὁ Ἀπ. Παῦ­λος, λίγος καὶ σύντομος, εἶναι “συνεσταλμένος…παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου” (Α΄ Κορ. 7, 29-31). Ὁ κόσμος παρέρχεται καὶ μαζί του ὅλα ὅσα ἐπιθυμοῦν οἱ ἄνθρωποι μέσα σ’ αὐτόν, ἐνῷ ὅποιος ἐπιτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ θὰ ζήσει αἰώνια: “καὶ ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα” (Α΄ Ἰωάν. 2, 17).

Ὁ καθηγητὴς τῆς ἐρήμου Μέγας Ἀντώνιος, παρουσιάζει τὴ σχετικότητα, τὸ εὐμετάβλητο καὶ τὴν παροδικότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ καταστάσεων παρομοιάζοντας τὸν παρόντα κόσμο μὲ ἕνα πανδοχεῖο, ὅπου διανυκτερεύουν οἱ ἄνθρωποι. Κοινὴ μοῖρα ὅλων αὐτῶν ποὺ διανυκτερεύουν, εἴτε ἔχουν κρεβάτι νὰ κοιμηθοῦν εἴτε δὲν ἔχουν, εἶναι ὅτι τὸ πρωὶ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας, ὅλοι ἀνεξαιρέτως, θὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ πανδοχεῖο. Ἀναφέρει χαρακτηριστικά: “ἀπὸ ἐκείνους ποὺ διανυκτερεύουν στὰ πανδοχεῖα, μερικοὶ βρίσκουν κρεβάτια, ἄλλοι δὲν ἔχουν κρεβάτι καὶ κοιμοῦνται στὸ πάτωμα. Κι ὅταν περάσει ἡ νύκτα, πρωὶ-πρωὶ ἀφήνουν τὸ κρεβάτι τους καὶ τὸ πανδοχεῖο καὶ φεύγουν ὅλοι μαζί, ἔχοντας μόνο τὰ πράγματά τους. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλοι ὅσοι γεννιοῦνται σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ πλούσιοι καὶ ἐπίσημοι, βγαίνουν ἀπὸ τὴν ζωὴ σὰν ἀπὸ πανδοχεῖο, χωρὶς νὰ παίρνουν μαζί τους τίποτε ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ βίου καὶ ἀπὸ τὰ πλούτη τους, παρὰ μόνον τὰ ἔργα τους, καλὰ ἢ κακά, ὅσα ἔκαναν στὴ ζωὴ τους”[6].

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ζεῖ μέσα σὲ μία αὐταπάτη. Θεωρεῖ ὡς μόνιμες καὶ σταθερὲς καταστάσεις τὶς διαρκῶς μεταβαλλόμενες τοῦ παρόντος βίου, τὰ ρέοντα καὶ τὰ ἐφήμερα, ὡς σταθερά. Νομίζει ὅτι οἱ εὐχάριστες καταστάσεις τοῦ βίου θὰ εἶναι αἰώνιες καὶ ὁ ἴδιος ἔχει τὴν ψευδαίσθηση ὅτι εἶναι ἀνίκητος καὶ ἀκλόνητος. Διαψεύδεται ὅμως οἰκτρὰ διότι ἡ σχετικότητα καὶ μεταβλητότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἀναδεικνύεται καὶ ἀποδεικνύεται πολλὲς φορὲς μὲ τὸν πιὸ τραγικὸ τρόπο, ὅταν βιώνει ὁριακὲς καταστάσεις, εἴτε ὡς ἄτομο εἴτε ὡς κοινωνικὸ σύνολο, ὅπως στὴν περίπτωση τῶν φυσικῶν καταστροφῶν ποὺ προαναφέραμε. Τότε δοκιμάζει τὸ πικρὸ ποτήρι τῆς διάψευσης, ὅταν ἐνώπιόν του τὰ πάντα καταρρέουν μέσα σὲ λίγα δευτερόλεπτα, ζωὲς χάνονται, περιουσίες καταστρέφονται, μελλοντικὰ σχέδια ἀκυρώνονται, οἰκονομίες ἐξανεμίζονται, ἰσοπεδώνονται ὄνειρα, ἡ ἀπόγνωση κυριαρχεῖ μαζὶ καὶ ὁ πόνος, ἡ ἀσθένεια, ὁ θάνατος καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἡ ἀπελπισία.

Βιώνοντας τέτοιες τραγικὲς καταστάσεις, σκέψεις σκοτεινὲς μᾶς πνίγουν καὶ προκαλοῦν στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας αἰσθήματα ἀγωνίας. Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δώσουμε μία ὁλοκληρωμένη ἀπάντηση στὸ “γιατὶ” συμβαίνουν ὅλα αὐτά, διότι δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ μέλλον ὡς παρόν, ὅπως ὁ Θεός. Στὴν παροῦ­σα ζωὴ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ κατὰ συνέπεια νὰ ἑρμηνεύσουμε ὀρθῶς ὅλα ὅσα συμβαίνουν μέσα στὴ ζωή μας, διότι τώρα ἡ γνώση μας εἶναι περιορισμένη, τὰ πάντα βλέπουμε σὰν μέσα ἀπὸ μεταλλικὸ καθρέπτη, “δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι”, ὅπως λέγει καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος (Α΄ Κορ. 13, 12), ἀμυδρά, θαμπὰ καὶ ἀκαθόριστα, ὥστε μᾶς μένουν πολλὰ ἀσαφῆ καὶ σκοτεινά, ἄλυτα προβλήματα καὶ ἀπορίες[7].

Ὅταν ὁ δίκαιος Ἰώβ πληροφορήθηκε ὅτι ὑπέστη ὅλες ἐκεῖνες τὶς φοβερὲς καταστροφές ποὺ ἀνέτρεψαν τὴν πορεία τῆς ζωῆς του, ἔχασε περιουσία καὶ παιδιά, τότε ἀναφώνησε καὶ εἶπε: “Γυμνὸς ἀπ’ τὴν κοιλιὰ βγῆκα τῆς μάνας μου,γυμνὸς καὶ θὰ γυρίσω πίσω στὴ μάνα γῆ” (Ἰώβ. 1,21). Ἀναγνωρίζει δηλαδὴ τὴν παροδικότητα ἢ καλύτερα τὴν ψευδαίσθηση τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, καθὼς ἡ ἐπίγεια ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ διάστημα μεταξὺ γέννησης καὶ θανάτου, δὲν εἶναι παρὰ ἕνα διάλειμμα, μία στιγμή, μπροστὰ στὴν αἰωνιότητα. Ταυτόχρονα, μέσα στὴ δοκιμασία του πιστεύει ὅτι ὁ κόσμος βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία τοῦ Θεοῦ. Ζεῖ σ’ ἕνα κόσμο ποὺ ὑπάρχει καὶ κινεῖται μέσα στὸ πλαίσιο τῆς Θείας Πρόνοιας. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, ἂν καὶ καταλαβαίνει καὶ γνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι καὶ αἴτια, στὸ τέλος δέχεται ὅτι καθετὶ ποὺ συμβαίνει στὴ ζωή μας ἀποτελεῖ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ: “ὡς τῷ Κυρίῳ ἔδοξεν, οὕτω καὶ ἐγένετο· εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τοὺς αἰῶνας” (Ἰώβ.1,21).

Ὁ Ἰὼβ δὲν ἀναγνώρισε ἁπλῶς τὴν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ προχώρησε καὶ σὲ κάτι σημαντικότερο: ὁ Ἰὼβ ἐμπιστεύτηκε τὴν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ λέγοντας: “ὁ Κύριος ὅλα τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε πίσω” (Ἰώβ. 1,21). Ὁ Ἰὼβ ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ νὰ δίνει δωρεὲς καὶ νὰ ἐπιτρέπει δοκιμασίες καὶ δὲν ὑποχωρεῖ στὴν προτροπὴ τῆς γυναίκας του νὰ γογγύσει ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἔχει δικαίωμα νὰ δίνει τὰ δῶρα Του καὶ νὰ τὰ ἀποσύρει καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προσκολλᾶται στὸν Θεὸ ἐξαιτίας τῶν δωρεῶν Του. Ἡ σχέση μὲ τὸ Θεὸ δὲν πρέπει νὰ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς συναλλαγῆς καὶ μία τέτοια στάση δὲν θὰ ἀποτελοῦ­σε ἀληθινὴ ἀγάπη, ἀλλὰ ἕνας ὠφελιμισμὸς[8].

Ὁ πιστὸς ὀφείλει συνεχῶς νὰ κάνει ἀφαίρεση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, χρειάζεται νὰ τὰ τοποθετεῖ μέσα σὲ παρενθέσεις λήθης, ὥστε νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ ἐνδεχόμενο ἀπώλειάς τους, διότι ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος “ὅποιος καταφρόνησε τὰ κοσμικὰ πράγματα, αὐτὸς γλύτωσε ἀπὸ τὴν λύπη. Ἐνῷ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει μετὰ πάθους προσκόλληση σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ὑλικὰ καὶ ὁρατά, δὲν ἔχει λυτρωθεῖ ἀκόμη ἀπὸ τὴν λύπη. Διότι πῶς δὲν θὰ λυπηθεῖ, ὅταν στερηθεῖ ἐκεῖνο ποὺ ἀγαπᾶ;”.

Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος μεθᾶ ἀπὸ ἀλαζονεία καὶ ἀμετροέπεια, ἐγωισμὸ καὶ ὑπερηφάνεια, εἶναι ἀναγκαῖο νὰ παρεμβαίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός, γιὰ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴ μικρὴ ἀξία τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου τούτου σὲ σύγκριση μὲ Αὐτόν, τὴν παροδικὴ καὶ παρερχόμενη φύση τους σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν αἰωνιότητά Του. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις δίνεται ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἐγκαταλείπει. Στὴν πραγματικότητα δὲν ἐγκαταλείπει, ἀλλὰ νουθετεῖ. Εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Θείας Πρόνοιας. Ἐπιτρέπονται οἰκονομικῶς ἀπὸ τὸ Θεὸ οἱ διάφορες δοκιμασίες,  γιὰ τὴν ἐπαναφορά μας στὴν τάξη, ἐφόσον τὰ ἐντός, τὰ ἐκτὸς καὶ τὰ πέριξ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν κόσμο μας, εὑρίσκονται σὲ ἐπανάσταση καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν τους καὶ πρὸς τὸ Δημιουργό.

Ἡ χρήση τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ δώσει ἐξηγήσεις γιὰ τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ ἰδιαίτερα, ὅταν εὐσεβεῖς καὶ ἀθῷοι ὑποφέρουν χωρὶς τὴν γνώση τῶν αἰτιῶν. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τὰ χιλιάδες ἀθῷα θύματα τῶν φυσικῶν καταστροφῶν. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος σκέπτεται ἐγκοσμιοκρατικὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ ἑρμηνεύσει. Ἀντίθετα, ὅταν σκέπτεται πνευματικά, ὅταν κάνει ἀφαίρεση τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου καὶ κατανοεῖ τὴ σχετικότητά τους, τότε διανοίγονται νέες δυνατότητες ἑρμηνείας. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀσκητὲς καὶ Πατέρες μας καλοῦν τὸν ἄνθρωπο νὰ ζεῖ συνεχῶς σὲ κατάσταση συνεχοῦς νήψεως καὶ πνευματικῆς ἑτοιμότητας, νὰ ἔχει στὸ νοῦ του τὸ εὐμετάβλητο καὶ τὸ πρόσκαιρο τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ νὰ ἀσκεῖ καθημερινῶς τὴν ἐργασία τῆς μνήμης θανάτου, διότι “ἡ μνήμη τοῦ θανάτου εἶναι καθημερινὸς θάνατος. Καὶ ἡ μνήμη τῆς ἐξόδου μας ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή, εἶναι συνεχὴς στεναγμός”, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ἡ μνήμη θανάτου ἀποτελεῖ προϋπόθεση γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, διότι “δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περάσουμε μὲ εὐλάβεια τὴν σημερινὴ ἡμέρα, ἐὰν δὲν τὴν λογαριάσουμε σὰν τὴν τελευταία τῆς ζωῆς μας”[9].

Ἡ μνήμη θανάτου σχετικοποιεῖ τὶς καταστάσεις τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καὶ ἀποκόπτει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσκόλληση στὰ ἐφήμερα αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ μνήμη θανάτου ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε ἄλλο φόβο, ὅπως λέγει καὶ πάλι ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, καὶ βέβαια ἀπὸ τὸν χειρότερο φόβο, τὸ φόβο τοῦ θανάτου, διότι κανένας δὲν θὰ φοβηθεῖ ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο ἀπώλειας πραγμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐμπαθῶς προσκολλημένος.

Διὰ τοῦ φόβου τοῦ θανάτου ὁ σατανᾶς κυριαρχεῖ στὸν κόσμο (Ἑβρ. 2, 15) καὶ τὸν παρασέρνει στὴν ἁμαρτία (Ρωμ. 5, 21) διότι, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, “ὁ τὸν θάνατον δεδοικώς, δοῦλός ἐστι, καὶ πάντα ὑφίσταται ὑπὲρ τοῦ μὴ ἀποθανεῖν”[10], δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ φοβᾶται τὸν θάνατο κυριαρχεῖται ἀπὸ σωματικὴ καὶ ψυχολογικὴ ἰδιοτέλεια. Ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι κάποτε θὰ πεθάνει, προσπαθεῖ νὰ ἀπολαύσει ὅσα περισσότερα μπορεῖ[11]. Ζεῖ μέσα στὴν φιλαυτία καὶ τὴ λατρεία τοῦ ἐγώ. Ἀγαπᾶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν καὶ μισεῖ τοὺς μισοῦντας αὐτόν. Ὁ ἄνθρωπος καθίσταται ἀτομιστής. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο, ὅπως λέγει ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἡ ἁμαρτία βασιλεύει “ἐν τῷ θνητῷ σώματι” (Ρωμ. 6,12). Ἡ ἁμαρτία πάλι, ποὺ κυριαρχεῖ στὸν ἄνθρωπο, ἐγείρει τὸν φόβο καὶ τὴν ἀγωνία ἀπέναντι στὸ θάνατο, διότι τὸ φαρμακερὸ κεντρὶ τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία: “τὸ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία” (Α΄ Κορ. 15, 56). Ἐάν ἀφαιρέσουμε τὸ κεντρὶ ἀπὸ τὸν σκορπιό, αὐτὸς γίνεται ἀβλαβής, ἔτσι καὶ ὁ θάνατος χωρὶς τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία εἶναι τὸ θανατηφόρο κεντρί του, χάνει τὴ δύναμη καὶ τὴν ἐξουσία του νὰ βλάψει.

Αὐτὸ ἦταν καὶ τὸ περιεχόμενο τῆς σωτηρίας ποὺ προσέφερε ὁ Χριστός. Ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ καταλύσει τὴν πονηρία τοῦ διαβόλου, τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ καταπατήσει τὸ φόβο τοῦ θανάτου (Ἑβρ.2,14-15)[12]. Ἐνῷ ὁ παλαιὸς Ἀδὰμ ὑπακούοντας στὸν διάβολο ἔγινε δέσμιος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, διατάραξε τὶς σχέσεις του μὲ τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸ φυσικὸ περιβάλλον, ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν ὑπακοή του ἀναιρεῖ τὸ παράπτωμα τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ καὶ ἀποκαθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο στὸ πρότερο βασιλικό του ἀξίωμα (Ρωμ. 5, 19). Τιθασεύει τὰ στοιχεῖα καὶ τὶς δυνάμεις τῆς φύσεως μόνο μὲ ἕνα λόγο του, τὰ ὁποῖα τὸν ὑπακοῦν (Ματθ. 8,26). Καὶ ὅταν πάλι αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως εἶδαν νὰ κρέμεται ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ στὸν Γολγοθᾶ, Τὸν “ἐν ὕδασι τὴν γῆν κρεμάσαντα”, ἐπαναστάτησαν ἐναντίον τῆς κακότητας τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἔπραξαν αὐτὸ τὸ ἀνοσιούργημα: “ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης…καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν” (Ματθ. 27, 45-51).

Οἱ Ἅγιοι ἀκολούθησαν αὐτὸν τὸ δρόμο ποὺ χάραξε ὁ ἀρχηγὸς τῆς σωτηρίας μας, Ἰησοῦς Χριστὸς (Ἑβρ. 2,10), ἀντέγραψαν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια τὸ πρότυπό του καὶ ἔμπλεοι Θείας Χάριτος, νίκησαν τὴν ἁμαρτία καὶ κατὰ συνέπεια τὸ φόβο τοῦ θανάτου καὶ ἀπέκτησαν ἐξουσία ἐπὶ τῶν στοιχείων τῆς φύσεως, ἔτσι ὅπως καταγράφονται στὰ ἀναρίθμητα περιστατικὰ ἀπὸ τὴ θαυμαστὴ βιοτή τους: “ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ” (Ἑβρ.11,33-34)[13]. Ἀποτελοῦν τὶς ἁπτὲς καὶ χειροπιαστὲς ἀποδείξεις αὐτῆς τῆς νέας πραγματικότητας ποὺ ἐγκαινίασε ὁ Χριστός, ἀποδεικνύοντας περίτρανα τὸ λόγο τοῦ Ἀπ. Παύλου:“τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα;,… ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς” (Ρωμ. 8, 35-37).

Σημειώσεις:

[1] Εἰς τὴν Ἑξαήμερον, PG 29, 17C-20A.

[2] Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός, PG 31,344C.

[3] Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, σελ.142, κείμενο-μετάφραση, εἰσαγωγὴ-σχόλια Ν. Ματσούκα, Θεσσαλονίκη 1989, σελ.142.

[4] Βλ. Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Ἁμαρτία: Ἐνοχὴ ἢ πένθος; Θεσσαλονίκη 2011, σελ. 42ἑξ.

[5] Λόγοι Ἠθικοὶ Α΄, κεφ. 2, SC 122, σελ. 190. Βλ. περισσότερα Ἀ. Κεσελόπουλου, Ἄνθρωπος καὶ φυσικὸ περιβάλλον, Ἀθήνα 1989.

[6] Συμβουλὲς γιὰ τὸ ἦθος τῶν ἀνθρώπων σὲ 170 κεφάλαια, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀντώνιος Γαλίτης, ἔκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας, Ἀθήνα 1986, τ.1, σελ. 28-53.

[7] Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, “Γιατί συμβαίνουν τόσα λυπηρὰ στὴ ζωή μας;” pemptousia.gr

[8] Βλ. Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Οἰκονομικὴ κρίση καὶ χριστιανικὸ ἦθος, Θεσσαλονίκη 2013, σελ.119ἑξ.

[9] Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, Κλῖμαξ – Λόγος Στ΄, Περὶ μνήμης θανάτου, μτφρ. Ἀρχιμ. Ἰγνατίου, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 1988.

[10] Βλ. Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους, PG 63, 41.

[11] Βλ. περισσότερα, Νικολάου Κόϊου, Ἐπ’ ἐλευθερία ἐκλήθητε. Αὐτονομία καὶ ἑτερονομία στὴν Ἠθική, Ἀθήνα 2004, σελ. 100ἑξ.

[12] Βλ. περισσότερα, Ἰωάννου Ρωμανίδη, Πρωτοπρεσβυτέρου, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, Ἀθήνα 1989, σελ. 22,8,17.

[13] Περισσότερα γιὰ τὴ θαυματουργικὴ δύναμη τῶν Ἁγίων βλ. Ἀρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζῆ, Ἡ θεραπεία τοῦ κόσμου. Ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἀπέναντι στὶς σύγχρονες προκλήσεις, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 152ἑξ.

Previous Article

Τί συζητοῦν τόσα χρόνια οἱ ὀρθόδοξοι μέ τούς παπικούς; Β’ Κυριακή Νηστειῶν

Next Article

Οι Γερμανοί Καθολικοί αψηφούν το Βατικανό και στηρίζουν τον γάμο των ομοφυλόφιλων