Τοῦ κ. Κωνσταντίνου Βαθιώτη,
τέως Ἀναπληρωτοῦ Καθηγητοῦ Νομικῆς Σχολῆς Δ.Π.Θ.
ΜΕΡΟΣ ΙΣΤ΄
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Τόσο ὁ Καζύνσκι ὅσο καὶ ὁ Χαὰγκ διευκρινίζουν ὅτι ὁ «ὁδοστρωτήρας» τῆς τεχνολογίας, ὁ ὁποῖος συνθλίβει τὸν πολιτισμό, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζεται μόνο ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ὑλικοῦ μηχανισμοῦ ποὺ διαθέτει, δηλ. τὰ ἐργαλεῖα καὶ τὶς μηχανές, ἀλλὰ νὰ συλλαμβάνεται ὑπὸ ἕνα εὐρύτερο πρίσμα, τὸ ὁποῖο καλύπτει τὶς λεγόμενες «τεχνικές» τῆς τεχνολογίας, εἴτε αὐτὲς εἶναι τεχνικές τῆς χημείας, ὅπως ἡ πολιτικὴ μηχανικὴ καὶ ἡ βιοτεχνολογία, εἴτε ἀνθρώπινες ἢ ὀργανωτικὲς τεχνικές, ὅπως ἡ προπαγάνδα καὶ ἡ παιδαγωγικὴ ψυχολογία [1].
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ εἰδικὰ τὴν προπαγάνδα, ὁ Καζύνσκι ἔγραφε στὸ βιβλίο του «Ἐνάντια στὴν τεχνολογικὴ δουλεία»: [2] «Ἡ τεχνολογικὴ κοινωνία κατέχει ἕνα σύστημα προπαγάνδας, τὸ ὁποῖο κατέστη δυνατὸ ἀπὸ τὰ σύγχρονα μέσα ἐπικοινωνίας, τὸ ὁποῖο εἶναι πιὸ ἰσχυρὸ καὶ ἀποτελεσματικὸ ἀπ’ ὅ,τι σὲ ὁποιαδήποτε προηγούμενη κοινωνία. Αὐτὸ τὸ σύστημα προπαγάνδας κάνει πολὺ πιὸ δύσκολο τὸ ἐπαναστατικὸ ἔργο τῆς ὑπονόμευσης τῶν τεχνολογικῶν-βιομηχανικῶν ἀξιῶν».
Εἶναι δὲ σοκαριστικὴ ἡ κοινὴ διαπίστωση τῶν Χάιντεγκερ, Καζύνσκι, Ζὰκ Ἐλλὺλ καί, τώρα, τοῦ Χαὰγκ ὅτι ἰσχύει τὸ ἀνάποδο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πιστεύει ὁ ἁπλὸς λαὸς γιὰ τὴν σχέση ἐπιστήμης καὶ τεχνολογίας, δηλ. ὅτι ἡ τεχνολογία ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴ τῆς ἐπιστήμης. Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθὴ προσέγγιση, «ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δὲν εἶναι […] ἕνα ἀντικειμενικὸ σύνολο πληροφοριῶν, τὸ ὁποῖο προηγεῖται τῆς σύγχρονης τεχνολογίας καὶ τῆς παρέχει ἕνα σῶμα ἀληθειῶν, γιὰ νὰ τῆς ἐπιτρέπει νὰ λειτουργεῖ: ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη εἶναι ἁπλῶς ἡ σύγχρονη τεχνολογία, ἡ ὁποία γίνεται κατανοητὴ ὄχι ἁπλῶς ὡς ἕνα σύνολο μηχανῶν ἀλλὰ καὶ ὡς μία ἐπιστημολογικὴ μέθοδος κυριαρχίας καὶ χειραγώγησης. […] Ἡ ἐπιστήμη ἀποτελεῖ ἡ ἴδια ἕνα παράδειγμα τῆς τεχνικῆς καὶ ὄχι ἕνα ἐξωτερικὸ στοιχεῖο, τὸ ὁποῖο δημιουργεῖ τὴν τεχνική. […] Ἡ τεχνικὴ προηγεῖται τῆς ἐπιστήμης. Ἀκόμη καὶ ὁ πρωτόγονος ἄνθρωπος ἦταν ἐξοικειωμένος μὲ ὁρισμένες τεχνικὲς» [3]. Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, «ὅταν δὲν ὑπάρχουν τὰ τεχνικὰ μέσα, ἡ ἐπιστήμη δὲν προοδεύει» [4].
Σύμφωνα μὲ τὴν παραδοχὴ τοῦ πατέρα τῆς Κυβερνητικῆς, τοῦ Νόρμπερτ Βίνερ (Norbert Wiener), «ἡ νεώτερη γενιὰ ἐρευνητῶν στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες ἀποτελεῖται κυρίως ἀπὸ τεχνικοὺς ποὺ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ κάνουν ἔρευνα χωρὶς τὴν βοήθεια μηχανῶν, μεγάλων ὁμάδων ἀνθρώπων καὶ τεραστίων χρηματικῶν ποσῶν» [5].
ΤΕΧΝΙΚΟΠΟΙΗΣΙΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Τὸ ἀκόμη πιὸ συγκλονιστικὸ εἶναι ὅτι ἡ συμπαγὴς πλειοψηφία ἐσφαλμένως ἐκκινεῖ ἀπὸ τὴν θέση περὶ ἀνθρωποκεντρικοῦ χαρακτήρα τῆς τεχνολογίας, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατασκευάζει μία μηχανὴ προκειμένου νὰ ἱκανοποιήσει τὴν ἀντίστοιχη ἐπιθυμία του. Ἀληθές, ὅμως, εἶναι ὅτι «δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως τίποτα ἀναγκαστικὰ ἀνθρώπινο στὴν τεχνική, ἀφοῦ τὸ εἶδος τοῦ ἐξορθολογισμοῦ ποὺ ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς τεχνικῆς ἀναμφίβολα ἐπιτυγχάνεται καλύτερα ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν τεχνικὴ παρὰ ἀπὸ τὴν προσωπικὴ πρόθεση ὁποιουδήποτε ἀνθρώπου. Στὴν πραγματικότητα, ἀκόμη καὶ οἱ ἐπαγγελματίες ἐπιστήμονες καὶ τεχνικοί, ποὺ φαίνεται ὅτι “ἐλέγχουν” τὴν κατάσταση ὡς ἀνθρώπινοι παράγοντες, εἶναι οἱ ἴδιοι τὰ ἀντικείμενα στὰ ὁποῖα ἡ τεχνικὴ ἀσκεῖ τὴν καθολικὴ μηχανοποιητικὴ της ἐπιρροὴ» [6].
Ἑπομένως, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ζὰκ Ἐλλύλ, εἶναι μῦθος ὅτι ὁ ἄνθρωπος «θὰ καταλαμβάνει πάντα τὴν θέση τοῦ χειριστῆ σὲ σχέση μὲ τὴν μηχανή, κατευθύνοντάς την σύμφωνα μὲ κάποια ἐσωτερικὴ ὑποκειμενικὴ ἀπόφαση, ἡ ὁποία θὰ προηγεῖται ἐξ ὁρισμοῦ τῆς φυσικῆς ἐκτέλεσης μίας ἐργασίας ἀπὸ τὴν μηχανή». Στὴν προβεβλημένη παραδοχὴ ὅτι πίσω ἀπὸ τὸ τιμόνι τῆς μηχανῆς βρίσκεται ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας ὑποκρύπτεται ἡ τεχνικοποίηση τοῦ ὑποκειμένου ποὺ θὰ ἐξαλείψει παντελῶς τὴν ἀνθρώπινη ἀτομικότητά του» (behind the facade of being “behind the wheel” of the machine lay a technicization of the subject which would blot out its human individuality altogether) [7].
Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος πίσω ἀπὸ τὴν μηχανὴ δὲν εἶναι ὅ,τι ἡ ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα. «Ὁ ἄνθρωπος θὰ συνεχίσει νὰ κατευθύνει τὴν μηχανὴ, ἀλλὰ μόνο μὲ τίμημα τὴν ἀτομικότητά του», γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ἔχει ὁλοένα καὶ λιγότερο χρόνο, γιὰ νὰ συνειδητοποιεῖ τὴν δική του παρουσία [8]. Ἡ ἴδια ὀπτικὴ ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ τὸν Χάιντεγκερ: «ὁ ἄνθρωπος μόνο φαινομενικὰ διευθύνει τὴν μηχανή. Τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία του, ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεῖ νὰ δεῖ ὅτι ἔχει κυριευθεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια δύναμη ποὺ ἔχει καταβροχθίσει τὴν φύση: κάθε ἀνθρώπινη ἰδιαιτερότητα ἐξουδετερώνεται, ἐπειδὴ κάθε ἰδιαιτερότητα πρέπει νὰ ἐπιβάλει τὸ δημιουργούμενο ὡς ἕνα συμπραγματευόμενο ὑποκείμενο, ποὺ μόνο φαινομενικὰ κατευθύνει καὶ καθοδηγεῖ».
Ὁ Χαὰγκ συνοψίζει τὴν θέση τοῦ Χάιντεγκερ διατυπώνοντας τὸ ἀκόλουθο συμπέρασμα: «Μολονότι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει γίνει ἀκόμη μία κυριολεκτικὰ κυβοργιακὴ/ἠλεκτρονικὴ (cyborg/electrical) μηχανή, ἔχει ἤδη ὑπαχθεῖ στὴν σύγχρονη τεχνολογία, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐξακολουθεῖ ἀνοήτως νὰ διατηρεῖ τὴν πεποίθηση ὅτι εἶναι ὁ κύριός της» [9].
ΟΧΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΝ = ΟΧΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΝ
Μία σημαντικὴ ἀχίλλειος πτέρνα τῶν θέσεων τοῦ Καζύνσκι εἶναι ὁ ὁλοκληρωτικὸς πόλεμος ποὺ εἰσηγεῖται ἐναντίον τῆς τεχνολογίας, δεδομένου ὅτι, κατ’ αὐτόν, καθαρὸς πολιτισμός, δηλ. τεχνολογικὰ ἀνόθευτος, δὲν ὑπῆρξε ποτέ: [10]
«Ἕνας πολιτισμὸς ὁποιουδήποτε εἴδους ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα ὑλικὸ ἐξοπλισμὸ ἐργαλείων ἢ μηχανῶν. Χρειάζεται ἐπίσης μία ἐπιστημολογικὴ κατεύθυνση γιὰ τὴν ἀνακάλυψη ὀρθολογικῶν μέσων [προκειμένου] νὰ χειρίζεται τὴν φύση (στὴν ὁποία μπορεῖ νὰ συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ ἄνθρωπος) καὶ νὰ τὴν μεταβάλλει κατὰ τέτοιον τρόπο, ὥστε αὐτὴ νὰ ἐξυπηρετεῖ τεχνητοὺς σκοπούς. Τέλος, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα ὑποχρεωτικὸ μέσον κοινωνικῆς ὀργάνωσης, μὲ τὸ ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι θὰ μποροῦσαν νὰ μετατραποῦν σὲ γρανάζια μίας κοινωνικῆς μηχανῆς ποὺ ἐξαλείφει τὴν ἀτομικὴ ταυτότητα, προκειμένου νὰ δημιουργήσει κάποια σχηματικὴ εἰκόνα ἑνὸς τεράστιου τεχνητοῦ ὑπεροργανισμοῦ. Αὐτὸς ὁ τεχνο-ὁργανισμὸς θὰ δρᾶ, ἀσφαλῶς, πρὸς ὄφελος τῆς διατήρησης καὶ τῆς ἐπέκτασής του χωρὶς νὰ νοιάζεται γιὰ τὰ μέλη του, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχει ὑποβιβασθεῖ σὲ ἕνα ὑποδεέστερο μέρος αὐτοῦ τοῦ μεγάλου τερατώδους ὅλου».
Ἄρα, κατὰ λογικὴ ἀκολουθία, κατάρρευση τῆς τεχνολογίας σημαίνει κατάρρευση τοῦ πολιτισμοῦ. Γιὰ τὸν Καζύνσκι μέση λύση δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ δὲν διαθέτουμε τὸν τρόπο νὰ μεταρρυθμίσουμε ἢ νὰ τροποποιήσουμε τὸ Τεχνολογικὸ Σύστημα, ὥστε νὰ τὸ ἐμποδίσουμε νὰ περάσει ἀπὸ πάνω μας σὰν «ὁδοστρωτήρας» ποὺ θὰ ἰσοπεδώσει τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, ἢ θὰ ἐπιτρέψουμε νὰ ἀφομοιωθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ μία τεράστια κοινωνικὴ μηχανή, ὑποβιβαζόμενος σὲ γρανάζι ἢ ροδάκι τοῦ Τεχνολογικοῦ Συστήματος, ἢ θὰ διασώσουμε τὸν ἄνθρωπο ὡς ἄτομο ἀποτρέποντας, ὅμως, τὴν δημιουργία πολιτισμοῦ (ὡς ἐγγενῶς τεχνολογικοῦ) [11].
Ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Χαάγκ, αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ κάθετη θέση τοῦ Καζύνσκι εἶχε προβληματίσει πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ὁποίους ἀλληλογραφοῦσε ἤδη ἀπὸ τὰ μέσα τῆς πρώτης δεκαετίας τοῦ 2000. Διότι ποιὸς ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ συμβιβασθεῖ μὲ τὴν ἰδέα ὅτι θὰ ἦταν προτιμότερο γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα νὰ μὴ εἶχε γευθεῖ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀριστουργήματα ποὺ γέννησε κάθε ὥριμος πολιτισμὸς καὶ μᾶς τὰ κληροδότησε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά; Ὅπως γράφει παραστατικὰ ὁ Χαάγκ, ἡ ἀντιτεχνολογικὴ φιλοσοφία τοῦ Καζύνσκι «θὰ μποροῦσε νὰ ἑρμηνευθεῖ ὡς ἕνα εἶδος ἀπερίσκεπτης περιφρόνησης πρὸς τὰ μεγάλα αἰσθητικὰ καὶ φιλοσοφικὰ ἐπιτεύγματα τοῦ παρελθόντος ἢ ὡς μία ἀπερίσκεπτη παρόρμηση νὰ βάλει φωτιὰ σὲ ἀνεκτίμητα ἔργα τέχνης μέσα σὲ ἕνα παραλήρημα ἀντιπνευματικῆς τρέλλας» [12].
Γιὰ νὰ μὴ ἀδικήσει τὸν Καζύνσκι, ὁ Χαὰγκ φέρνει στὸ προσκήνιο ἕνα γράμμα ποὺ εἶχε στείλει στὸν Ἀμερικανὸ φιλόσοφο Ντέιβιντ Σκρμπίνα (David Skrbina) στὶς 5 Ἀπριλίου 2005, στὸ ὁποῖο δίνει μία ἀπάντηση, γιὰ νὰ ξεκαθαρίσει τὴν θέση του: Στόχος τοῦ Καζύνσκι δὲν εἶναι ἡ ἀπόρριψη τῶν ἀριστουργημάτων τοῦ πολιτισμοῦ, εἰδικότερα τῆς τέχνης καὶ τῆς λογοτεχνίας, ἀλλὰ τοῦ τεχνοβιομηχανικοῦ συστήματος, πού, ὅμως, θὰ συνεπιφέρει μοιραῖα τὴν κατάργηση αὐτῶν τῶν ἀριστουργημάτων. Ἄρα, μὲ ὅρους Ποινικοῦ Δικαίου, ὁ Καζύνσκι ἀποδέχεται ἁπλῶς τὸ βέβαιο ἀποτέλεσμα τῆς κατάρρευσης τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπως ἕνας τρομοκράτης ἀποδέχεται τὸν θάνατο τῶν ἐπιβατῶν ἑνὸς ἀεροπλάνου, στὸ ὁποῖο ἔχει τοποθετήσει ἐκρηκτικὰ ἐπιδιώκοντας τὸν θάνατο τοῦ ἀξιομίσητου πιλότου! Ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ ἠθικὴ ἄποψη εἶναι λιγότερο ἀξιόμεμπτος ἀπ’ ὅ,τι ἂν στόχευε τὸν θάνατο τῶν ἀμέτοχων-ἀθώων τρίτων.
Ὡστόσο, ὅποιος θεωρεῖ ἀδιανόητο νὰ πορευθεῖ ἐφεξῆς ἡ ἀνθρωπότητα χωρὶς τὰ προϊόντα τοῦ ἑκάστοτε πολιτισμοῦ της θὰ αἰσθανθεῖ μείζονα ἀμηχανία μόλις πληροφορηθεῖ τὸ ἀφοπλιστικὸ ἐρώτημα ποὺ ἔθεσε ὁ Καζύνσκι στὸν Σκρμπίνα:
«Ἐὰν συνεχίσουμε τὴν τωρινή μας πορεία, τότε ἀργὰ ἢ γρήγορα τὸ πιθανότερο εἶναι νὰ ἀντικατασταθοῦμε ἀπὸ τοὺς ὑπολογιστές. Τί ἀξία νομίζεις ὅτι θὰ ἔχουν γιὰ τὶς μηχανὲς ἡ τέχνη, ἡ λογοτεχνία καὶ ἡ μουσική; [Ἀκόμα κι ἂν] δὲν ἀντικατασταθοῦμε ἀπὸ τοὺς ὑπολογιστές, τότε σίγουρα θὰ ἀλλάξουμε βαθιά… Ποιὸν λόγο ἔχεις γιὰ νὰ πιστεύεις ὅτι οἱ ἄνθρωποι τοῦ μέλλοντος θὰ ἀνταποκρίνονται μὲ θέρμη στὴν τέχνη, τὴν μουσικὴ καὶ τὴν λογοτεχνία τοῦ παρελθόντος;» [13].
Μὲ ἄλλα λόγια: [14] «Αὐτοὶ ποὺ ἀναρωτιοῦνται ἂν ἕνας παγκοσμιοποιημένος βιομηχανικὸς πολιτισμὸς θὰ μποροῦσε νὰ διατηρηθεῖ ἁπλῶς γιὰ χάρη τῶν μεγάλων ἔργων τέχνης, ὑποθέτουν, ὑπερβολικὰ αὐτάρεσκα, ὅτι θὰ ὑπάρχουν ἀνθρώπινα ὑποκείμενα ἱκανὰ νὰ βιώσουν τὴν ἐμπειρία τῆς αἰσθητικῆς ἐκτίμησης αὐτῶν τῶν ἔργων». Καί, πάντως, ἂν ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν ἀνθρώπινα ὄντα ὡς βιολογικὰ λειτουργικοὶ ὀργανισμοί, οὐδεὶς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι αὐτὰ θὰ εἶναι καὶ ὑποκείμενα! [15]
Ἐφόσον, μάλιστα, ὁ Καζύνσκι προβλέπει ὅτι «στὸ μακρινὸ μέλλον τὰ ρομπὸτ σχεδὸν σίγουρα θὰ ἐπικρατήσουν ἐπὶ τῶν ἀνθρώπων στὸ ἐπίπεδο τῆς ὠμῆς φυσικῆς ἐπιλογῆς», εἶναι ἄνευ σημασίας τὸ ἂν ἡ Τεχνητὴ Νοημοσύνη θὰ κατορθώσει νὰ παράγει μουσικὴ ἀνώτερη ἀπὸ ἐκείνη τοῦ Μπὰχ καὶ μυθιστορήματα καλύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τοῦ Ντοστογιέφσκη, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κόσμος θὰ ἔχει πλήρως ἀπὸ-ἀνθρωπομορφοποιηθεῖ (de-anthropomorphised), ἁπλούστερα: οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔχουν ἐξαλειφθεῖ [16].
Ὁ Καζύνσκι ἐπιμένει: «λίγα πράγματα εἶναι τόσο ἀναπόφευκτα, ὅσο ἕνα μέλλον γεμᾶτο μὲ αὐτοπρογραμματιζόμενες (self-programming) καὶ αὐτοσχεδιαζόμενες (self-designing) μηχανὲς» [17]. Ἰδοὺ ὁ τραγέλαφος: στὴν Ἰνδία ἕνα μηχανικὸς λογισμικοῦ «ἀναγκάστηκε νὰ ἐκπαιδεύσει τὶς μηχανὲς ποὺ θὰ τὸν ἀντικαθιστοῦσαν καὶ στὴν συνέχεια ἀπολύθηκε» [18].
(Συνεχίζεται…)
Σημειώσεις:
[1] Χαάγκ, Ἡ φιλοσοφία τοῦ Τὲντ Καζύνσκι. Γιατί ὁ Γιουναμπόμπερ εἶχε δίκιο γιὰ τὴν σύγχρονη τεχνολογία, 2024, σελ. 148. [2] Μτφ.: Σ. Γιαννέλης, ἔκδ. Ἔξοδος, Ἀθήνα 2024, σελ. 87. [3] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 155 ἑπ. [4] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 158. [5] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 158. [6] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 157. [7] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 160. [8] Χαάγκ, ὅ.π.., σελ. 161. [9] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 162. [10] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 215, 217. [11] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 218. [12] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 219. [13] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 221. [14] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 226. [15] Χαάγκ, αὐτόθι. [16] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 222/223. [17] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 223. [18] Χαάγκ, ὅ.π., σελ. 223/224.




