Γράφει ὁ κ. Θεοχάρης Ἀποστόλου, Δικηγόρος Παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ
Μὲ ἀφορμὴ τὴ θερινὴ ραστώνη, βρέθηκα γιὰ λίγες ἡμέρες στὸ ἱστορικὸ Ναύπλιο.
Τὸ Ναύπλιο ὡς γνωστὸν ἀποτέλεσε τὴν πρώτη πρωτεύουσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
Στὶς ἀπαρχὲς δὲ τῆς λειτουργίας τῆς νέας κρατικῆς ὀντότητας, τῆς Νέας Ἑλλάδας, σὲ αὐτὴ τὴν πόλη ἐξελίχθηκε ἕνα ἱστορικὸ συμβάν, τρανὸ παράδειγμα τῆς ἐπιδίωξης τοῦ ἀδύνατου, ἀλλὰ ὄχι ἀτελέσφορου. Ἀναφέρομαι στὴ δίκη τοῦ μέγιστου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη καὶ τὴν συμπεριφορὰ τῶν δικαστῶν Πολυζωίδη καὶ Τερτσέτη.
Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα εἶναι λίγο πολὺ γνωστὰ καὶ συμπυκνώνονται στὴν πρόθεση τῆς τότε νέας Διοίκησης τοῦ Κράτους, τῆς Βαυαρικῆς Ἀντιβασιλείας νὰ καταδικάση τὸν Γέρο τοῦ Μωριᾶ, χωρὶς στοιχεῖα καὶ γιὰ πολιτικοὺς σκοπούς.
Ἐνάντια σὲ αὐτὴ τὴν πρόθεση, τῆς κραταιᾶς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δύο ἄνθρωποι, δύο δικαστές, ὁ Ἀναστάσιος Πολυζωίδης ὡς Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὁ Γεώργιος Τερτσέτης ὡς Μέλος αὐτοῦ, ἐπιλεχθεὶς μάλιστα ἀπὸ τὴν Ἀντιβασιλεία καὶ ὄντας (ὁ δεύτερος) ὁ καθηγητὴς ἑλληνικῶν τῶν θυγατέρων τοῦ Ἄρμανσπεργκ, (Προέδρου τῆς Ἀντιβασιλείας μέχρι τὴν ἐνηλικίωση τοῦ Ὄθωνα), ἀντιτείνουν ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ «Ὄχι» αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, σὲ ἀτομικὸ ἐπίπεδο, καὶ προτάσσουν τὴν ἔννοια τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ καθήκοντος, ἐπιδιώκοντας τὸ ἀδύνατο, ἀλλὰ ὄχι τὸ ἀτελέσφορο.
Γιατί καθῆκον δὲν εἶναι νὰ ὑπακοῦς ἄκριτα στὶς βουλὲς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καθὼς τότε ἀπολύεται ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας καὶ εἰδικότερα ὡς πρὸς τὸν ἑκάστοτε Δικαστή, τίθεται σὲ κίνδυνο ὁ ρόλος του ὡς ἐγγυητῆ τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος.
Γιατί ὁ Δικαστὴς πάνω ἀπὸ ὅλα προστατεύει τὴν εὔρυθμη λειτουργία τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος, ὄντας «τὸ στόμα τοῦ νόμου».
Γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ Σύνταγμά μας προστατεύει τὴν αὐτοτέλεια τοῦ Λειτουργοῦ Δικαστῆ στὸ ἄρθρο 87, καθιερώνοντας τὴν προσωπικὴ καὶ λειτουργικὴ αὐτοτέλειά του ἔναντι κάθε ἄλλης ἐξουσίας.
Ἐξειδικεύοντας δὲ τὴν ἀπόλυτη ἀνεξαρτησία τοῦ Δικαστῆ στὴ δικαιοδοτικὴ κρίση του ὡς πρὸς τὴν οὐσία τῆς ὑπόθεσης, τὸ ἄρθρο 109 τοῦ Κώδικα Ὀργανισμοῦ Δικαστηρίων ρητὰ ἐξαιρεῖ τὴν ἔκφραση κρίσης τοῦ Δικαστῆ ἐπὶ τῆς ὑπόθεσης ποὺ ἔχει ἀναλάβει ἀπὸ τὰ περιγραφόμενα πειθαρχικὰ παραπτώματα.
Ἄλλωστε ὁ πρωτοετὴς φοιτητὴς τῆς Νομικῆς μαθαίνει τὴν βασικὴ δικονομικὴ ἀρχὴ « iuria novit curia», δηλαδὴ ὅτι ὁ δικαστὴς γνωρίζει τὸ Νόμο καὶ ἄρα δὲν ἐλέγχεται πειθαρχικὰ ὡς πρὸς τὴν κρίση του, ἐκτὸς ἂν λειτούργησε ἀπὸ δόλο ἢ βαριὰ ἀμέλεια ἐκτὸς τοῦ Νόμου καὶ τῆς δεοντολογίας.
Ὁ Τερτσέτης καὶ ὁ Πολυζωίδης ἀγωνίστηκαν λοιπὸν μὲ προσωπικὸ κόστος γιὰ τὴν ἐπιδίωξη τοῦ ἀδύνατου ἀλλὰ ἠθικὰ Ὀρθοῦ, προβάλλοντας τὸ δέον καὶ παραμένοντας πιστοὶ στὴν διάκριση τῶν ἐξουσιῶν ποὺ δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ κατασκευή, ἀλλὰ μία κοινωνικὴ ἀναγκαιότητα, γιὰ τὴν ὁποία ἔκανε πρῶτος ἀναφορὰ ὁ Ἀριστοτέλης, καὶ πολὺ ἀργότερα ὁ Μοντεσκιὲ καὶ τὴν ὁποία ἐπικύρωσε ἀμελλητὶ τὸ νεοσύστατο ἐπαναστατημένο Ἑλληνικὸ Κράτος, στὸ Σύνταγμα τῆς Τροιζήνας τῆς Γ΄ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως στὰ ἄρθρα 37, 38 καὶ 39, ὁρίζοντας ὅτι: «ἡ νομοθετικὴ κατασκευάζει τοὺς νόμους· ἡ νομοτελεστικὴ ἐπικυρώνει αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐκτελεῖ· καὶ ἡ δικαστικὴ τοὺς προσαρμόζει».
Καθημερινὰ ὅλοι βρισκόμαστε σὲ ἐπαγγελματικό, κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ ἐπίπεδο σὲ παρόμοιο δίλημμα τῆς ἐπιλογῆς τῆς εὔκολης λύσης ἢ τῆς ἐπιδίωξης αὐτοῦ ποὺ φαντάζει ἀδύνατο, ἀλλὰ εἶναι τὸ Ὀρθό.
Τὸ κείμενο δὲν εἶναι διδακτικὸ καὶ ὁ γράφων δὲν ἐπιδιώκει ἐπ’ οὐδενὶ νὰ δώσει ἀπάντηση σὲ αὐτὸ τὸ δίλημμα.
Ὁ καθένας μας ξέρει τί πρέπει νὰ κάνει καὶ ὡς Ἔθνος ἔχουμε ἀποδείξει ὅτι συνήθως, παρὰ τὶς ἐγγενεῖς ἀδυναμίες μας, ἀκολουθοῦμε τὸ σωστὸ μονοπάτι τῆς Ἱστορίας, ἀκολουθώντας, ὅπως ὁ Ἡρακλῆς κατὰ τὸν Ἑλληνικὸ Μύθο τὸ σταυροδρόμι τῆς Ἀρετῆς καὶ ὄχι τῆς Κακίας.
Κλείνω μὲ μία ἐμπειρικὴ διαπίστωση.
Ἀτενίζοντας τὸ ὄμορφο Παλαμήδι καὶ τὸ Μπούρτζι ποὺ πλέον καραβάκια μὲ τουρίστες τὸ ἐπισκέπτονται, σκεφτόμουν ὅτι σὲ αὐτὰ τὰ μέρη, ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ πολιτικὸς καιροσκοπισμός εἶχαν φυλακίσει τὴν ἴδια τὴν Ἑλλάδα. Γιατί δὲν νομίζω ὅτι κανεὶς θεωρεῖ ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης δὲν εἶναι Ἑλλάδα.
Ἂς ἐλπίσουμε, ἂς προσευχηθοῦμε ὅτι πάντα στὸν ἀντίποδα θὰ ὑπάρχουν ἕνας Πολυζωϊδης ἢ ἕνας Τερτσέτης.
Apostolougrania-lawoffice.gr




