Ἡ ὑποδούλευσις τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὰς πολιτικὰς σκοπιμότητας ὡς κίνητρον τοῦ οἰκουμενισμοῦ

Share:

Τοῦ κ. Nicolò Ghigi, ὑποψ. διδάκτορος,

Scienze dell’ Antichitá, Πανεπιστήμιον Ca Foscari, Venezia

  Σεβαστοὶ πατέρες, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

 Τὸ παρὸν συνέδριο, στὸ ὁποῖο ἔχω τὴν τιμὴ νὰ συμμετέχω, τονίζει τὶς σκοτεινὲς συσχετίσεις ἀνάμεσα στὶς προσπάθειες ὑπονομεύσεως τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκ τῶν ἔσω, μέσῳ τῆς παναιρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, καὶ στὰ στρατηγικὰ συμφέροντα ὁρισμένων παγκόσμιων δυνάμεων γιὰ τὸν ἀφανισμὸ αὐτοῦ ποὺ οἱ ἴδιες θεωροῦν ὡς ἕνα ἁπλό γεωπολιτικὸ χῶρο, δηλαδὴ τὸν ὀρθόδοξο χῶρο.

  Ἡ σχέσις μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικοῦ συμφέροντος, γιὰ νὰ μιλᾶμε εἰλικρινά, συνοδεύει αὐτὴν τὴν αἵρεσιν ἀπὸ τὴν γέννησί της· ἀκόμη καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν γέννησι τοῦ κυρίως λεγόμενου οἰκουμενισμοῦ, μποροῦμε νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξουσία ἦταν συχνὰ ἕτοιμη νὰ ἀπεμπολήσῃ τὴν ὀρθόδοξη πίστι στὸ ὄνομα τοῦ στρατηγικοῦ συμφέροντος.

  Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὰ λίγα παραδεί­γματα ποὺ σκοπεύω νὰ σᾶς παρουσιάσω, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κάνουμε μία προκαταρκτικὴ διάκρισι. Ὀφείλουμε πράγματι νὰ διακρίνουμε τουλάχιστον τρία εἴδη οἰκουμενισμοῦ, τὰ ὁποῖα – παρόλο ποὺ συνεργάζονται καὶ συχνὰ συγχέονται – εἶναι καρπὸς διαφορετικῶν ἰδεολογιῶν καὶ ἐπιδιώκουν διαφορετικούς στόχους.

  Τὸ πρῶτο εἶναι ὁ ὀνομαζόμενος ἱστορικὸς οἰκουμενισμός, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ ἐφαρμόστηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξι τοῦ οἰκουμενισμοῦ ὡς ἰδεολογίας καὶ θεολογίας κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰῶνα. Πρόκειται γιὰ τὸν διάλογο μεταξὺ χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, ποὺ ἀπέβλεπε στὴν ἀναζήτηση συμφωνιῶν, κυρίως χρήσιμων γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση κοινῶν ἐχθρῶν.

  Μποροῦμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς περιπτώσεις ποὺ ἀφοροῦσαν ἄμεσα τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπως τὶς προσπάθειες διαλόγου μὲ τοὺς Καλβινιστὲς ἐπὶ Πατριάρχου Κυρίλλου Λουκάρεως γιὰ ἀντιλατινικὸ σκοπό· ἐκεῖνες μὲ τοὺς Ἀγγλικανούς «μὴ ὁρκιζομένους» (Non-jurors) ποὺ διεξήχθησαν ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Ἱεροσαλύμων καὶ τὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία στὰ τέλη τοῦ 17ου αἰώνα, καὶ τὶς προσπάθειες ἑνώσεως τῆς Ρωσσικῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς Παλαιοκαθολικοὺς τὸ 1875, πάντοτε μὲ σκοπὸ τὴν ἀντιπαράθεσι πρὸς τὸν παπισμό.

  Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς διαλόγους δὲν εἶχε στὴν πραγματικότητα κάποιο ἀποτέλεσμα, καὶ μάλιστα ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο διεξάγονταν ἦταν ριζικὰ διαφορετικὸς ἀπὸ τὸν σύγχρονον οἰκουμενισμόν, καθὼς περιελάμβανε αὐστηρὲς θεολογικὲς συζητήσεις καὶ δὲν ἐπέτρεπε καμμίαν ἀσάφειαν. Γενικά, ζητεῖτο ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἡ ὑπογραφὴ μιᾶς ὀρθόδοξης ὁμολογίας πίστεως, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν Προτάσεων τῶν ὑπολειμμάτων τῆς Βρετανικῆς Ἐκκλησίας ποὺ στάλθηκαν στὰ Ἱεροσόλυμα. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγο, οἱ σύγχρονοι οἰκουμενιστές, παρόλο ποὺ θεωροῦν αὐτὲς τὶς συνομιλίες ὡς προδρόμους τῆς πρακτικῆς καὶ τῆς ἰδεολογίας τους, καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἔχουν ἀπόλυτα δίκαιο κατὰ τὴν γνώμην μου, μολαταῦτα συχνὰ καταδικάζουν τὴ στενότητα καὶ τὴν πνευματικὴν ἀμβλύνοιαν τῶν συμμετεχόντων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μιὰ νοοτροπία τόσο διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δική τους.

  Τὸ δεύτερο εἶναι ὁ προτεσταντικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ ἐπινοήθηκε στοὺς κύκλους συνδεομένους μὲ τὴν μασονία τοῦ προοδευτικοῦ ἀμερικανικοῦ μεθοδισμοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ περασμένου αἰώνα. Αὐτὸς ὁ οἰκουμενισμὸς ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ λεγόμενη «θεωρία τῶν κλάδων», σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία καμμία χριστιανικὴ κοινότητα δὲν ἀποτελεῖ ἤδη τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι σὰν ἕνα δένδρο τοῦ ὁποίου κάθε κλάδος – δηλαδή, κάθε ἐκκλησία ἢ αἵρεσις – ἀποτελεῖ ἕνα ἀναπόσπαστο μέρος. Βασικὴ παραδοχὴ αὐτῆς τῆς αἱρέσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σήμερα δὲν ὑπάρχει σὲ μορφὴ ὀργανωμένη καὶ ὁρατή, ἀλλὰ σὲ μιὰ μορφὴ ἀόρατη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ ὁρατὴ μέσῳ τῆς συνεργασίας μεταξὺ τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, μέχρι νὰ ἐπιτευχθεῖ ἡ ἑνότης.

  Αὐτὴ ἡ μορφὴ οἰκουμενισμοῦ εἶναι ἀπολύτως σχετικοκρατικὴ καὶ λαμβάνει τὴν ἀρχὴν συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιολογία τῶν ριζοσπαστικῶν μεταρρυθμιστῶν· ἐντούτοις, ἀποτελεῖ τὴν βάσι τοῦ ΠΣΕ (Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν) καὶ τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῶν παγκόσμιων οἰκουμενικῶν ὀργανώσεων καὶ πρωτοβουλιῶν. Σὲ αὐτὸν τὸν οἰκουμενισμὸ αἱ κατὰ τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ὑποχωρήσει ὅλες ἐν μέρει, καθὼς ἔχουν ἐγγραφῆ στοὺς προαναφερθέντες ὀργανισμούς, παρόλο ποὺ στὰ λόγια ἀρνοῦνται τὴ θεωρία τῶν κλάδων καὶ ἰσχυρίζονται ὅτι συμμετέχουν σὲ αὐτὰ τὰ ὄργανα μόνο γιὰ «νὰ παρουσιάσουν τὴν ὀρθόδοξη θέσι»· στὴν πρᾶξι ὅμως ἐντάσσονται ὡς πλήρη μέλη σὲ ὄργανα ποὺ ἀνοικτὰ ἀρνοῦνται τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησιολογίαν.

  Τὸ τρίτο, τέλος, εἶναι ὁ ρωμαιοκαθολικῆς προελεύσεως οἰκουμενισμός, ποὺ γεννήθηκε μετὰ τὴν Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο. Αὐτὸς ξεκινᾶ ἀπὸ παραδοχὲς πολὺ διαφορετικὲς ἀπὸ τὸν προτεσταντικὸ (ὁ ὁποῖος ἀκόμη καὶ σήμερα ἀπορρίπτεται ἀπὸ τὴ Λατινικὴ ἐκκλησία), παρόλο ποὺ ἔχει φθάσει σὲ στενὴν συνεργασίαν μαζί του. Ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωρεῖ τὸν ἑαυτό της ὡς τὴν ἀληθινὴν ὁρατὴν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἀναγνωρίζει μιὰν ὁρισμένην μορφὴν ἐκκλησιαστικότητος στὰ σώματα ποὺ ἔχουν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτήν. Ὁ Πάπας τῆς Ρώμης, ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀρχηγὸς τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλων τῶν χριστιανῶν τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἐξουσίαν του.

  Αὐτὴ ἡ διδασκαλία ἀποτελεῖ μέρος τῆς λατινικῆς ἀντίληψης γιὰ τὸ πρωτεῖο ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες, καὶ βλέπουμε πρακτικές της ἐφαρμογὲς ἤδη ἀπὸ τὴν Σύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου τὰ καθίσματα μέσα στὸν καθεδρικὸν ναόν, ὅπου ἔγιναν αἱ συζητήσεις, εἶχαν τοποθετηθῆ ἔτσι, ὥστε ὁ πάπας νὰ κάθεται στὸ κέντρο, ἀνάμεσα στὴν ῥωμαϊκὴν καὶ τὴν λατινικὴν ἀντιπροσωπίαν, ὡς «πατέρας καὶ ἀρχηγὸς» καὶ τῶν δύο, καὶ ὄχι ὡς ἀρχηγὸς μόνον τῆς λατινικῆς ἀντιπροσωπίας· πρᾶγμα ποὺ φυσικὰ προκάλεσε τὶς διαμαρτυρίες τῶν Ὀρθοδόξων. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ στὶς οἰκουμενικὲς συναντήσεις ποὺ γίνονται σήμερα στὸ Βατικανό, ὅπου ὁ πάπας κάθεται σὲ μιὰ ξεχωριστὴ καὶ ὑπερυψωμένη θέσι, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων παρισταμένων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν.

Ἐπίσης, ἱστορικὰ ἡ Λατινικὴ ἐκκλησία θεωροῦσε πάντοτε ὡς πρῶτο στοιχεῖο ἐπανενώσεως τῶν ὁμάδων ποὺ εἶχαν ἀποκοπῆ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισι τῆς παπικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπεια τῆς ὀρθότητος τῆς διδασκαλίας τοῦ πάπα, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι ἀπαραίτητη ἡ υἱοθέτησις τῶν ἐθίμων, τῶν τελετουργιῶν ἢ ἀκόμη καὶ τοῦ λατινικοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, ἀλλὰ ἐπιτρέποντάς τους νὰ διατηρήσουν τὸ δικό τους, κατὰ τὸ ἰησουϊτικὸ λεγόμενον· unité de la foi, diversité des rites. Πρόκειται γιὰ τὸ περίφημο φαινόμενον τοῦ Οὐνιτισμοῦ.

 Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ὁ νέος ρωμαιοκαθολικὸς οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ συνέχισις τοῦ οὐνιτισμοῦ μὲ ἄλλα μέσα καὶ ἄλλους τόνους, σαφῶς πιὸ διαλλακτικοὺς καὶ εἰρηνικούς σὲ σχέση μὲ τὸ παρελθόν. Δὲν εἶναι ἴσως τυχαῖο ὅτι οἱ κληρικοὶ καὶ τὰ ὄργανα τῆς καθολικῆς προπαγάνδας, ποὺ κατὰ τὶς δεκαετίες πρὶν ἀπὸ τὴ σύνοδο ἦσαν ταγμένα στὴν ἐπιστροφὴ στὴν Ῥώμη τῶν ἄλλων χριστιανῶν, ἔγιναν τὰ ἴδια ὄργανα διαδόσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ, ἐπιδιώκοντας πράγματι τὸν ἴδιον στόχον μὲ διαφορετικὰς μεθόδους.

  Αἱ κατὰ τόπους Ἐκκλησίαι ἔχουν δυστυχῶς ἐκτεθῇ πλήρως σὲ αὐτὸ τὸ εἶδος οἰκουμενισμοῦ, καθὼς ὅλες τους διατηροῦν στενὲς οἰκουμενικὲς ἐπαφὲς μὲ τὸν Πάπα τῆς Ρώμης, πολὺ ἰσχυρότερες ἀπὸ τὶς τυπικὲς σχέσεις μὲ τὸ ΠΣΕ καὶ τὶς προτεσταντικὲς κοινότητες· σὲ ὁρισμένες μάλιστα περιπτώσεις, ὅπως στὴ Ρωσία ἐξαιτίας τῆς ἐπιρροῆς τοῦ μητροπολίτου Νικοδήμου (Ρότωφ),  φθάσανε μέχρι καὶ στὴν ἐπιτροπὴν τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας (intercommunio), ἡ ὁποία εὐτυχῶς μετέπειτα ἀποσύρθηκε ἀμέσως μόλις αὐτὸ ἔγινε δυνατό.

  Ἀκριβῶς ἀπὸ αὐτὴ τὴν τελευταία περίπτωση θὰ ἤθελα νὰ ξεκινήσω τὴν ἀνάλυσι τῶν σχέσεων μεταξὺ οἰκουμενισμοῦ καὶ πολιτικῆς. Δὲν εἶναι μυστικὸ ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Νικόδημος, ὁ ἀποκαλούμενος «κόκκινος μητροπολίτης» γιὰ τὴν ἀπόλυτη πιστότητά του πρὸς τὶς κομμουνιστικὲς ἀρχές, ἄνοιξε τὴν νέαν οἰκουμενιστικὴν πορείαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐπὶ ἐποχῆς Χρουσώφ: ἦταν μιὰ σαφὴς ὁδηγία τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΚΚΣΕ, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ὑποταγμένη σὲ αὐτή, Ἐκκλησία ὡς ὄργανον ἐξωτερικῆς προπαγάνδας, στὴν προσπάθειάν της γιὰ ἄνοιγμα πρὸς τὸν κόσμον μὲ τὴν λεγομένην ἀποσταλινοποίησι. Ὁ οἰκουμενισμὸς μὲ τὴ Ρώμη, ἡ εἴσοδος στὸ ΠΣΕ, μέχρι καὶ τὸ κοινὸν ποτήριον καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀλλοιώσεις τῆς πίστεως, εἰσήχθησαν ἔτσι στὸ Πατριαρχεῖο ὡς συνέπεια μιᾶς συγκεκριμένης ἐπιθυμίας τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τὴν ὁποία αὐτὸ ἦταν πλήρως ἐξαρτημένο μετὰ τοὺς διωγμοὺς τῶν προηγουμένων δεκαετιῶν καὶ τὴν ἀνασύσταση τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας τὸ 1943. Ἀλλὰ τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὸ ὑποταγμένον εἰς τὴν Δύσι Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ὁποίου αἱ οἰκουμενιστικαὶ δραστηριότητες ἄρχισαν τὸ 1920 μὲ τοὺς διαλόγους μὲ τοὺς ἀγγλικανούς· πρέπει νὰ θυμόμαστε ὅτι ἤδη ἀπὸ τὸν Κριμαϊκὸν Πόλεμον ἡ βρεττανικὴ πρεσβεία ἀποτελοῦσε νομικὸ προστάτη τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, καὶ εἰδικὰ στὰ χρόνια τῆς πτώσεως τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ ἔτσι τὸ Πατριαρχεῖο συνέχισε νὰ συμμετέχῃ ὅλο καὶ πιὸ ἐνεργὰ σ’ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, καὶ νὰ ἐργάζεται στὴν πρώτην γραμμὴν γιὰ τὴν ἀλλοίωσι τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἐκκλησιολογίας, ὑπακούοντας στοὺς θρησκευτικοὺς κανονισμοὺς τοῦ ἀμερικανοκρατουμένου δυτικοῦ γεωπολιτικοῦ χώρου, καὶ συνεχίζει νὰ τὸ κάμῃ μέχρι σήμερα μὲ τὰ ζητήματα τὰ γνωστά.

  Ἂν ὅμως κοιτάξουμε σὲ παλαιότερες ἐποχές, τότε ποὺ ὁ οἰκουμενισμὸς ὀνομαζόταν ἀκόμη οὐνιτισμός, διαπιστώνουμε ὅτι σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις ἡ ὑποχώρηση τῶν οὐνιτῶν πρὸς τὴν Ρώμη εἶχε κίνητρα καθαρῶς πολιτικά, εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν δυτικῶν Ρουθηνῶν εὐγενῶν νὰ ἀνεξαρτητοποιηθοῦν ἀπὸ τὴ Μοσχοβία, εἴτε γιὰ τὴν ἐπιθυμία τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Η΄ νὰ λάβῃ στρατιωτικὴ βοήθειαν ἐνάντια στὴν τουρκικὴ πολιορκίαν, εἴτε γιὰ ἐκείνην τοῦ Μιχαὴλ Η΄ νὰ εἰρηνεύσῃ τὴν κατάστασι τῆς διαιρεμένης Αὐτοκρατορίας μετὰ τὴν φραγκοκρατία.

  Σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, πρόκειται γιὰ ἐπιθυμίες πολιτικῆς ἐπιτυχίας ποὺ τέθηκαν πάνω ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς πίστεως, ὑποχωρήσεις σὲ ἕνα ἀπαράδεκτο συμβιβασμὸ σὲ δογματικὰ ζητήματα μὲ σκοπὸ τὴν ἀπόκτηση κάποιου ἐγκόσμιου ὀφέλους.

  Ὅσοι δὲ ἐναντιώθηκαν σὲ αὐτὲς τὶς ἑνώσεις δὲν ἦσαν βεβαίως ἐχθροὶ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, οὔτε μισοῦσαν τὴν πατρίδα τους ἢ δὲν ἤθελαν νὰ τὴν βοηθήσουν. Ἀπὸ τὰ συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ τῆς Ἐφέσου, γιὰ παράδειγμα, εἶναι ὁλοφάνερη ἡ ἀγωνία ποὺ ἔτρεφε γιὰ τὴν τύχην τῆς Πόλεως· ἐντούτοις, ἐκεῖνος ξεκαθαρίζει ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴν ὅτι ἐὰν μιὰ ἕνωσις μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὴν Πόλιν, αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι μιὰ ἕνωσις θεμελιωμένη στὴν Ἀλήθεια, καὶ ὄχι στὴν μεσότητα καὶ στὸ ψέμα.

  Ἡ ὁδὸς τῆς ἀντιστάσεως κατὰ τῶν οὐνιτικῶν-οἰκουμενιστικῶν προσπαθειῶν ὑπῆρξε ἱστορικὰ μιὰ ὁδὸς καθόλου εὔκολη, μιὰ ὁδὸς μαρτυρικὴ καὶ ὁμολογητική, ἡ ὁποία ὁδήγησε σὲ ἀναρίθμητα βάσανα, σὲ ἐξορίες, σὲ ἀκρωτηριασμούς (ἂς σκεφτοῦ­με τὶς περιπτώσεις τῶν ὁμολογητῶν μοναχῶν Μελετίου καὶ Γαλακτίωνος, οἱ ὁποῖοι κήρυξαν αἱρετικὸ καὶ ἔκπτωτον τὸν οὐνίτη αὐτοκράτορα Μιχαήλ), μέχρι καὶ στὸ ὕψιστο μαρτύριο τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν τοῦ Πρωτάτου καὶ τῆς Μονῆς Ζωγράφου, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλησαν νὰ ὑποκύψουν στὶς πιέσεις τῶν λατινοφρόνων.

  Ὡστόσο, αὐτὴ εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδὸς διὰ τὴν ἀποκατάστασι τῆς θεμελιώδους εὐαγγελικῆς ἀρχῆς τοῦ «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» καὶ τοῦ «ἀπόδοτε τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ», δηλαδὴ τῆς ὀρθῆς καὶ ἀμόλυντης ὁμολογίας τῆς πίστεως, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπεμπολῆ κανεὶς τὰ νάματα τῆς πίστεως, λόγῳ κοσμικῶν αὐταπατῶν

  Next Article

AHEPA: Μία τεκτονικὴ ὀργάνωσις εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας